Με τα ενοίκια να συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, αυξανόμενα με ρυθμό που υπερβαίνει αισθητά την άνοδο των εισοδημάτων, το οικονομικό επιτελείο προετοιμάζει πακέτο παρεμβάσεων που αναμένεται να εφαρμοστεί μέσα στο 2026.
Βασικός στόχος είναι ο περιορισμός της αύξησης των μισθωμάτων, μέσα από την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών αλλά και τη θέσπιση κανόνων στη διαμόρφωση των τιμών.
Κομβικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί το νέο πρόγραμμα επιδότησης για την ανακαίνιση κλειστών κατοικιών. Οι ιδιοκτήτες που θα συμμετάσχουν θα υποχρεούνται να διαθέσουν τα ακίνητα προς ενοικίαση, διατηρώντας τα ενοίκια «παγωμένα» για διάστημα τριών έως πέντε ετών. Η συγκεκριμένη δέσμευση θεωρείται κρίσιμη, καθώς στοχεύει στη δημιουργία αποθέματος κατοικιών με ελεγχόμενο κόστος στέγασης.
Παράλληλα, εξετάζεται η ενίσχυση του προϋπολογισμού του προγράμματος, ώστε να ξεπεράσει το αρχικά προβλεπόμενο όριο των 400 εκατ. ευρώ. Με τον τρόπο αυτό, το υπουργείο Οικονομικών φιλοδοξεί να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των διαθέσιμων κατοικιών προς ενοικίαση και να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που καταγράφονται στην αγορά ακινήτων.
Στο ίδιο πλαίσιο, προβλέπονται κίνητρα και για τους κατασκευαστές που θα ανεγείρουν νέες οικοδομές με σκοπό τη μίσθωση. Ωστόσο, σε αυτές τις περιπτώσεις το ύψος του ενοικίου δεν θα προκύπτει από ελεύθερη διαπραγμάτευση, αλλά θα καθορίζεται διοικητικά βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων. Η επιτυχία του μέτρου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν τα μισθώματα που θα προκύψουν κρίνονται επαρκή ώστε να καταστήσουν βιώσιμες τις επενδύσεις.
Τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας αποτυπώνουν τη σοβαρότητα του προβλήματος: τα ενοίκια κύριας κατοικίας αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό που υπερβαίνει το 8,5%, ενώ από το 2020 μέχρι σήμερα η σωρευτική άνοδος πλησιάζει το 30%. Το αποτέλεσμα είναι ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά να δαπανούν πάνω από το 30% του μηνιαίου εισοδήματός τους για στέγη.
Η πίεση είναι εντονότερη στο λεκανοπέδιο, όπου η ζήτηση παραμένει υψηλή λόγω της συγκέντρωσης οικονομικής δραστηριότητας, της αύξησης του τουρισμού που απορροφά σημαντικό μέρος του στεγαστικού αποθέματος, αλλά και της ανόδου των μονοπρόσωπων νοικοκυριών. Το ζητούμενο των παρεμβάσεων είναι, σε πρώτη φάση, να επιτευχθεί επιβράδυνση της ανόδου των ενοικίων και, ιδανικά, ο ρυθμός αύξησής τους να υποχωρήσει κάτω από τον αντίστοιχο των εισοδημάτων.
Για να επιτευχθεί αυτό, επιδιώκεται ουσιαστικά ο περιορισμός της μεικτής απόδοσης των ιδιοκτητών, με αντάλλαγμα φορολογικές ελαφρύνσεις που επηρεάζουν την καθαρή τους απόδοση. Από τις αρχές του 2026 τίθεται σε εφαρμογή νέα κλίμακα φορολόγησης εισοδημάτων από ενοίκια για τα φυσικά πρόσωπα, η οποία ευνοεί κυρίως όσους έχουν υψηλότερα μηνιαία μισθώματα.
Το πρόγραμμα ανακαινίσεων αναμένεται να ξεκινήσει την άνοιξη, με επιδότηση έως 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για κατοικίες έως 120 τ.μ. και παλαιότητας τουλάχιστον 35 ετών. Η ελάχιστη διάρκεια μίσθωσης θα είναι τρία χρόνια, χωρίς δυνατότητα αναπροσαρμογής του ενοικίου, ακόμη και λόγω πληθωρισμού. Εκτιμάται ότι περίπου 30.000 ενοικιαστές θα μπορέσουν να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες μέσω του προγράμματος.
Ανοιχτό παραμένει το στοίχημα της ανταπόκρισης της αγοράς. Το οικονομικό επιτελείο δεν διαθέτει πλήρη εικόνα για τον αριθμό και το προφίλ των κλειστών ακινήτων, ούτε για το εύρος των ιδιοκτητών που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα. Αν η ζήτηση αποδειχθεί ισχυρή, εξετάζεται η αύξηση του προϋπολογισμού σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς το στεγαστικό πρόβλημα απασχολεί πλέον έντονα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.