Η συζήτηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και η τεράστια ζημία που προκαλεί

ΑΡΘΡΑ | ΑΠΟΨΕΙΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Η συζήτηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και η τεράστια ζημία που προκαλεί

Δημήτρης Χρ. Αναστασόπουλος - 3 μήνες πριν Last updated -3 μήνες πριν
Η συζήτηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και η τεράστια ζημία που προκαλεί

Ο μέσος πολίτης εκλαμβάνει τη συζήτηση αυτή ως μια διελκυστίνδα για το ποιος θα «διορίσει τους δικούς του Προέδρους και Εισαγγελείς» στα ανώτατα Δικαστήρια της χώρας.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που απασχόλησαν και απασχολούν την πολιτική αντιπαράθεση στο δρόμο προς τις εθνικές εκλογές είναι αυτό της επιλογής της ηγεσίας του Αρείου Πάγου από την κυβέρνηση, και δη σε ό,τι αφορά την «πολιτική-ηθική» νομιμοποίηση της, καθώς ζήτημα νομιμότητας, κατά κοινή σχεδόν ομολογία, δεν υφίσταται. Η αντιμετώπιση του τόσου ευαίσθητου και κρίσιμου θεσμού της Δικαιοσύνης για τη Δημοκρατία μας από πολιτικές δυνάμεις του τόπου είναι ακόμα μια φορά επιπόλαιη και επικίνδυνη, καθώς, ανεξαρτήτως της τοποθέτησης που μπορεί να έχει κάποιος για το εάν η απόφαση της κυβέρνησης είναι πολιτικά νομιμοποιημένη ή όχι, η ζημία που προκαλείται, οριζοντίως και καθέτως, είναι τεράστια.

Πολιτική διελκυστίνδα

Ο μέσος πολίτης εκλαμβάνει τη συζήτηση αυτή ως μια διελκυστίνδα για το ποιος θα «διορίσει τους δικούς του Προέδρους και Εισαγγελείς» στα ανώτατα Δικαστήρια της χώρας. Όσα νομικά και πολιτικά επιχειρήματα και να παρατεθούν στα πλαίσια αυτής της δημόσιας αντιπαράθεσης, ο τελικός απόηχος που φτάνει στην κοινωνία είναι ότι όλοι νοιάζονται για το ποιος «θα ελέγξει το χώρο της Δικαιοσύνης», επιτείνοντας έτσι έτι περαιτέρω την πεποίθηση σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας ότι τελικά η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη (σύμφωνα με έρευνα του Ιανουαρίου 2019 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τουλάχιστον το 34% των Ελλήνων δεν έχει εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία της ελληνικής Δικαιοσύνης).

Αν και η νομική συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων Δικαστηρίων στη χώρα μας έχει ωριμάσει τα τελευταία χρόνια, καθώς έχουν διεξαχθεί πολλές και αναλυτικές συζητήσεις επ’αυτού, με τη συμμετοχή των θεσμικών φορέων και την κατάθεση διαφόρων προτάσεων, που κατατείνουν στη θεσμική θωράκιση της διαδικασίας και την αποκοπή της από πολιτικές σκοπιμότητες, δυστυχώς η μεγάλη ευκαιρία να συμπεριληφθεί η διάταξη του άρθρου 90 του Συντάγματος (που προβλέπει την επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο) στις αναθεωρητέες διατάξεις της επόμενης Βουλής χάθηκε, με ευθύνη της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, καθώς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε προτείνει η εν λόγω, κρίσιμη για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, διάταξη να αναθεωρηθεί. Όπως αναφέρθηκε, προτάσεις και λύσεις υπάρχουν, αυτό που ακόμα μια φορά εξέλειπε ήταν η πολιτική βούληση.

Τεράστια ζημία

Η ζημία, όμως, που εν τέλει προκαλείται από τη δημόσια αυτή αντιπαράθεση είναι τεράστια, με κάθετα και οριζόντια αποτελέσματα διάβρωσης και διαφθοράς στο χώρο της Δικαιοσύνης. Οι πολίτες, εμποτίζονται συνεχώς με την πεποίθηση ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, με αποτέλεσμα να αναζητούν συχνά όχι τον πλέον καταρτισμένο και ειδικό συνήγορο για την υπόθεση τους, αλλά τον πλέον «διαπλεκόμενο» με τη δικαστική και πολιτική εξουσία, καθώς εμφορούνται από την εδραία πεποίθηση ότι χωρεί παρέμβαση στο έργο των Δικαστών. Σε αυτό το περιβάλλον, κάποιοι δικηγόροι (πολύ λίγοι είναι η αλήθεια) δεν αντιστέκονται σε αυτόν τον πειρασμό, και είτε υπόσχονται (άμεσα ή έμμεσα) «σχέσεις με δικαστές» που μπορούν να επηρεάσουν την υπόθεση τους είτε και πράγματι προσπαθούν να καλλιεργούν τέτοιες σχέσεις.

Παράλληλα, κάποιοι δικαστές (και πάλι πολύ λίγοι), οι οποίοι επιθυμούν την άνοδο τους στην επετηρίδα, γνωρίζοντας ότι αυτό εξαρτάται και από την εκτελεστική εξουσία, είτε επιδιώκουν είτε αποδέχονται τη δημιουργία σχέσεων με πολιτικά πρόσωπα. Τέλος, τα τελευταία, ομοίως επιδιώκουν την άσκηση επιρροής σε «δικαστικούς κύκλους», προς εξυπηρέτηση μικρών ή μεγάλων συμφερόντων.

Εν κατακλείδι, υφίσταται πρόβλημα στον χώρο της Δικαιοσύνης και όσοι συμμετέχουμε θεσμικά σε αυτόν οφείλουμε να το ομολογούμε και να το στηλιτεύουμε. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, υπάρχουν λύσεις, αλλά δεν υπήρξε (και) τη φορά αυτή η πολιτική βούληση, χάνοντας έτσι τη μεγάλη ευκαιρία της συνταγματικής αναθεώρησης. Έστω και έτσι όμως, είναι αναγκαία σήμερα παρά ποτέ μιας μεγάλης έκτασης αναμόρφωση του θεσμού της Δικαιοσύνης, με πρωτοβουλία όλων των θεσμικών της φορέων, ώστε να ανοικοδομήσουμε έναν από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της Δημοκρατίας μας!