Με κοινή ανακοίνωσή τους, ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρεμβαίνουν με αφορμή χθεσινό άρθρο αντεισαγγελέα του ανώτατου δικαστηρίου για τη διαφθορά στη Δικαιοσύνη.
Υπογραμμίζουν ότι οι διαφωνίες με τις δικαστικές κρίσεις πρέπει να εκφράζονται μέσω των θεσμικών διαδικασιών και των ένδικων μέσων που προβλέπει ο νόμος.
Στην ανακοίνωση διευκρινίζεται ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα δικαστήρια και τα δικαστικά συμβούλια.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η δημοσίευση άρθρων για υποθέσεις που χειρίστηκε ένας εισαγγελικός λειτουργός και στις οποίες δεν υιοθετήθηκε η πρότασή του δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα μέσα αμφισβήτησης μιας δικαστικής κρίσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε δημοσιεύματα για εκκρεμή υπόθεση που αναμένεται να εκδικαστεί άμεσα σε πρώτο βαθμό.
Όπως τονίζεται, οι αόριστες καταγγελίες περί διαφθοράς των δικαστών που ασχολήθηκαν με την υπόθεση υπερβαίνουν τα όρια της κριτικής και πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Αναλυτικά η κοινή ανακοίνωση
«Με αφορμή πρόσφατη αρθρογραφία και δημοσιεύματα του ηλεκτρονικού Τύπου, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου υπενθυμίζουν ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα αρμόδια Δικαστήρια και Δικαστικά Συμβούλια αλλά αποτελούν εφαλτήριο για την αιτιολογημένη κρίση επί των εκάστοτε αναφυομένων νομικών και πραγματικών ζητημάτων, σύμφωνα πάντοτε με τις επιταγές του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας.
Ο εισαγγελικός λειτουργός, του οποίου η πρόταση δεν έγινε δεκτή και διαφωνεί με την κρίση του αρμόδιου δικαστικού οργάνου, δύναται να ασκήσει τα ένδικα μέσα, τα οποία του χορηγεί ο νόμος. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονται δημοσιεύσεις άρθρων στον Τύπο για υποθέσεις, που χειρίστηκε ο ίδιος και στις οποίες δεν έγινε δεκτή η πρότασή του από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό.
Τέτοιες δημοσιεύσεις, που αφορούν εκκρεμή υπόθεση ενώπιον του Α΄ βαθμού δικαιοδοσίας και πρόκειται να εκδικασθεί άμεσα, οι οποίες περιέχουν μομφή και καταγγέλλουν αορίστως τους επιληφθέντες δικαστές ως διεφθαρμένους, εκφεύγουν των ορίων της οποιασδήποτε κριτικής των δικαστικών αποφάσεων και βουλευμάτων και πλήττουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο θεσμό της Δικαιοσύνης.
Φωνές αμφισβήτησης της ορθότητας των δικαστικών κρίσεων θα πρέπει, προτού υψωθούν, να διαθέτουν την περίσκεψη της βαρύτητας των λεγομένων και της τήρησης των θεσμικών διαδικασιών, διαφορετικά συγκαταλέγονται στις θυμικές αντιδράσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα».

