Το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, το οποίο κυριάρχησε στις διεθνείς σχέσεις για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση.
Αυτό είχα επισημάνει και σε προηγούμενο άρθρο μου, με τίτλο «Αναζήτηση πορείας σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται» (10/3/2025).
Συγκεκριμένα, η έως τώρα βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη απαξιώνεται στην πράξη, υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, καθώς οι ισχυροί δρώντες αναπροσαρμόζουν τις στρατηγικές τους με γνώμονα τα άμεσα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.
Τα τελευταία γεγονότα – η αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα και η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και χωρών της Λατινικής Αμερικής (Κολομβία, Κούβα, Μεξικό), η συζήτηση περί προσάρτησης της Γροιλανδίας, η κλιμακούμενη αντιπαράθεση με το Ιράν, το αδιέξοδο στην Ουκρανία και η εύθραυστη ισορροπία στη Μέση Ανατολή – δεν συνιστούν μεμονωμένες κρίσεις.
Αντιθέτως, αποτελούν συστημικά συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης, κατά την οποία οι ισορροπίες ισχύος επανακαθορίζονται και οι κανόνες που ίσχυσαν επί δεκαετίες επανεξετάζονται όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη επί του γεωπολιτικού πεδίου.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, όπου η σταθερότητα δεν θεωρείται δεδομένη και η διεθνής τάξη δεν εδράζεται στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, αλλά εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τα γεωπολιτικά συμφέροντα των ισχυρών δρώντων.
Παρά την έντονη κριτική προς τη στρατηγική του Προέδρου Τράμπ, οι επιλογές της αμερικανικής διοίκησης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε απρόβλεπτες ούτε αποκομμένες από ένα συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο.
Αντίθετα, αποτελούν μια συνειδητή αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων, προσαρμοσμένη στις νέες συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού.
Η προσέγγιση αυτή αποτυπώνεται στην πρόσφατα δημοσιευμένη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ, η οποία περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται το διεθνές περιβάλλον και τον ρόλο της σε αυτό.
Σε αυτήν καταγράφεται με σαφήνεια ότι η αμερικανική στήριξη προς συμμάχους δεν είναι πλέον άνευ όρων, αλλά συνδέεται με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ανάληψη μεγαλύτερης περιφερειακής ευθύνης, ευθυγράμμιση σε εξαγωγικούς ελέγχους και συμμετοχή στη διασφάλιση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η υπόθεση της Βενεζουέλας είναι ενδεικτική. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει στην πράξη τη λογική των σφαιρών επιρροής και προσαρμόζει το Δόγμα Μονρόε στις σημερινές γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, ώστε να διασφαλίσει ότι το Δυτικό Ημισφαίριο θα παραμείνει επαρκώς σταθερό και επαρκώς διακυβερνήσιμο.
Το μήνυμα του Προέδρου Τράμπ είναι σαφές: όταν διακυβεύονται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα, όπως η ενεργειακή ασφάλεια, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών ή η αποτροπή της διείσδυσης ανταγωνιστικών δυνάμεων, η εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου δεν λειτουργεί ως δεσμευτικό πλαίσιο, αλλά υποτάσσεται στις απαιτήσεις της εθνικής ισχύος και ασφάλειας.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι τι κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα.
Για να δοθεί μια ουσιαστική απάντηση στο ανωτέρω κρίσιμο ερώτημα, δεν αρκεί η παρατήρηση των διεθνών εξελίξεων.
Απαιτείται μια νηφάλια και ολιστική στρατηγική ανάλυση του διεθνούς περιβάλλοντος, η σαφής αποτύπωση της σημερινής θέσης της χώρας και ο προσδιορισμός του στρατηγικού ρόλου που πρέπει να διαδραματίσει η Ελλάδα, για να προστατευτούν τα εθνικά συμφέροντα και να ενισχυθεί η ασφάλειά της, σε έναν κόσμο που όλο και περισσότερο κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται εθνική συναίνεση και η απόσυρση των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής από την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης όπου κυριαρχεί ο λαϊκισμός, ο μηδενισμός των πάντων και οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες για την επιδίωξη πρόσκαιρου κομματικού οφέλους.
Για του λόγου το αληθές, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Βενεζουέλας, όπου σύσσωμη η αντιπολίτευση ασχολήθηκε με την άσκηση κριτικής στη δήλωση του Πρωθυπουργού και όχι στην κριτική ανάλυση και αξιολόγηση της επέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Παρά την ορθή ανάγνωση των διεθνών εξελίξεων από τον Πρωθυπουργό κ. Κυριάκο Μητσοτάκη και τους διαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, καθώς και την προσπάθεια προσαρμογής της εθνικής στρατηγικής ώστε να ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας στις ζώνες επιρροής των μεγάλων δυνάμεων, σύσσωμη η ελληνική αντιπολίτευση επέλεξε να επικεντρωθεί σε μικροκομματικές και λαϊκίστικες αντιδράσεις.
Επίκεντρο αυτών των αντιδράσεων ήταν η αμφισβήτηση της δήλωσης του Πρωθυπουργού σχετικά με τη στήριξη της Ελλάδας στη στρατηγική του Προέδρου Τραμπ στη Βενεζουέλα.
Οι επικρίσεις αυτές ενδέχεται να αποδίδουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη στις δυνάμεις που τις υιοθετούν, υπονομεύουν όμως τη στρατηγική αξιοπιστία της χώρας και πλήττουν ευθέως τα εθνικά συμφέροντα.
Στη λογική αυτής της στείρας και άγονης αντιπαράθεσης, αγνοήθηκε ότι η δήλωση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη υπηρετεί την εθνική στρατηγική και τον διεθνή ρόλο της Ελλάδας, ενισχύει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους συμμάχους και συμβάλλει στην προάσπιση των ζωτικών ελληνικών συμφερόντων, από την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι την περιφερειακή σταθερότητα.
Στο πλαίσιο της κομματικής αντιπαράθεσης και στρέβλωσης της πραγματικότητας, παραβλέπεται συστηματικά ότι η χώρα οφείλει να μετατρέψει τις διεθνείς προκλήσεις σε στρατηγικό πλεονέκτημα για να εδραιώσει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου το δίκαιο του ισχυρού καθορίζει πλέον τις εξελίξεις.
Η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής ή ως μια ακόμη κρίση διακυβέρνησης στη Λατινική Αμερική.
Η Βενεζουέλα έχει εξελιχθεί σε μια περιφερειακή εστία ανασφάλειας, η οποία υπονομεύει άμεσα τη σταθερότητα και ασφάλεια του Δυτικού Ημισφαιρίου.
Συγκεκριμένα, το αυταρχικό καθεστώς Μαδούρο έχει κατηγορηθεί από την αντιπολίτευση της χώρας και τη διεθνή κοινότητα για εκλογική νοθεία στις εκλογές του 2024, πολιτική βία, συστηματική καταστολή της αντιπολίτευσης και την ύπαρξη χιλιάδων πολιτικών κρατούμενων.
Επιπλέον, αποτελεί τον κύριο υπονομευτή των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ και των κρίσιμων αμερικανικών προτεραιοτήτων ασφαλείας (εργαλειοποίηση της παράνομης μετανάστευσης, διακρατικό οργανωμένο έγκλημα, διακίνηση ναρκωτικών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες κ.λπ.).
Παράλληλα, έχει αναδειχθεί σε κόμβο ευρύτερων διακρατικών εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η παράνομη εξόρυξη και εκμετάλλευση φυσικών πόρων, η διακίνηση όπλων, το ξέπλυμα χρήματος, η εμπορία ανθρώπων και η στήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, η οποία πολλάκις έχει λάβει χρηματοδότηση και υποστήριξη για την υλοποίηση των δράσεών της.
Υπό το πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να γίνει κατανοητό στην Ελλάδα, ότι η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ούτε να ενεργοποιείται επιλεκτικά, ανάλογα με το ποιος ασκεί ισχύ στο διεθνές σύστημα ή ποια συγκυρία εξυπηρετεί εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες.
Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί αυτόνομο υποκατάστατο στρατηγικής, αλλά εργαλείο στρατηγικής σταθερότητας, το οποίο οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνεκτικό πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής που λαμβάνει υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τις ζωτικές προτεραιότητες ασφαλείας της χώρας.
Διαφορετικά, δεν πρόκειται για υπεράσπιση αρχών, αλλά για ευκαιριακή εργαλειοποίησή τους, με κόστος τη διεθνή αξιοπιστία και τη στρατηγική συνοχή της Ελλάδας.
Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι αν παραβιάζεται αφηρημένα το διεθνές δίκαιο σε κάθε περίπτωση χρήσης ισχύος, αλλά πώς μια χώρα όπως η Ελλάδα τοποθετείται στρατηγικά σε έναν κόσμο όπου οι σφαίρες επιρροής και η ισχύς καθορίζουν εκ νέου τις διεθνείς εξελίξεις.
Πώς μπορεί να εγκαλείται ο Έλληνας Πρωθυπουργός από την αντιπολίτευση για επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας και την ίδια στιγμή, οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις να ασκούν κριτική στον κ. Μητσοτάκη όπου επικαλούμενος τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου κατήγγειλε την Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και στήριξε και στηρίζει τον αδύναμο;
Οι ίδιες δυνάμεις δεν είναι αυτές που κατηγορούν την κυβέρνηση ότι δεν έπρεπε να στηρίξει τον κ. Ζελένσκι και την Ουκρανία για να μην κλονιστούν οι σχέσεις της χώρας με την «παραδοσιακή σύμμαχο» της Ελλάδας, τη Ρωσία;
Την στιγμή που όλοι αυτοί καταγγέλλουν την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ζητούν από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να κάνει τα στραβά μάτια στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και την παράνομη κατοχή ξένους εδάφους με τα όπλα από τη Ρωσία για να μην διαρραγούν οι σχέσεις της Ελλάδας με έναν κατακτητή.
Πότε τελικά, θεωρείται θεμιτή η προσαρμογή της εθνικής στρατηγικής στη διεθνή πραγματικότητα και πότε καταγγέλλεται ως υποχώρηση αξιών, επιλεκτική επίκληση του διεθνούς δικαίου και υποβάθμιση της εθνικής αξιοπρέπειας;
Ακόμη πιο προβληματική είναι η ταύτιση των δυνάμεων που ασκούν κριτική στον Πρωθυπουργό με τις θέσεις και το αφήγημα αναθεωρητικών και αντιδυτικών δυνάμεων, όπως η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Κούβα και η Κίνα, αλλά και τρομοκρατικών οργανώσεων που αμφισβητούν ευθέως τη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας, όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ.
Απορία προκαλεί πως η ελληνική αντιπολίτευση ταυτίζεται με τις εν λόγω τρομοκρατικές οργανώσεις που επίσης, κατήγγειλαν την επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Σε ποιο στρατηγικό πλαίσιο εντάσσεται μια αντιπολιτευτική ρητορική που ευθυγραμμίζεται, με δυνάμεις και δίκτυα τα οποία υπονομεύουν τη σταθερότητα σε περιοχές άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος, από την Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη;
Τέλος, η περίπτωση της Βενεζουέλας δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από τις περιφερειακές διασυνδέσεις της, ούτε από τη στενή συνεργασία του καθεστώτος Μαδούρο με την Τουρκία, η οποία έχει αξιοποιήσει τη χώρα ως εταίρο σε οικονομικό, ενεργειακό και, σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, παρακρατικό επίπεδο.
Υπό αυτό το πρίσμα, γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα εθνικής στρατηγικής.
Ποιο ακριβώς εθνικό συμφέρον εξυπηρετεί η ρητορική των δυνάμεων της αντιπολίτευσης όταν υιοθετούν θέσεις που αντικειμενικά ευνοούν έναν γεωπολιτικό άξονα στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία, τη στιγμή που αυτή αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο;
Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να ασκείται ως πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Απαιτεί στρατηγική συνέπεια, καθαρή ανάγνωση των συσχετισμών ισχύος και κυρίως, νηφάλια στάθμιση του εθνικού συμφέροντος σε έναν διεθνή χώρο όπου το δίκαιο του ισχυρού, είτε μας αρέσει είτε όχι, καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις εξελίξεις.
Σε μια περίοδο που οι περιορισμοί στη χρήση ισχύος χαλαρώνουν, κράτη όπως η Ελλάδα που βρίσκονται κοντά ή εντός ζωνών επιρροής αναθεωρητικών δυνάμεων (π.χ. Τουρκία), αν εθελοτυφλούν και δεν αντιλαμβάνονται τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων εκτίθενται σε μεγάλο κίνδυνο.
Όταν οι θέσεις σου ταυτίζονται, στην προσπάθεια υποστήριξης του αυταρχικού καθεστώτος Μαδούρο, με την Τουρκία η οποία διατυπώνει ανοιχτά και απροκάλυπτα τις αναθεωρητικές της φιλοδοξίες μέσω του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και αξιοποιεί τη ρευστότητα του διεθνούς συστήματος για να διευρύνει τον στρατηγικό της χώρο, τότε υπάρχει δομικό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής.
Το ζήτημα δεν είναι πλέον η επίκληση των αρχών του Διεθνούς Δικαίου, αλλά η απουσία στρατηγικής επίγνωσης των πραγματικών συσχετισμών ισχύος και των συνεπειών που αυτοί παράγουν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.
Η ελληνική στάση δεν συνιστά νομιμοποίηση κάθε μονομερούς ενέργειας, αλλά αναγνώριση ότι στο παρόν διεθνές περιβάλλον η διατήρηση ισχυρών συμμαχιών αποτελεί προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας και πολλαπλασιαστή της στρατηγικής ισχύος της χώρας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επίκληση του διεθνούς δικαίου παύει να λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο και μετατρέπεται σε άλλοθι πολιτικής αδράνειας, με άμεσες συνέπειες για τη γεωπολιτική θέση και την αξιοπιστία της Ελλάδας στο νέο περιβάλλον ισχύος.
Η ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής, δεν επιλέγει ανάμεσα σε αρχές και ρεαλισμό, αλλά αναζητά τη διατήρηση ισχυρών συμμαχιών ως προϋπόθεση για την εθνική ασφάλεια.
Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ισχύς επανέρχεται ως κυρίαρχος ρυθμιστής των εξελίξεων, η στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελεί αντικειμενικά πολλαπλασιαστή ισχύος και παράγοντα σταθερότητας για τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο, το Αιγαίο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Η δημόσια στήριξη της Ουάσιγκτον σε κρίσιμες συγκυρίες δεν συνιστά ιδεολογική ταύτιση, αλλά συνειδητή επιλογή στρατηγικής ευθυγράμμισης, με γνώμονα τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και την προάσπιση του εθνικού συμφέροντος.
Η νέα αμερικανική στρατηγική εθνικής ασφάλειας αφήνει σαφές περιθώριο για χώρες που αναλαμβάνουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια των περιφερειών τους να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε τομείς όπως η άμυνα, η τεχνολογία και το εμπόριο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαμηνύουν πλέον, ότι η στήριξη των συμμάχων δεν θα είναι αυτόματη, αλλά συνδεδεμένη με τη συμβολή τους στη διατήρηση των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος, την ενίσχυση των αμυντικών τους δυνατοτήτων και την ευθυγράμμισή τους με τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα έχει ήδη προβεί σε κινήσεις που την κατατάσσουν στους συμμάχους που αναλαμβάνουν ουσιαστικό βάρος ασφάλειας, ιδίως μέσω της αύξησης των αμυντικών δαπανών, της φιλοξενίας κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και της ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με τις αμερικανικές και συμμαχικές δυνάμεις.
Ταυτόχρονα, η αμερικανική στρατηγική λειτουργεί και ως σαφές οδικός χάρτης για τα επόμενα βήματα της Ελλάδας.
Δηλαδή την βαθύτερη σύνδεση της άμυνας, της τεχνολογίας και της βιομηχανικής βάσης, τον ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και την μεγαλύτερη ανάληψη περιφερειακών ευθυνών.
Υπό αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα μπορεί να αναδειχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, σε κόμβο ενέργειας και logistics και σε αξιόπιστο εταίρο που δεν ζητά απλώς εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά συμβάλλει έμπρακτα στη διαμόρφωση της περιφερειακής ασφάλειας.
Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της χώρας και όχι για ιδεολογική και θεσμική ευθυγράμμιση.
Κοντολογίς, σε ένα κόσμο λιγότερο θεσμικό, περισσότερο ανταγωνιστικό και σαφώς πιο επικίνδυνο, η πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να κρίνει τις εξελίξεις ηθικά και θεσμικά, αλλά να τις αξιολογεί και κατανοεί στρατηγικά.
Η μετάβαση σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού δεν είναι επιλογή της Ελλάδας.
Είναι όμως, στρατηγική επιλογή της αν θα προσαρμοστεί έγκαιρα ή αν θα αιφνιδιαστεί.
Σε αυτή τη νέα εποχή, η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια και ηθικολογίες, αλλά με στρατηγικό ρεαλισμό, συνέπεια και ισχύ.
Το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της έγκαιρης δράσης.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος,
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής – Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)