Στον κόσμο του ποδοσφαίρου υπάρχουν παίκτες-θρύλοι που, παρά τις σπουδαίες τους επιδόσεις, δεν έτυχαν της αναγνώρισης που ίσως άξιζαν.
Αυτοί οι «υποτιμημένοι» ποδοσφαιριστές πρόσφεραν πολλά στις ομάδες τους και στο άθλημα γενικότερα, όμως συχνά επισκιάστηκαν από πιο λαμπερά ονόματα ή δεν τιμήθηκαν με ατομικές διακρίσεις ανάλογες της αξίας τους.
Φυσικά, η έννοια του «υποτιμημένου» είναι υποκειμενική, και σίγουρα υπάρχουν πολλοί άλλοι άξιοι παίκτες που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε μια τέτοια λίστα, αλλά δεν χωρούν σε μόλις δέκα θέσεις.
Παρακάτω παρουσιάζουμε δέκα χαρακτηριστικές περιπτώσεις γνωστών ποδοσφαιριστών όλων των εποχών που θεωρούνται υποτιμημένοι.
Δέκα από τους πιο υποτιμημένους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών
Μίκαελ Λάουντρουπ – Ο χαρισματικός Δανός μεσοεπιθετικός που διέπρεψε σε Μπαρτσελόνα και Ρεάλ Μαδρίτης θεωρείται ευρέως ως ένας από τους καλύτερους παίκτες που δεν έλαβαν ποτέ την αναγνώριση που τους άξιζε.
Ο ίδιος δεν κατέκτησε ποτέ τη Χρυσή Μπάλα, παρά το γεγονός ότι τη δεκαετία του ’90 πολλοί τον κατέτασσαν ανάμεσα στους κορυφαίους του κόσμου. Σύμφωνα με το αγγλικό μέσο GiveMeSport, ο Λάουντρουπ «δεν έχει λάβει την αναγνώριση που αξίζει η ποδοσφαιρική του ιδιοφυΐα».
Παίκτες και προπονητές θρύλοι έχουν εκθειάσει το ταλέντο του – ενδεικτικά, ο Πεπ Γκουαρδιόλα έχει δηλώσει ότι «η Χρυσή Μπάλα δεν αξίζει τίποτα αφού δεν την κέρδισε ποτέ ο Λάουντρουπ», υπογραμμίζοντας έτσι πόσο υποτιμημένος υπήρξε στα βραβεία ο Δανός μαέστρος.
Τόμας Μίλερ – Ο Γερμανός επιθετικός μέσος της Μπάγερν Μονάχου είναι από τους πιο επιτυχημένους παίκτες της γενιάς του, με 12 πρωταθλήματα Bundesliga, δύο Champions League και Παγκόσμιο Κύπελλο στο ενεργητικό του.
Παρ’ όλ’ αυτά, ο Μίλερ σπανίως αναγνωρίζεται με ατομικές διακρίσεις – χαρακτηριστικά, δεν έχει ποτέ βρεθεί πάνω από την 5η θέση στην ψηφοφορία για τη Χρυσή Μπάλα ή τα βραβεία της FIFA. Δεν έχει αναδειχθεί ούτε καν ποδοσφαιριστής της χρονιάς στη Γερμανία, παρότι το αγωνιστικό του βιογραφικό «κοντράρει» τους πάντες.
Αυτή η έλλειψη προσωπικών βραβείων, σε συνδυασμό με το «αθόρυβο» στυλ παιχνιδιού του, τον κατατάσσει στους πλέον υποτιμημένους κορυφαίους παίκτες: όπως έχει γραφτεί, είναι ίσως «ο πιο υποτιμημένος παίκτης παγκοσμίως» στην εποχή μας.
Αντόνιο Ντι Νατάλε – Ο Ιταλός επιθετικός αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση σύγχρονου θρύλου που δεν πήρε ποτέ μεταγραφή σε μεγαθήριο, επιλέγοντας αντίθετα να γίνει σύμβολο της Ουντινέζε. Ως αποτέλεσμα, δεν απέκτησε τη φήμη που αναλογεί στους αριθμούς του. Από το 2009 έως το 2013, μόνο οι Λιονέλ Μέσι και Κριστιάνο Ρονάλντο σημείωσαν περισσότερα γκολ πρωταθλήματος από τον Ντι Νατάλε – ο οποίος πέτυχε πάνω από 100 τέρματα εκείνη την τετραετία, αφήνοντας πίσω του καταξιωμένους σκόρερ όπως ο Ιμπραΐμοβιτς και ο Φαν Πέρσι.
Πρόκειται για εκπληκτική επίδοση αν λάβουμε υπόψη ότι επιτεύχθηκε με την Ουντινέζε, έναν «επαρχιακό» σύλλογο με σαφώς λιγότερες ευκαιρίες στο σκοράρισμα συγκριτικά με τα μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ.
Η ικανότητά του στο σκοράρισμα σε προχωρημένη ποδοσφαιρική ηλικία και η αφοσίωσή του σε μια μικρομεσαία ομάδα τον κατατάσσουν στους πιο υποτιμημένους φορ όλων των εποχών, καθώς ποτέ δεν έλαβε την προβολή που θα είχε αν αγωνιζόταν σε κάποιον κολοσσό.
Σέρχιο Μπουσκέτς – Ο Ισπανός αμυντικός μέσος της Μπαρτσελόνα υπήρξε ο «αφανής ήρωας» πίσω από την πανίσχυρη μηχανή των Μπαρτσελόνα και της εθνικής Ισπανίας που κατέκτησε τα πάντα την προηγούμενη δεκαετία.
Μέχρι τα 25 του είχε ήδη στο παλμαρέ του τρεις διεθνείς τίτλους (Μουντιάλ 2010, Euro 2012) και 14 τρόπαια με την Μπαρτσελόνα, όμως η συνεισφορά του συχνά περνούσε απαρατήρητη δίπλα στους πιο προβεβλημένους συμπαίκτες του (Τσάβι, Ινιέστα, Μέσι).
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ESPN, ο Μπουσκέτς παραμένει «ένας από τους πιο υποτιμημένους ποδοσφαιριστές στον κόσμο». Η διορατικότητα και η σταθερότητά του στο παιχνίδι – στοιχεία λιγότερο φανταχτερά από τα γκολ ή τις ντρίμπλες – τον έκαναν θεμελιώδη για τις ομάδες του, αλλά το ευρύ κοινό άργησε να του αποδώσει τα εύσημα που του αξίζουν.
Φρανκ Ριμπερί – Ο Γάλλος ακραίος επιθετικός έγραψε ιστορία με την Μπάγερν Μονάχου, αποτελώντας μαζί με τον Άριεν Ρόμπεν το φόβητρο των αντίπαλων αμυνών για μια δεκαετία. Κατέκτησε συνολικά 24 τρόπαια στην καριέρα του, μεταξύ των οποίων το τρεμπλ (πρωτάθλημα, κύπελλο, Champions League) του 2013 με την Μπάγερν.
Εκείνη τη χρονιά έφτασε ως την τελική τριάδα της Χρυσής Μπάλας, όμως έχασε το βραβείο από τον Κριστιάνο Ρονάλντο, γεγονός που ο ίδιος ο Ριμπερί χαρακτήρισε «κλοπή» σε μεταγενέστερες δηλώσεις του.
Συνολικά, ο Ριμπερί συχνά επισκιαζόταν από τους μεγάλους σταρ της εποχής (τον Ρονάλντο και τον Μέσι), με αποτέλεσμα πολλοί αναλυτές να τον θεωρούν υποτιμημένο. Παρά τους 167 γκολ και 249 ασίστ σε 713 αγώνες καριέρας, δεν έλαβε ποτέ την υστεροφημία ενός παίκτη του δικού του βεληνεκούς εκτός Γερμανίας – κάτι που τον κατατάσσει δίκαια σε αυτή τη δεκάδα.
Γκεόργκε Χάτζι – Ο σπουδαιότερος ποδοσφαιριστής που ανέδειξε η Ρουμανία, γνωστός και ως «Μαραντόνα των Καρπαθίων», συχνά αναφέρεται ως ένας από τους πιο υποτιμημένους μαγικούς μεσοεπιθετικούς της δεκαετίας του ’90.
Ο Χάτζι διέθετε εκπληκτική τεχνική, φαντασία και ηγετική παρουσία, οδηγώντας τη Ρουμανία σε ιστορικές πορείες (όπως η παρουσία στα προημιτελικά του Μουντιάλ 1994). Παρότι αγωνίστηκε τόσο στη Ρεάλ Μαδρίτης όσο και στην Μπαρτσελόνα, ποτέ δεν απέκτησε την παγκόσμια ακτινοβολία που θα είχε αν προερχόταν από μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί τον περιγράφουν ως «τον πιο υποτιμημένο επιτελικό μέσο της γενιάς του».
Οι επιδόσεις του με τη φανέλα της Γαλατασαράι στο τέλος της καριέρας του τον ανέδειξαν σε θρύλο και εκτός συνόρων, όμως σε παγκόσμιο επίπεδο το όνομά του δεν μνημονεύεται όσο άλλων «δεκαριών» της εποχής – κάτι που οι γνώστες του αθλήματος θεωρούν αδικία για το μέγεθος του ταλέντου του.
Μάικλ Κάρικ – Σε μια Αγγλία γεμάτη από διάσημους μέσους (Τζέραρντ, Λάμπαρντ, Σκόουλς), ο Κάρικ υπήρξε ο «αθόρυβος» αρχοντικός χαφ της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ που συχνά περνούσε κάτω από τα ραντάρ της δημοσιότητας. Ήταν ο παίκτης που κρατούσε τις ισορροπίες στη μεσαία γραμμή, ένας βαθύς δημιουργικός μέσος με έμφαση στην πάσα και τη θέση, παρά στο θέαμα.
Ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον τον είχε χαρακτηρίσει «κρυφό ήρωα» της Γιουνάιτεντ, ενώ πράγματι η ομάδα κέρδιζε πολύ συχνά όταν ο Κάρικ βρισκόταν στον αγωνιστικό χώρο. Όπως σημειώνει και το ποδοσφαιρικό περιοδικό These Football Times, ο Κάρικ ήταν «πάντα ο υποτιμημένος αμυντικός χαφ» της γενιάς του.
Δεν είχε την εκρηκτικότητα ή τα εντυπωσιακά στατιστικά των συναδέλφων του, όμως η συνεισφορά του στις συνεχόμενες επιτυχίες της Γιουνάιτεντ (5 πρωταθλήματα Αγγλίας, 1 Champions League) αναγνωρίζεται σήμερα ως θεμελιώδης, έστω και εκ των υστέρων.
Ντάνι Καρβαχάλ – Ο Ισπανός δεξιός μπακ της Ρεάλ Μαδρίτης έχει υπάρξει επί μια δεκαετία βασικό γρανάζι μιας από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών. Ως βασικός δεξιός οπισθοφύλακας, κατέκτησε 5 τρόπαια Champions League και πλήθος άλλων τίτλων με τη Ρεάλ, όμως σπάνια είδε το όνομά του σε λίστες βραβείων ή στο προσκήνιο της δημοσιότητας.
Με σταθερότητα, πάθος και συνέπεια, ο Καρβαχάλ «έδεσε» την αμυντική γραμμή και παράλληλα υπήρξε δημιουργικός στο επιθετικό παιχνίδι της ομάδας. Παρότι οι επιτυχίες του είναι αναμφισβήτητες, χαρακτηρίζεται συχνά ως «ένας υποτιμημένος, σπάνια στο επίκεντρο αλλά σταθερά παγκόσμιας κλάσης παίκτης», ο πραγματικός «κινητήρας» της δεξιάς πλευράς της Ρεάλ.
Η έλλειψη προβολής (σε σχέση με πιο φαντεζί συμπαίκτες του) δεν μειώνει την αξία του, αλλά εξηγεί γιατί το όνομά του δεν ακούγεται όσο θα άρμοζε σε έναν από τους πιο επιτυχημένους μπακ της εποχής.
Ρόμπερτ Προσινέτσκι – Ο χαρισματικός Κροάτης μέσος (που αγωνίστηκε και ως διεθνής της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας) υπήρξε ένα «παιδί-θαύμα» των 80s, κατακτώντας μάλιστα το Παγκόσμιο Κύπελλο U-20 το 1987 ως ηγέτης της φοβερής ομάδας της Γιουγκοσλαβίας. Λίγα χρόνια μετά, το 1991, ήταν από τους πρωταγωνιστές της εκπληκτικής πορείας του Ερυθρού Αστέρα που στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης – ο Προσινέτσκι ήταν ο εγκέφαλος εκείνης της ομάδας.
Η τεχνική του κατάρτιση και οι εμπνεύσεις του (κυρίως στις στατικές φάσεις) τον έκαναν περιζήτητο και μεταγράφηκε τόσο στη Ρεάλ Μαδρίτης όσο και αργότερα στην Μπαρτσελόνα. Παρ’ όλα αυτά, τραυματισμοί και αστάθεια δεν του επέτρεψαν να αφήσει μεγάλο στίγμα στα κορυφαία πρωταθλήματα, με αποτέλεσμα το όνομά του να μην μνημονεύεται όσο άλλων αστέρων της εποχής του.
Το GiveMeSport πάντως εξήρε την καριέρα του, γράφοντας: «Ήταν μάγος με την μπάλα και κύριος στα στημένα, πάντα στο στόχαστρο των μεγαλύτερων συλλόγων του κόσμου». Η περίπτωσή του υπογραμμίζει πώς ακόμα και παίκτες με τεράστια φυσικά ταλέντα μπορεί να μείνουν στην ιστορία ως υποτιμημένοι, αν οι συγκυρίες δεν ευνοήσουν μια συνεπή παρουσία στο υψηλότερο επίπεδο.
Ρούντι Φέλερ – Ο θρυλικός Γερμανός σέντερ φορ των δεκαετιών ’80-’90 κατέκτησε το Μουντιάλ του 1990 με τη Δυτική Γερμανία και αγωνίστηκε σε έναν ακόμα τελικό το 1986, ενώ σε συλλογικό επίπεδο αγαπήθηκε όπου κι αν έπαιξε (1860 Μόναχο, Βέρντερ Βρέμης, Ρόμα, Μαρσέιγ, Λεβερκούζεν). Συνολικά πέτυχε 47 γκολ σε 90 διεθνείς συμμετοχές, επίδοση που τον τοποθέτησε μεταξύ των κορυφαίων σκόρερ της χώρας του.
Κι όμως, εκτός Γερμανίας ο Φέλερ ποτέ δεν απέκτησε την αίγλη ορισμένων συμπαικτών ή αντιπάλων του. Συχνά το όνομά του ανακαλείται περισσότερο για την χαρακτηριστική του κόμη παρά για την ποδοσφαιρική του αξία – γεγονός που οφείλεται εν μέρει και σε στερεότυπα της εποχής.
Όπως επισήμανε ο Guardian, αν παίκτες όπως ο Φέλερ «ήταν Βραζιλιάνοι και εμφανισιακά πιο εντυπωσιακοί, θα τους θυμόμασταν ως φανταχτερούς ποδοσφαιριστές», όμως αντιθέτως οι ξένοι δεν τους έδωσαν την εκτίμηση που άξιζαν. Παρά τη σπουδαία καριέρα του, ο Φέλερ παραμένει κάπως υποτιμημένος εκτός γερμανικού κοινού – μια αδικία αν σκεφτεί κανείς πόσο καθοριστικός υπήρξε για τις ομάδες του.