Τα αποθέματα νερού στην Αττική αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα περιβαλλοντικά ζητήματα των τελευταίων ετών, με τη συζήτηση γύρω από τη λειψυδρία να επανέρχεται δυναμικά στην επικαιρότητα.
Η παρατεταμένη περίοδος ανομβρίας, οι υψηλές θερμοκρασίες και η αυξημένη κατανάλωση νερού, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, έχουν οδηγήσει σε αισθητή μείωση της στάθμης στους βασικούς ταμιευτήρες που υδροδοτούν το λεκανοπέδιο της Αττικής, όπως ο Μόρνος και ο Εύηνος.
Τα στοιχεία τα τελευταία χρόνια καταγράφουν μια σταθερά πτωτική πορεία των αποθεμάτων νερού, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για την επάρκεια του νερού στο μέλλον.
Την ίδια στιγμή, η κλιματική κρίση μεταβάλλει τα πρότυπα των βροχοπτώσεων, καθιστώντας τα ακραία καιρικά φαινόμενα συχνότερα αλλά όχι απαραίτητα πιο αποτελεσματικά ως προς τον εμπλουτισμό των υδατικών αποθεμάτων.
Έτσι, ενώ οι έντονες βροχές μπορούν πρόσκαιρα να βελτιώσουν την εικόνα, δεν είναι δεδομένο ότι αρκούν για να ανατρέψουν μια μακροχρόνια τάση μείωσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι βροχοπτώσεις του Ιανουαρίου δημιούργησαν συγκρατημένη αισιοδοξία ότι ενδέχεται να προσφέρουν μια ανάσα στο υδροδοτικό σύστημα της Αττικής. Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: βοήθησαν τελικά οι βροχές στην αύξηση των αποθεμάτων νερού στην Αττική ή η επίδρασή τους ήταν περιορισμένη;
Αποθέματα νερού: Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Αττική
Πράγματι, ο Ιανουάριος του 2026 χαρακτηρίστηκε ως ελπιδοφόρα βροχερός, σύμφωνα με τους μετεωρολόγους, προσφέροντας σημαντική ενίσχυση στα υδατικά αποθέματα της χώρας. Οι βροχοπτώσεις που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του μήνα κινήθηκαν σε ικανοποιητικά επίπεδα για την εποχή, δημιουργώντας θετικές προοπτικές για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Όπως είναι γνωστό, η Αττική υδροδοτείται από τέσσερις βασικούς ταμιευτήρες: τον Μαραθώνα, την Υλίκη, τον Μόρνο και τον Εύηνο. Οι αυξημένες εισροές νερού στους ταμιευτήρες αυτούς κατά τον Ιανουάριο συνέβαλαν στη βελτίωση των αποθεμάτων, ενισχύοντας την υδροδοτική ασφάλεια της πρωτεύουσας.
Οι ειδικοί τονίζουν, ωστόσο, ότι τα θετικά αυτά δεδομένα δεν αναιρούν την ανάγκη για υπεύθυνη και ορθολογική χρήση του νερού, αφού ο κίνδυνος της λειψυδρίας παραμένει μεγάλος.
Και για του λόγου το αληθές, αρκεί να ανατρέξει κανείς στα συνολικά αποθέματα νερού που δημοσιεύει καθημερινά η ΕΥΔΑΠ στην επίσημη ιστοσελίδα της.
Το διάστημα 16–23 Ιανουαρίου 2026 -όταν η κακοκαιρία που προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στο λεκανοπέδιο είχε ήδη εκδηλωθεί– τα συνολικά αποθέματα νερού της Αττικής ανέρχονταν σε περίπου 490 εκατομμύρια κυβικά μέτρα. Την αντίστοιχη περίοδο έναν χρόνο νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 2025, τα αποθέματα έφταναν τα 659 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Η διαφορά αντιστοιχεί σε απώλεια περίπου 169 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού μέσα σε έναν χρόνο, σύμφωνα με τους παρακάτω πίνακες της ΕΥΔΑΠ.
Πίνακες: Αποθέματα νερού στην Αττική την περίοδο 16-23 Ιανουαρίου ανά ταμιευτήρα
Συμπερασματικά, οι βροχοπτώσεις του Ιανουαρίου λειτούργησαν ως μια πολύτιμη αλλά προσωρινή ανάσα για τα αποθέματα νερού της Αττικής, χωρίς όμως να αποτελούν οριστική λύση στο πρόβλημα της λειψυδρίας. Παρότι οι ταμιευτήρες κατέγραψαν αυξημένες εισροές και μια σχετική βελτίωση της κατάστασης, η συνολική εικόνα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα.
Η κλιματική κρίση, σε συνδυασμό με τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση νερού, καθιστά σαφές ότι η διαχείριση των υδατικών πόρων δεν μπορεί να βασίζεται σε μεμονωμένα καιρικά φαινόμενα. Αντίθετα, απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, επενδύσεις σε υποδομές, προστασία των υδατικών αποθεμάτων και, κυρίως, αλλαγή νοοτροπίας από όλους.
Η υπεύθυνη χρήση του νερού δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη βιώσιμη υδροδότηση της Αττικής στο μέλλον.