Μάικλ Τζόρνταν. Το απόλυτο σημείο αναφοράς για το άθλημα. Το σύμβολο της νίκης, της ανταγωνιστικότητας και της ακατάβλητης θέλησης.
Για εκατομμύρια φιλάθλους σε όλο τον κόσμο, το όνομά του ταυτίζεται με την τελειότητα. Η καριέρα του στο ΝΒΑ δεν καθόρισε μόνο μια εποχή· δημιούργησε μια ολόκληρη κουλτούρα γύρω από το μπάσκετ και μετέτρεψε το άθλημα σε παγκόσμιο φαινόμενο.
Γεννημένος το 1963 στο Μπρούκλιν, ο Τζόρνταν μεγάλωσε στη Βόρεια Καρολίνα και από νεαρή ηλικία έδειξε πως είχε κάτι ξεχωριστό.
Στο κολέγιο του Νορθ Καρολάινα, υπό τις οδηγίες του προπονητή Ντιν Σμιθ, πέτυχε το νικητήριο σουτ στον τελικό του NCAA το 1982, μια στιγμή που προμήνυε το μεγαλείο που θα ακολουθούσε.
Το 1984 επιλέχθηκε στο ντραφτ του ΝΒΑ και κατέληξε στους Chicago Bulls, την ομάδα με την οποία έμελλε να γράψει ιστορία.
Από την πρώτη του σεζόν στο ΝΒΑ, ο Τζόρνταν εντυπωσίασε. Κατέκτησε τον τίτλο του Ρούκι της Χρονιάς και γρήγορα έγινε ο απόλυτος σταρ της λίγκας.
Το εκρηκτικό του στυλ, τα απίθανα άλματα και η ικανότητά του να σκοράρει με κάθε πιθανό τρόπο τον έκαναν γνωστό ως «Air Jordan».
Δεν ήταν μόνο σκόρερ· ήταν ένας παίκτης που μπορούσε να επηρεάσει κάθε πτυχή του παιχνιδιού… Άμυνα, πάσες, ριμπάουντ, ηγεσία. Η παρουσία του στο παρκέ δημιουργούσε μια αίσθηση αναπόφευκτου: Όταν η μπάλα βρισκόταν στα χέρια του στα κρίσιμα δευτερόλεπτα, όλοι ήξεραν τι θα ακολουθούσε.
Η δεκαετία του ’90 ανήκει δικαιωματικά στον Τζόρνταν. Υπό την καθοδήγηση του προπονητή Φιλ Τζάκσον και με συμπαίκτες όπως ο Σκότι Πίπεν και ο Ντένις Ρόντμαν, οι Μπουλς κυριάρχησαν στο ΝΒΑ.
Κατέκτησαν έξι πρωταθλήματα, πετυχαίνοντας δύο τριπλ-κραουν (three-peat), από το 1991 έως το 1993 και από το 1996 έως το 1998. Σε όλους αυτούς τους τελικούς, ο Τζόρνταν αναδείχθηκε πολυτιμότερος παίκτης, επιβεβαιώνοντας πως στα μεγάλα ραντεβού ήταν πάντα ο απόλυτος πρωταγωνιστής.
Οι μονομαχίες του με σπουδαίους αντιπάλους, όπως οι Ντιτρόιτ Πίστονς της εποχής των «Bad Boys», οι Νιου Γιορκ Νικς και αργότερα οι Γιούτα Τζαζ, έμειναν στην ιστορία.
Το 1998, στον έκτο τελικό απέναντι στους Τζαζ, πέτυχε ένα από τα πιο εμβληματικά σουτ όλων των εποχών, χαρίζοντας στους Μπουλς το έκτο τους πρωτάθλημα.
Εκείνη η στιγμή, με το χαρακτηριστικό του σταμάτημα και το άψογο σουτ μέσης απόστασης, αποτελεί ίσως την πιο συμπυκνωμένη εικόνα της καριέρας του: ψυχραιμία, αποφασιστικότητα, απόλυτος έλεγχος.
Η καριέρα του όμως δεν ήταν μόνο θρίαμβοι. Το 1993, συγκλονισμένος από τη δολοφονία του πατέρα του, ανακοίνωσε την πρώτη του αποχώρηση από το μπάσκετ και δοκίμασε την τύχη του στο μπέιζμπολ.
Η επιστροφή του το 1995, με τη λιτή ανακοίνωση «I’m back», προκάλεσε παγκόσμιο παροξυσμό. Δεν άργησε να επαναφέρει τους Μπουλς στην κορυφή, ολοκληρώνοντας το δεύτερο three-peat και κλείνοντας ιδανικά τον κύκλο του στο Σικάγο το 1998.
Μετά από μια δεύτερη αποχώρηση, ο Τζόρνταν επέστρεψε ξανά στα παρκέ το 2001 με τους Washington Wizards.
Παρότι δεν διεκδίκησε τίτλους, απέδειξε πως το ταλέντο και η ανταγωνιστικότητά του παρέμεναν αναλλοίωτα. Ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, συνέχισε να σημειώνει υψηλές επιδόσεις και να γεμίζει τα γήπεδα, υπενθυμίζοντας σε όλους γιατί θεωρείται ο κορυφαίος.
Σε ατομικό επίπεδο, τα επιτεύγματά του είναι εντυπωσιακά: Πέντε βραβεία πολυτιμότερου παίκτη της κανονικής περιόδου, δέκα τίτλοι πρώτου σκόρερ, εννέα παρουσίες στην καλύτερη αμυντική πεντάδα και αμέτρητες συμμετοχές σε All-Star Game.
Το 1988 αναδείχθηκε και κορυφαίος αμυντικός της χρονιάς, αποδεικνύοντας πως δεν ήταν απλώς ένας χαρισματικός επιθετικός, αλλά ένας ολοκληρωμένος παίκτης που κυριαρχούσε και στις δύο πλευρές του γηπέδου.
Πέρα από τα στατιστικά, ο Τζόρνταν άλλαξε το ίδιο το ΝΒΑ. Μετέτρεψε τη λίγκα σε παγκόσμιο προϊόν, άνοιξε αγορές, ενέπνευσε γενιές αθλητών.
Η παρουσία του στην «Dream Team» των Ηνωμένων Πολιτειών στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992 συνέβαλε στην εκτόξευση της δημοτικότητας του αθλήματος διεθνώς.
Η εικόνα του, το χαμόγελο, η αποφασιστικότητα και η αίσθηση ότι ποτέ δεν αποδεχόταν την ήττα, έγιναν πρότυπο.
Ο Μάικλ Τζόρνταν δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος παίκτης. Ήταν ένας αθλητής που ζούσε για τον ανταγωνισμό.
Οι ιστορίες για την έντασή του στις προπονήσεις, για το πώς προκαλούσε τους συμπαίκτες του να ξεπεράσουν τα όριά τους, δείχνουν το μέγεθος της φιλοδοξίας του. Δεν αρκούνταν στο να είναι καλός· ήθελε να είναι ο καλύτερος, κάθε μέρα, σε κάθε αγώνα.
Σήμερα, δεκαετίες μετά την ακμή του, το όνομά του εξακολουθεί να κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση για τον κορυφαίο όλων των εποχών. Άλλοι μπορεί να συγκρίνουν, να παραθέτουν στατιστικά και εποχές, όμως η επιρροή του Τζόρνταν ξεπερνά τους αριθμούς.
Είναι η αίσθηση ότι, όταν το παιχνίδι κρινόταν, εκείνος θα έβρισκε τρόπο να νικήσει. Είναι οι στιγμές που χάρισε, οι αναμνήσεις που δημιούργησε, η κληρονομιά που άφησε.
Ο Μάικλ Τζόρνταν αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα του πώς το ταλέντο, όταν συνδυάζεται με αδιάκοπη δουλειά και ατσάλινη νοοτροπία, μπορεί να αγγίξει την αθανασία.
Για πολλούς ήταν και παραμένει ο καλύτερος μπασκετμπολίστας όλων των εποχών. Και ίσως, τελικά, αυτό που τον ξεχωρίζει περισσότερο δεν είναι οι τίτλοι ή τα βραβεία, αλλά η βεβαιότητα που ενέπνεε… ‘Ό,τι με εκείνον στο παρκέ, τα όρια απλώς δεν υπήρχαν.