Βολιβία: Η «πυρετώδης» αγορά άνθρακα απειλεί τα δικαιώματα των ιθαγενών στον Αμαζόνιο

Στον Αμαζόνιο της Βολιβίας, το δάσος αποκτά πλέον μια νέα οικονομική αξία, δεν είναι μόνο πηγή τροφής, φαρμάκων και εισοδήματος, αλλά και «αποθήκη» άνθρακα που μπορεί να μετατραπεί σε χρηματιστηριακά αξιοποιήσιμα δικαιώματα.

Η ταχεία ανάπτυξη της αγοράς carbon credits στη χώρα ωστόσο, προκαλεί έντονες αντιδράσεις από αυτόχθονες κοινότητες, οι οποίες φοβούνται ότι μια πολιτική που παρουσιάζεται ως λύση για την κλιματική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε νέα μορφή εκμετάλλευσης της γης και των φυσικών πόρων.

amazon

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία στη βόρεια περιοχή Pando, όπου ζουν κοινότητες των Tacana, Ese Ejja και Cavineña. Για τους κατοίκους, το τροπικό δάσος δεν αποτελεί απλώς έναν μηχανισμό απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα. Είναι η βάση της καθημερινής τους ζωής, της διατροφής, της παραδοσιακής οικονομίας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας.

Η Βολιβία είχε για χρόνια μία από τις πιο επιφυλακτικές στάσεις στη Λατινική Αμερική απέναντι στις αγορές άνθρακα. Η νομοθεσία για τα «δικαιώματα της Μητέρας Γης» είχε ουσιαστικά περιορίσει την εμπορευματοποίηση της φύσης.

Η κατάσταση άλλαξε δραστικά μετά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου το 2024, η οποία άνοιξε τον δρόμο για μηχανισμούς που συνδέονται με τις αγορές άνθρακα.

Έκτοτε, εταιρείες και ιδρύματα άρχισαν να προσεγγίζουν κοινότητες του Αμαζονίου, προτείνοντας προγράμματα προστασίας των δασών και δημιουργίας carbon credits.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με εκπροσώπους των αυτόχθονων πληθυσμών, είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι κοινότητες δεν είχαν κατανοήσει πλήρως τι υπέγραφαν ή ποιες θα ήταν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση συμφωνίας που υπεγράφη το 2024 με το Federico Hecker Foundation. Η συμφωνία αφορούσε περίπου 440.000 εκτάρια αυτόχθονης γης στην περιοχή Multi-ethnic Indigenous Territory II και έδινε στο ίδρυμα σημαντικό ρόλο στον έλεγχο, τον έλεγχο πιστοποίησης και την πώληση των carbon credits για περίοδο 30 ετών.

Στην καρδιά της διαμάχης βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα. Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την αξιοποίηση του άνθρακα που αποθηκεύεται στα δάση των αυτόχθονων εδαφών;

Οι κοινότητες υποστηρίζουν ότι η συναίνεσή τους δεν ήταν πάντοτε επαρκώς ενημερωμένη. Ορισμένοι εκπρόσωποι αναφέρουν ότι τους παρουσιάστηκαν οικονομικά ή αναπτυξιακά οφέλη, όπως καλύτερες υποδομές και επισιτιστική βοήθεια. Οφέλη τα οποία, όπως καταγγέλλουν, δεν υλοποιήθηκαν όπως αναμενόταν.

Από την πλευρά του, το Federico Hecker Foundation απορρίπτει τις κατηγορίες περί παραπλάνησης ή δωροδοκίας και υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα προστασίας του δάσους και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η αντιπαράθεση γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητη λόγω της ιστορικής μνήμης της περιοχής. Η οικογένεια Hecker συνδέεται ιστορικά με την οικονομία του καουτσούκ στον βολιβιανό Αμαζόνιο και με το παλαιότερο σύστημα οικονομικής εξάρτησης και καταναγκαστικής εργασίας που είχε επιβαρύνει τους αυτόχθονες πληθυσμούς.

Για ορισμένους κατοίκους λοιπόν, η σημερινή «carbon fever» θυμίζει παλαιότερους κύκλους εκμετάλλευσης.

Η συζήτηση έχει πλέον μεταφερθεί και στο πολιτικό επίπεδο. Ο Aimé Hecker Urresti, πρόεδρος του ιδρύματος και βουλευτής, έχει συμμετάσχει στην προσπάθεια δημιουργίας νέου ρυθμιστικού πλαισίου για την αγορά άνθρακα στη Βολιβία.

Οι επικριτές του θεωρούν ότι δημιουργείται πιθανή σύγκρουση συμφερόντων, καθώς ένα πρόσωπο που συνδέεται με οργανισμό ο οποίος δραστηριοποιείται στην αγορά carbon credits συμμετέχει παράλληλα στη διαμόρφωση των κανόνων της συγκεκριμένης αγοράς.

Ο ίδιος απορρίπτει την κατηγορία και υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη νομοθεσία έχει ως στόχο τη δημιουργία διαφανών και ενιαίων κανόνων.

Παράλληλα, οι αυτόχθονες οργανώσεις φοβούνται ότι η νέα νομοθεσία μπορεί να περιορίσει τον δικό τους ρόλο στις αποφάσεις για τα εδάφη τους.

amazon forest

Το υφιστάμενο πλαίσιο συγκεντρώνει σημαντικές αρμοδιότητες στην κεντρική κυβέρνηση, ενώ οι επικριτές επισημαίνουν ότι δεν κατοχυρώνει επαρκώς το δικαίωμα των κοινοτήτων να συναινούν ή να απορρίπτουν συμφωνίες που αφορούν τους φυσικούς πόρους των περιοχών τους.

Η αγορά carbon credits παρουσιάζεται διεθνώς ως τρόπος χρηματοδότησης της προστασίας των δασών και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Όμως η περίπτωση της Βολιβίας αναδεικνύει ένα θεμελιώδες πρόβλημα, την προστασία του κλίματος η οποία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα δικαιώματα των ανθρώπων που προστατεύουν τα δάση εδώ και γενιές.

Έρευνες που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια υπογραμμίζουν ότι η νομική κατοχύρωση των αυτόχθονων εδαφών συνδέεται με καλύτερη προστασία των δασών και μεγαλύτερη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Η Βολιβία βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Μπορεί να αξιοποιήσει την παγκόσμια ζήτηση για carbon credits και να προσελκύσει σημαντικές επενδύσεις για την προστασία του Αμαζονίου.

Αν όμως η διαδικασία γίνει χωρίς διαφάνεια, πλήρη ενημέρωση και πραγματική συναίνεση των αυτόχθονων κοινοτήτων, υπάρχει ο κίνδυνος η κλιματική χρηματοδότηση να μετατραπεί σε νέα μορφή αρπαγής γης και εξουσίας.

Στον βολιβιανό Αμαζόνιο, μετά τον «πυρετό» του καουτσούκ, της ξυλείας και του χρυσού, οι κάτοικοι φοβούνται πλέον έναν νέο κύκλο: τον «πυρετό του άνθρακα».

Και το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο αξίζει ο άνθρακας που αποθηκεύεται στο δάσος, αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για αυτόν.

TAGS
READ MORE