15 Αυγούστου 1994 - 15 Αυγούστου 2019: 25 χρόνια από τη Δίκη των πέντε στελεχών την Ομόνοιας

ΑΡΘΡΑ | ΑΠΟΨΕΙΣ

15 Αυγούστου 1994 – 15 Αυγούστου 2019: 25 χρόνια από τη Δίκη των πέντε στελεχών την Ομόνοιας

Μυρένα Σερβιτζόγλου - 1 μήνα πριν Last updated -1 μήνα πριν
15 Αυγούστου 1994 – 15 Αυγούστου 2019: 25 χρόνια από τη Δίκη των πέντε στελεχών την Ομόνοιας

Οι κατηγορίες εις βάρος των συλληφθέντων υπήρξαν εξ αρχής αίολες και προκατασκευασμένες, οι συνθήκες κράτησης ήσαν απάνθρωπες, τα βασανιστήρια συστηματικά, και όλα αυτά χωρίς οι κατηγορούμενοι να έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης από δικηγόρους

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη δίκη-παρωδία που είχε ξεκινήσει στα Τίρανα ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου του 1994 επί καθεστώς Μπερίσα, με κατηγορούμενους πέντε ηγετικά στελέχη της Ομόνοιας, της οργάνωσης που εκπροσωπεί και υπερασπίζεται μέχρι και σήμερα την προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας (ΕΕΜ) στην Αλβανία για την εκπαίδευση, τη γλώσσα, την περιουσία.

Ύστερα από τέσσερις μήνες έντονων ανακρίσεων, πιέσεων και εκβιασμών ανακοινώθηκε η ημερομηνία της δίκης: ανήμερα της γιορτής της Παναγίας και του εορτασμού των Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος.

Με τον όρο «Η δίκη των πέντε» έμειναν στην ιστορία τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τον Απρίλιο του 1994 με τη σύλληψη των πέντε Ελλήνων μειονοτικών, τη δίκη, μέχρι και την τελική απελευθέρωσή τους τον Φεβρουάριο του 1995 μετά από παρέμβαση του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον. Τα γεγονότα προκάλεσαν την κινητοποίηση και τη συμπαράσταση του ελληνισμού απ’ όλα τα μέρη της γης. Τα πέντε στελέχη ήσαν ο Θεόδωρος Μπεζιάνης, πρόεδρος Ομόνοιας Αργυροκάστρου, ο Βαγγέλης Παπαχρήστου, γενικός γραμματέας Ομόνοιας, ο Ηλίας Σύρμος, πρόεδρος Ομόνοιας Δερβιτσάνης, ο Κυριάκος Κυριακού μέλος προεδρείου Ομόνοιας Αργυροκάστρου, και ο Παναγιώτης Μάρτος, πρόεδρος Ομόνοιας Δελβίνου.

Οι κατηγορίες εις βάρος των συλληφθέντων υπήρξαν εξ αρχής αίολες και προκατασκευασμένες, οι συνθήκες κράτησης ήσαν απάνθρωπες, τα βασανιστήρια συστηματικά, και όλα αυτά χωρίς οι κατηγορούμενοι να έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης από δικηγόρους.

Την ημέρα της δίκης είχαν συγκεντρωθεί τηλεοπτικά συνεργεία και φωτογράφοι από την Ελλάδα προκειμένου να καλύψουν το γεγονός, καθώς και Έλληνες βουλευτές και δικηγόροι προς συμπαράσταση των κατηγορουμένων και για να παρακολουθήσουν τη διαδικασία. Η κυβέρνηση των Τιράνων διέλυσε με τη βία τη συγκέντρωση των ενδιαφερομένων, κατέσχεσε κάμερες και μηχανές, ενώ ο δικηγόρος Θεόδωρος Ασπασίδης χρειάστηκε να μεταφερθεί αιμόφυρτος με ειδική πτήση στη Θεσσαλονίκη.

Οι κατηγορούμενοι, οι οποίοι παρά τις κακουχίες και την κακοποίηση, στο δικαστήριο δήλωσαν «Είμαστε Έλληνες», καταδικάστηκαν σε 6 με 8 έτη φυλάκισης για κατασκοπεία και προδοσία. Καθοριστικός παράγοντας στάθηκε η αποφασιστική παρέμβαση των ΗΠΑ, καθώς εις εξ αυτών, ο Θεόδωρος Μπεζιάνης ήταν κάτοχος και αμερικανικού διαβατηρίου. Στις 8 Φεβρουαρίου 1995, στις 10 το βράδυ, ο Κλίντον με τελεσίγραφο απαίτησε από τον Μπερίσα την άμεση απελευθέρωση των κρατουμένων.

Ο Βαγγέλης Παπαχρήστος, καθηγητής και συγγραφέας, για εκείνη την ημέρα γράφει:

«Δεκατέσσερις Αυγούστου 1994. Μέρα Κυριακή. Την άλλη μέρα θ’ άρχιζε η δίκη. Η μεγάλη δίκη, που όπως πληροφορηθήκαμε θα ήταν ανοιχτή, δημοκρατική, ελεύθερη, με όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Την άλλη μέρα. Τη Μεγάλη Μέρα. Την ήμερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, της Παναγίας, της Μητέρας του Χριστού.

Τι σύμπτωση. Ήταν άραγε τυχαία η σύμπτωση αυτή; Όχι. Όλα σχεδιασμένα ήταν. Όλα προγραμματισμένα ήταν. Με το «νι» και με το «σίγμα».

Άρχισε να σουρουπώνει. Από τη διπλανή πολυκατοικία ακούγονταν οι φωνές των παιδιών, που έπαιζαν ξέγνοιαστα και των μανάδων, που τα καλούσαν ν’ αφήσουν τα παιχνίδια. Κάποιο πουλί κελαηδούσε παράξενα. Φαίνεται καλούσε το ταίρι του ή την οικογένειά του. Στη γλώσσα του.

Έξω είχε κίνηση, ζωή, λευτεριά. Είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου. Σηκώθηκα κι άνοιξα τα πράγματά μου. Βρήκα μια λαμπάδα. Μια λαμπάδα που είχε απομείνει από τη Μεγάλη Πασχαλιά. Την έκοψα σε πέντε κομμάτια και χτύπησα την πόρτα.

-Σε παρακαλώ, δώσε από ένα κομμάτι λαμπάδα στους φίλους μου, είπα στο δεσμοφύλακα. Αύριο ξημερώνει μια μεγάλη θρησκευτική γιορτή.

Έβαλα το αναμμένο κομμάτι της λαμπάδας, από τον αναπτήρα του δεσμοφύλακα, στο ανατολικό μέρος του κελιού, γονάτισα κι άρχισα την προσευχή:

«Παναγιά μου, Μεχαλόχαρη. Εσύ που γέννησες τον Προστάτη και Σωτήρα μας. Εσύ που έκαμες τόσα θαύματα, κάνε κι αυτή τη φορά το θαύμα σου. Βοήθησέ μας. Δεν έχουμε καμιά σχέση μ’ αυτές τις κατηγορίες. Για δημοκρατία και τα δικαιώματά μας αγωνιστήκαμε».

Και η Παναγία, που κάθονταν σίγουρα πάνω από τα κεράκια μας, μάς άκουγε με υπομονή. Με συμπόνια. Άκουγε την προσευχή μας. Τον πόνο και την αγάπη μας. Ήμασταν σίγουροι πως θα ‘κανε το θαύμα της.

Την άλλη μέρα, τη Μέρα της Λαμπρής, ο εισαγγελέας αναγκάστηκε να τραβήξει το πρώτο μέρος της κατηγορίας.

Μιας κατηγορίας αβάσιμης, μα που ήταν θανατηφόρα.

Η ΠΑΝΑΓΙΑ έκανε το θαύμα της»…