Το ζήτημα της συμμετοχής των ένστολων στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων στις αρχαιρεσίες και στα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ και Β’ βαθμού αποτελεί αντικείμενο μιας διαχρονικής και έντονης συζήτησης, στην οποία διασταυρώνονται δύο βασικές και εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις.
Από τη μία πλευρά, η νομική και ορθολογική προσέγγιση προτάσσει την αρχή της ισότητας όλων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων στο Δημόσιο και των ενστόλων, παρά τις υπηρεσιακές ιδιαιτερότητες που τους χαρακτηρίζουν. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η συμμετοχή τους στα διοικητικά όργανα των Δήμων και των Περιφερειών κρίνεται θετική, υπό την προϋπόθεση ότι αφορά στελέχη μέχρι έναν συγκεκριμένο διοικητικό βαθμό.
Η άποψη αυτή στηρίζεται στη θέση ότι η εκλογή ενός αστυνομικού, λιμενικού, πυροσβέστη ή στρατιωτικού στην Τοπική Αυτοδιοίκηση λειτουργεί ενισχυτικά προς τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Ως δημόσιος λειτουργός επιφορτισμένος με το αγαθό της ασφάλειας, οφείλει να δίνει το καλό παράδειγμα, συνδυάζοντας την επαγγελματική του επάρκεια με την κοινωνική προσφορά.
Αντικρούοντας το επιχείρημα ότι η εκλογή εμποδίζει την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων, η πλευρά αυτή επικαλείται την πολυετή εμπειρία από τους υπόλοιπους πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου, για τους οποίους δεν έχει διαπιστωθεί ανάλογο πρόβλημα κατά τη θητεία τους στα αυτοδιοικητικά συμβούλια.
Ειδικότερα για την περίπτωση των αστυνομικών, υπογραμμίζεται ότι η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί στελέχη που βρίσκονται δίπλα στον πολίτη και τον προστατεύουν, μακριά από αναχρονιστικές αντιλήψεις και πάρεργα. Η κατοχή μιας αυτοδιοικητικής θέσης θεωρείται ότι ωθεί τον ένστολο σε ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια για την ασφάλεια της τοπικής κοινωνίας που τον εμπιστεύτηκε, βελτιώνοντας την ποιότητα της υπηρεσιακής του προσφοράς.
Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνονται συγκεκριμένες προτάσεις και επισημάνσεις που τίθενται στον δημόσιο διάλογο:
- Δικαίωμα συμμετοχής έως τον βαθμό των κατώτερων αξιωματικών: Προτείνεται να επιτρέπεται η συμμετοχή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση για όλα τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας και των Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και για τους κατώτερους αξιωματικούς (Αστυνόμος Β’, Υποπλοίαρχος Λ.Σ., Πυραγός, Λοχαγός, Υποπλοίαρχος Π.Ν., Σμηναγός), ανεξάρτητα από τον τρόπο προέλευσής τους. Αντίθετα, ο αποκλεισμός θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς, οι οποίοι ασκούν αυξημένα διοικητικά καθήκοντα και προϊστανται υπηρεσιών μεγάλης εμβέλειας.
- Απόσυρση των δυσμενών μισθολογικών και βαθμολογικών διατάξεων: Εκφράζεται έντονη αντίθεση σε σχεδιαζόμενη διάταξη, η οποία προβλέπει ότι για τους ένστολους που εκλέγονται Περιφερειάρχες, Αντιπεριφερειάρχες, Δήμαρχοι ή Αντιδήμαρχοι, ο χρόνος της θητείας τους δεν θα προσμετράται για τις βαθμολογικές προαγωγές και τα μισθολογικά κλιμάκια, παρά μόνο ως συντάξιμος. Η ρύθμιση αυτή χαρακτηρίζεται άδικη και αναιτιολόγητη, καθώς εισάγει μια εις βάρος τους εξαίρεση που δεν ισχύει για κανέναν άλλο πολιτικό δημόσιο υπάλληλο που κατέχει τα ίδια αξιώματα.
Το χρονικό
Υπενθυμίζεται, ότι την προηγούμενη εβδομάδα, το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Law&Order έφερε στο φως τις επερχόμενες ανατροπές που ετοιμάζει το Υπουργείο Εσωτερικών με τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης.
Λίγη ώρα μετά το αποκλειστικό άρθρο του Lawandorder.gr, η ΠΟΑΣΥ επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά και απέστειλε επιστολή προς τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Θεόδωρο Λιβάνιο και τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχάλη Χρυσοχοιδη.
Η ΠΟΑΣΥ εξέφρασε την έντονη αντίδραση των ενστόλων στις προωθούμενες αλλαγές του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι οποίες ανατρέπουν το θεσμικό πλαίσιο που θεσπίστηκε μόλις το 2022-2023.
Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι καταγγέλλουν την κυβερνητική ασυνέπεια και την έλλειψη διαλόγου, τονίζοντας ότι οι νέες ρυθμίσεις αναιρούν κεκτημένα δικαιώματα και δημιουργούν κλίμα ανασφάλειας σχετικά με τη συμμετοχή των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας στα κοινά.
Παράλληλα, η Ομοσπονδία απαιτεί την άμεση απόσυρση των επίμαχων διατάξεων, ζητώντας να διατηρηθεί το ισχύον καθεστώς που επιτρέπει την ενασχόληση με την αυτοδιοίκηση χωρίς να επηρεάζεται η υπηρεσιακή εξέλιξη των στελεχών. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για θεσμική σταθερότητα και σεβασμό προς τους εργαζόμενους, ξεκαθαρίζοντας ότι τα Σώματα Ασφαλείας δεν πρέπει να μετατρέπονται σε πεδίο πειραματισμών και αποσπασματικών νομοθετικών παρεμβάσεων.

