Ο Τζος Μπρόλιν είναι από εκείνους τους ηθοποιούς που μοιάζουν να ωριμάζουν όπως το καλό κρασί. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο βαθύτερη γίνεται η παρουσία τους, τόσο πιο ουσιαστικές οι επιλογές τους, τόσο πιο έντονη η επίδρασή τους στο κοινό.
Δεν υπήρξε ποτέ «εύκολος» σταρ· η πορεία του δεν ήταν μια ευθεία γραμμή επιτυχίας, αλλά ένα ταξίδι γεμάτο σκαμπανεβάσματα, αναζητήσεις και επαναπροσδιορισμούς. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς τον αγαπάμε. Γιατί η εξέλιξή του μοιάζει αληθινή, ανθρώπινη, κερδισμένη.
Ξεκινώντας από το cult κλασικό The Goonies το 1985, ο νεαρός Τζος Μπρόλιν έδειξε από νωρίς μια ιδιαίτερη ένταση στην οθόνη, όμως για πολλά χρόνια έμοιαζε να κινείται στο περιθώριο του Hollywood.
Δεν ήταν το «χρυσό παιδί» της βιομηχανίας, ούτε ο τυπικός πρωταγωνιστής. Αντίθετα, πέρασε δεκαετίες χτίζοντας αργά και σταθερά το βάθος του ως ηθοποιός.
Η μεγάλη στροφή ήρθε με το No Country for Old Men των Coen Brothers, όπου ως Llewelyn Moss απέδειξε ότι μπορεί να κρατήσει μια ταινία με τη σιωπή, την ένταση και την εσωτερικότητά του. Από εκεί και πέρα, κάτι άλλαξε: ο Τζος Μπρόλιν δεν ήταν απλώς καλός, ήταν αναγκαίος.
Αυτό που κάνει τον Brolin να γίνεται καλύτερος όσο μεγαλώνει είναι η βαρύτητα που κουβαλά. Στο βλέμμα του υπάρχει εμπειρία, φθορά, ειρωνεία και δύναμη μαζί. Δεν φοβάται να δείξει ρωγμές, να παίξει χαρακτήρες σκληρούς, κουρασμένους, ηθικά αμφίσημους. Στο There Will Be Blood εμφανίζεται για λίγο, αλλά αφήνει έντονο αποτύπωμα.
Στο W. του Oliver Stone μεταμορφώνεται στον George W. Bush με μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στη σάτιρα και την κατανόηση. Και στο True Grit ξανασυναντά τους Coen, φέρνοντας μια τραχιά, γήινη παρουσία που μοιάζει βγαλμένη από παλιά αμερικανική μυθολογία.
Κι έπειτα έρχεται η ποπ μυθολογία. Για μια ολόκληρη γενιά, ο Josh Brolin είναι ο Thanos στο Marvel Cinematic Universe, ένας από τους πιο εμβληματικούς «κακούς» του σύγχρονου σινεμά. Αυτό που κάνει την ερμηνεία του ξεχωριστή δεν είναι μόνο η φωνή ή η φυσική παρουσία, αλλά η παράξενη ανθρώπινη διάσταση που δίνει στον χαρακτήρα. Ο Thanos δεν είναι απλώς ένας τιτάνας καταστροφής· είναι τραγικός, πεισμένος για τη δική του λογική, σχεδόν φιλοσοφικός.
Ο Brolin κατάφερε να δώσει ψυχή σε έναν ψηφιακό χαρακτήρα — και αυτό δεν είναι μικρό κατόρθωμα. Ταυτόχρονα, στο Sicario του Denis Villeneuve, ως Matt Graver, παρουσιάζει έναν εντελώς διαφορετικό τύπο ισχύος: χαλαρός, ειρωνικός, επικίνδυνος χωρίς να υψώνει τη φωνή.
Είναι ο άνθρωπος που χαμογελά ενώ παίρνει σκοτεινές αποφάσεις. Και στο Dune ως Gurney Halleck, αποπνέει τιμή, πίστη και μια πατρική σκληρότητα, δείχνοντας ξανά πως η ωριμότητα του δίνει νέα επίπεδα έκφρασης.
Αγαπάμε τον Τζος Μπρόλιν γιατί δεν προσπαθεί να είναι συμπαθής — και όμως είναι. Δεν κυνηγά τη λάμψη, αλλά την αλήθεια. Υπάρχει μια αυθεντικότητα στην παρουσία του, μια αίσθηση ότι βλέπουμε έναν άνθρωπο που έχει ζήσει, έχει πέσει και έχει σηκωθεί. Δεν φοβάται να γεράσει στην οθόνη, δεν κρύβει τις γραμμές του χρόνου, αλλά τις χρησιμοποιεί σαν εργαλεία.
Κάθε ρόλος του μοιάζει πιο βαρύς, πιο ουσιαστικός από τον προηγούμενο.
Επιπλέον, έχει κάτι σπάνιο: Μπορεί να είναι ταυτόχρονα «παλιός» και σύγχρονος. Κουβαλά τη στόφα των κλασικών αμερικανών ηθοποιών -των αντρών που λένε πολλά με λίγα- αλλά λειτουργεί άψογα και μέσα στο μοντέρνο blockbuster σύμπαν. Από το ανεξάρτητο σινεμά μέχρι τα μεγαλύτερα franchise του κόσμου, παραμένει ο ίδιος: γειωμένος, ειλικρινής, δυνατός χωρίς επιτήδευση.
Ίσως τελικά αυτό που μας συγκινεί περισσότερο στον Τζος Μπρόλιν είναι η αίσθηση συνέχειας. Δεν έγινε μεγάλος απότομα· έγινε σιγά, με κόπο, με χρόνο. Και τώρα, σε μια ηλικία που πολλοί ηθοποιοί αρχίζουν να επαναλαμβάνονται, εκείνος μοιάζει πιο ζωντανός από ποτέ.
Κάθε νέα εμφάνιση έχει την υπόσχεση ότι θα δούμε κάτι βαθύτερο, πιο ώριμο, πιο αληθινό.
Ο Τζος Μπρόλιν δεν είναι απλώς ένας καλός ηθοποιός. Είναι η απόδειξη ότι το ταλέντο, όταν συναντά την εμπειρία και την αυτογνωσία, μπορεί να δυναμώνει αντί να φθίνει.
Και όσο μεγαλώνει, τόσο περισσότερο μας θυμίζει γιατί το σινεμά χρειάζεται πρόσωπα σαν το δικό του, πρόσωπα που κουβαλούν ιστορίες, βάρος και ψυχή.