«Μπλόκο» από την Εφορία σε δαπάνες εταιρείας που έφταναν τα 71.550 ευρώ – Πρόστιμο και φόρος 17.207 ευρώ

Στο μικροσκόπιο της Εφορίας μπήκαν δαπάνες ύψους 71.550 ευρώ που δηλώθηκαν από εταιρεία για υπηρεσίες «ανεύρεσης πελατών», με τον φορολογικό έλεγχο να μην τις αναγνωρίζει ως εκπιπτόμενες.

Η υπόθεση κατέληξε σε πρόσθετο φόρο και πρόστιμο, με τον συνολικό λογαριασμό για την επιχείρηση να ανέρχεται σε 17.207,25 ευρώ.

Η εταιρεία προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), αμφισβητώντας τον καταλογισμό. Ωστόσο, με την απόφαση 3412 της 18ης Αυγούστου 2026, η ΔΕΔ απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε τα αποτελέσματα του φορολογικού ελέγχου.

Έλεγχος μετά από δήλωση για επιστροφή φόρου

Η επιχείρηση, με κύρια δραστηριότητα την παροχή λογιστικών υπηρεσιών για τη σύνταξη οικονομικών καταστάσεων και φορολογικών δηλώσεων, ελέγχθηκε για το φορολογικό έτος 2024.

Αφορμή αποτέλεσε η δήλωση της εταιρείας, από την οποία προέκυπτε επιστροφή φόρου 12.550 ευρώ. Κατά τον έλεγχο, ωστόσο, οι φορολογικές Αρχές εντόπισαν δαπάνες που δεν θεώρησαν επαρκώς τεκμηριωμένες ώστε να αναγνωριστούν προς έκπτωση.

Μεταξύ αυτών ήταν αμοιβές τρίτου συνολικού ύψους 71.550 ευρώ, οι οποίες αφορούσαν υπηρεσίες «εύρεσης πελατών».

Η εταιρεία υποστήριξε ότι οι συναλλαγές ήταν πραγματικές, επικαλούμενη τα σχετικά τιμολόγια, στα οποία αναγραφόταν η αιτιολογία «ΑΝΕΥΡΕΣΗ ΠΕΛΑΤΩΝ», καθώς και έγγραφη σύμβαση, τραπεζικές πληρωμές και την κανονική καταχώριση των δαπανών στα λογιστικά της βιβλία.

Γιατί η ΔΕΔ δεν αναγνώρισε τις δαπάνες

Η ΔΕΔ έκρινε, σύμφωνα με την απόφασή της, ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν ήταν αρκετά για να αποδειχθεί με σαφήνεια η πραγματική φύση και η επιχειρηματική σκοπιμότητα των υπηρεσιών.

Ειδικότερα, η απλή αναγραφή της ένδειξης «ανεύρεση πελατών» στα τιμολόγια κρίθηκε υπερβολικά γενική, καθώς δεν περιέγραφε ποιες ακριβώς υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί ούτε με ποιον τρόπο συνδέονταν με τη δραστηριότητα και τους πελάτες της επιχείρησης.

Παράλληλα, η εταιρεία δεν προσκόμισε αναλυτικά στοιχεία για το πελατολόγιο που φέρεται να προέκυψε από τις συγκεκριμένες υπηρεσίες, ούτε στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος υπολογισμού της αμοιβής που αναγραφόταν στα τιμολόγια.

«Δεν έφτανε» ούτε η σύμβαση

Η φορολογική διαφορά δεν καλύφθηκε ούτε από τη σύμβαση που προσκόμισε η εταιρεία.

Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η σύμβαση είχε υποβληθεί στο Taxisnet τον Νοέμβριο του 2025, δηλαδή μετά τη γνωστοποίηση της εντολής ελέγχου τον Αύγουστο του ίδιου έτους.

Παράλληλα, δεν προέκυπτε με βεβαιότητα η ημερομηνία κατά την οποία είχε καταρτιστεί.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε η ΔΕΔ και στη σχέση του προσώπου που εξέδωσε τα επίμαχα τιμολόγια με την εταιρεία. Σύμφωνα με την απόφαση, το συγκεκριμένο πρόσωπο κατείχε το 80% των εταιρικών μεριδίων και ήταν ταυτόχρονα διαχειριστής της επιχείρησης.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων, η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε πως οι επίμαχες δαπάνες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας και προς το συμφέρον της εταιρείας.

Μετά την απόρριψη της προσφυγής, ο καταλογισμός παρέμεινε σε ισχύ.

Η εταιρεία καλείται να καταβάλει 11.471,50 ευρώ ως διαφορά φόρου και επιπλέον 5.735,75 ευρώ ως πρόστιμο.

Έτσι, το συνολικό ποσό που προέκυψε από τον φορολογικό έλεγχο ανέρχεται σε 17.207,25 ευρώ.

TAGS
READ MORE