Για διάστημα 14 ετών κατάφερνε να εισπράττει την σύνταξη του νεκρού πατέρα του.
Μάλιστα, όταν αποκαλύφθηκε η παρανομία του και οι αρμόδιες αρχές του ζήτησαν πίσω τα ποσά των συντάξεων – συνολικά 228.989,29 ευρώ – εκείνος αρνήθηκε να τα επιστρέψει! Ο λόγος για τον γιο ενός απόστρατου αξιωματικού, ο οποίος για το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 1999 μέχρι και τον Μάιο του 2013, ενθυλάκωνε τη σύνταξη του νεκρού πατέρα του, πηγαίνοντας κάθε μήνα με την χρεωστική του κάρτα σε μηχάνημα αυτόματης ανάληψης για να κάνει την ανάληψη της σύνταξης.
Όπως ήταν αναμενόμενο η υπόθεση οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη. Με απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας έκρινε ένοχο τον γιο του αποβιώσαντος στρατιωτικού για το αδίκημα της διακεκριμένης απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου. Στη συνέχεια, το δικαστήριο του επέβαλλε κάθειρξη 12 ετών και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για 5 χρόνια.
Θεωρώντας άδικη την καταδίκη του, ο καταδικασθείς προσέφυγε στη συνέχεια στον Άρειο Πάγο ζητώντας την αναίρεσης της απόφασης του Εφετείου, η οποία ήταν καταπέλτης για τον ίδιο.
Αρχικά, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου που εξέτασε την αίτηση αναίρεσης την απέρριψε κρίνοντας ότι η απόφαση του Εφετείου έχει την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Ο νέος Ποινικός Κώδικας
Στη συνέχεια, το ΣΤ΄ Τμήμα του Ανωτάτου Ποινικού Δικαστηρίου της χώρας, έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Εφετείο για νέα επιμέτρηση της ποινής, υπό τα νέα δεδομένα που δημιούργησε η εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα το περασμένο καλοκαίρι.
Συγκεκριμένα, όπως έκριναν οι αρεοπαγίτες, μέλη του ΣΤ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 386 παράγραφος 2 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, «αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, διώκεται αυτεπάγγελτα και παραγράφεται μετά 20 έτη». Ωστόσο, μετά την εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα (1-7-2019) «με τις διατάξεις του άρθρου 386 παράγραφοι 1-2, το έγκλημα της διακεκριμένης απάτης σε βάρος του Δημοσίου, με προκληθείσα ζημία υπερβαίνουσα τα 120.000 ευρώ, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή έως 1.000 ημερήσιες μονάδες, δηλαδή το πλαίσιο ποινής είναι επιεικέστερο του προηγουμένου νόμου».
Έτσι, η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Εφετείο όχι μόνο για να γίνει νέα επιμέτρηση της ποινής αλλά και για να διαγραφεί η επιβολή της παρεπόμενης ποινής της στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για 5 έτη, η οποία με τον νέο Ποινικό Κώδικα που τέθηκε σε ισχύ το καλοκαίρι καταργήθηκε.
Αρνήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην απόφαση του Αρείου Πάγου, ο καταδικασθείς είχε χάσει τον πατέρα του – συνταξιούχο απόστρατο αξιωματικό – τον Ιανουάριο του 1999. Μοναδικοί κληρονόμοι του θανόντος ήταν η σύζυγος του, η οποία απεβίωσε στην συνέχεια τον Ιανουάριο του 2002 και ο γιος του. Όπως όμως αναφέρεται στη δικαστική απόφαση ο τελευταίος «παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση από τον νόμο να αναγγείλει στην αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους τη μεταβολή που επήλθε στη συνταξιοδοτική κατάσταση του πατέρα του, δηλαδή το γεγονός του θανάτου του, δεν το έπραξε».
Σκοπός του, ήταν κατά την απόφαση, «να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος» και «εν γνώσει του αθέμιτα παρασιώπησε το γεγονός αυτό από την αρμόδια υπηρεσία, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους που στελέχωναν την υπηρεσία συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι οποίοι αγνοώντας το θάνατο του πατέρα του, εξακολούθησαν να πιστώνουν κάθε μήνα σε λογαριασμό που τηρείτο στην Τράπεζα, στον οποίο ο κατηγορούμενος ήταν συνδικαιούχος, τη σύνταξη του θανόντος για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 1999 μέχρι και το Μάιο του 2013, δηλαδή επί μακρό χρονικό διάστημα, το δε συνολικό ποσό που πιστώθηκε στον λογαριασμό αυτό ανέρχεται σε 228.989,29 ευρώ».
Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη αξία είναι το γεγονός ότι ο καταδικασθείς, όταν του ζητήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα που παράνομα είχε οικοποιηθεί αρνήθηκε να το πράξει. Στην απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται χαρακτηριστικά: «..Διαπιστώθηκε ότι στον λογαριασμό υπήρχε υπόλοιπο 8,66 ευρώ, αφού ο κατηγορούμενος ως συνδικαιούχος, είχε αναλάβει το ποσό των 228.980,63 ευρώ, με χρήση κάρτας αναλήψεως από ATM, την οποία είχε προμηθευτεί ως συνδικαιούχος του λογαριασμού, ποσό που βεβαιώθηκε στη Δ.Ο.Υ. και το οποίο ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να επιστρέψει».
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί πως σύμφωνα με την απόφαση, η σύζυγος του αποβιώσαντος στρατιωτικού «μέχρι το θάνατο της ποτέ δεν ζήτησε την απονομή σ’ εκείνη ισόβιας σύνταξης από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ως χήρα του αποβιώσαντος συζύγου της συνταξιούχου του Δημοσίου»….
Γιος στρατιωτικού εισέπραττε για 14 χρόνια τη σύνταξη του νεκρού πατέρα του! – Τι έκρινε ο Άρειος Πάγος
Βερβεσός στο L&O: Συγκρατημένα αισιόδοξοι οι δικηγόροι για υπαγωγή τους στους πληττόμενους επαγγελματίες
Την εξειδίκευση των μέτρων που ανακοίνωσε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας για τη στήριξη των πληττόμενων επαγγελματικών ομάδων, αναμένει ο δικηγορικός κόσμος της χώρας, ο οποίος βρίσκεται και αυτός στο επίκεντρο της κρίσης που δημιουργήθηκε λόγω της πανδημίας.
Υπό το φόβο της εξάπλωσης του ιού, η λειτουργία των δικαστηρίων έχει ανασταλεί πλην εξαιρέσεων μέχρι τις 27 Μαρτίου, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι να έχουν μείνει επί της ουσίας άνευ αντικειμένου.
Λίγο μετά τις εξαγγελίες του κ. Σταϊκούρα και κυρίως τη χθεσινή δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι στους ελεύθερους επαγγελματίες θα δοθεί επίδομα 800 ευρώ, ο πρόεδρος της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας και πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας Δημήτρης Βερβεσός, μιλώντας στο lawandorder.gr δήλωσε τα εξής:
«Οι δικηγόροι από την πρώτη κιόλας στιγμή που η κυβέρνηση έκλεισε τα δικαστήρια για την αποφυγή εξάπλωσης του κορωνοϊού, αλλά και αφού περίμεναν να δουν τις αποφάσεις του Eurogroup για τη χαλάρωση του δημοσιονομικού χώρου στα κράτη μέλη της ΕΕ, άμεσα ζήτησαν από την κυβέρνηση να υπαχθούν στις πληττόμενες κατηγορίες καθώς με κλειστά τα δικαστήρια και με στοιχειωδώς λειτουργούσες τις δημόσιες υπηρεσίες αλλά και με την αποχή των δικαστικών επιμελητών δεν είναι δυνατόν να προβούν πλέον σε καμία δικηγορική ενέργεια και πλήττονται άμεσα και σημαντικά ως προς την άσκηση του λειτουργήματός τους. Με δεδομένο ότι το 78% του κλάδου δηλώνει πολύ χαμηλά εισοδήματα και με δεδομένη την κρίση την οποία διέρχεται η ελληνική, ευρωπαϊκή και διεθνής οικονομία εξαιτίας του κορoνοϊού, οι δικηγόροι θεώρησαν ότι πρέπει να υπαχθούν στις πληττόμενες κατηγορίες αυτοαπασχολούμενων ελευθέρων επαγγελματιών. Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση θα τείνει ευήκοον ους στο αίτημα αυτό και θα δώσει την αναγκαία αρωγή που χρειάζεται ένας κλάδος επαγγελματιών, ο οποίος δεν μπορεί να ασκήσει καμία δραστηριότητα. Σε αυτή την προσπάθεια θέλουμε να ευχαριστήσουμε όλους εκείνους τους βουλευτές και υπουργούς που μέχρι σήμερα έχουν στέρξει στην στήριξη του αιτήματός τους».
Διπλό έγκλημα στην Κηφισιά: Ποινική δίωξη για κακούργημα στον αστυνομικό – Οδηγήθηκε στον ανακριτή
Ενώπιον ανακριτή προκειμένου να απολογηθεί για τις βαρύτατες κατηγορίες που του απήγγειλαν λίγο πριν οι εισαγγελικές αρχές, βρίσκεται αυτή την ώρα ο 35χρονος αστυνομικός ο οποίος χθες ο οποίος πυροβόλησε και σκότωσε την εν διαστάσει σύζυγό του στην Κηφισιά και τη φίλη της.
Ο κατηγορούμενος μπορεί πάντως να ζητήσει από τον ανακριτή να λάβει προθεσμία ώστε να προετοιμάσει την απολογία του.
Κατά πληροφορίες, ο 35χρονος υποστηρίζει ότι η σύζυγος του είχε πάρει τα ανήλικα παιδιά τους και τα είχε μεταφέρει στη Θήβα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να έχει επαφή μαζί τους, γεγονός που όπλισε το χέρι του.
Η εισαγγελία άσκησε σε βάρος του ποινική δίωξη για το κακούργημα της ανθρωποκτονίας κατά συρροή και της οπλοχρησίας σε βάρος του αστυνομικού.
Διαβάστε επίσης:
Κηφισιά: Τι όπλισε το χέρι του αστυφύλακα και εκτέλεσε την πρώην σύζυγό του και την φίλη της
Κηφισιά: Τι κατέθεσε ο αστυνομικός που εκτέλεσε εν ψυχρώ τη πρώην σύζυγό του και τη φίλη της
Κηφισιά: Τι κατέθεσε ο αστυνομικός που εκτέλεσε εν ψυχρώ τη πρώην σύζυγό του και τη φίλη της
Ξυλοκόπησε άγρια τη σύζυγό του έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και …προσέφυγε στον Άρειο Πάγο
Ξυλοκόπησε τη σύζυγό του έχοντας καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, όπως τουλάχιστον δέχθηκε το δικαστήριο. Καταδικάστηκε από το Γ’ Τριμελές Εφετείο της Αθήνας σε συνολική ποινή φυλάκισης δυο ετών και δέκα μηνών, αφού πρώτα κρίθηκε ένοχος για τις πράξεις της διακεκριμένης ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης και της ενδοοικογενειακής απειλής. Ωστόσο, ζήτησε την αναίρεση της καταδίκης του από τον Άρειο Πάγο προβάλλοντας, μεταξύ άλλων τον ισχυρισμό, πως προέβη στις παραπάνω πράξεις επειδή βρίσκονταν σε βαθιά μέθη, η οποία αποκλείει την ικανότητα του προς καταλογισμό!
Ο λόγος για ένα 46χρονο σήμερα άνδρα, ο οποίος προσέφυγε το Ανώτατο Ποινικό Δικαστήριο της χώρας με αίτημα την αναίρεση της καταδίκης του για πολλούς λόγους. Μεταξύ αυτών, υποστήριξε πως η απόφαση του Εφετείου δεν είχε την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα και οι νόμοι, διότι δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως καταλογισμού κατά το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, λόγω υπαίτιας πλήρους μέθης. Ακόμη, υποστήριξε ότι κακώς δεν του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου και ότι το δικαστήριο προέβη σε πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Το ΣΤ’ Τμήμα του Αρείου Πάγου που εξέτασε την αίτηση αναίρεσης του 46χρονου απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του κρίνοντας πως η απόφαση του Εφετείου έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ωστόσο, αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του δικαστηρίου, κατά το μέρος που αφορά την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε λόγω των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα.
Εφετείο: Είχε πλήρη ικανότητα, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του
Τα όσα αναφέρονται πάντως στην απόφαση του Εφετείου, για την οποία ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτεί το Σύνταγμα και οι νόμου, προκαλούν σοκ.
Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης καταγράφονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: «Ο κατηγορούμενος, σύζυγος της εγκαλούσας, μετά της οποίας είχε τελέσει νόμιμο γάμο και είχε αποκτήσει ένα θήλυ τέκνο, τη Μ. Λ., που γεννήθηκε στις 26-7-2008, κατά το χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, επιστρέφοντας από την εργασία του κατά τις βραδυνές ώρες, εισήλθε στη συζυγική οικία, στην οποία βρισκόταν η εγκαλούσα και η ανωτέρω ανήλικη. Ακολούθως, χωρίς οποιαδήποτε αφορμή, επιτέθηκε στην εγκαλούσα σύζυγο του ενώπιον της ανήλικης, πιάνοντάς τη από το λαιμό και πετώντας τη στο πάτωμα της κουζίνας, ενώ στη συνέχεια την χτύπησε με γροθιά στο κεφάλι και, τραβώντας τη, την πέταξε στον καναπέ με την πλάτη, όταν δε η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος την εμπόδισε λέγοντάς της ότι «θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες» και στη συνέχεια την τράβηξε από τα πόδια και την πήγε κλωτσώντας τη στο μπάνιο. Παράλληλα, την εξύβριζε και την απειλούσε μπροστά στο παιδί, το οποίο έκλαιγε και φώναζε, και μεταξύ άλλων απηύθυνε στο τελευταίο τη φράση «θα σκοτώσω τη μάνα σου και δεν θα την ξαναδείς ποτέ», προξενώντας στην εγκαλούσα, αλλά και στο πανικοβλημένο τέκνο τους, τρόμο και ανησυχία. Κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος εισήλθε στο σπίτι, είχε πράγματι καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, όπως συνήθως έπραττε.
Όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το χρόνο τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, τελούσε σε πλήρη μέθη, ώστε να μη μπορεί να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα των εν λόγω πράξεών του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του αυτή. Αντιθέτως, όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος, ο οποίος, μετά την είσοδο του στην οικία τους ξάπλωσε στον καναπέ και απάντησε στην εγκαλούσα (σε ερώτησή της) ότι δεν επιθυμεί να φάει, ενοχλήθηκε από τη χαμηλόφωνη συζήτηση της εγκαλούσας και του παιδιού στο παρακείμενο τραπέζι, και ακολούθως σηκώθηκε και με πλήρη επίγνωση του τι έπραττε, προέβη στην πιο πάνω επίθεση κατά της συζύγου του, κατά τη διάρκεια της οποίας, ακούγοντας τις φωνές του παιδιού, ζητούσε από την εγκαλούσα να το ηρεμήσει, άλλως απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, ενώ, όταν η εγκαλούσα προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα για να ζητήσει βοήθεια, εκείνος, όπως προελέχθη, αντιλαμβανόμενος την πρόθεσή της, την εμπόδισε και της είπε ότι «θέλει να τον ντροπιάσει στους γείτονες».
Τέλος, την επομένη ημέρα το πρωί, πριν την αναχώρησή του για τη δουλειά, ενθυμούμενος καλώς τι είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ, είπε στην σύζυγο του ότι θέλει να μιλήσουν και στη συνέχεια έστειλε έναν φίλο του για να την ηρεμήσει. Από τα παραπάνω περιστατικά, προκύπτει η ικανότητα του κατηγορουμένου, κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεών του, να σκέπτεται και να αποφασίζει με γνώμονα τη λογική, έχοντας τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που ωθούν στην πράξη ή συγκρατούν από την τέλεση αυτής».
Προσωπικά δεδομένα και κορονοϊός: «Ναι» σε επεξεργασία τους για λόγους προστασίας δημόσιας υγείας
Τις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά στη διαχείριση προσωπικών δεδομένων πολιτών κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού που πλήττει τη χώρα, δίνει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ), κάνοντας και εκείνη λόγο για μια πρωτόγνωρη συγκυρία.
Η ανεξάρτητη Αρχή στο κείμενο των κατευθυντήριων γραμμών που έχει δώσει στη δημοσιότητα, επισημαίνει ότι η επεξεργασία δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα υγείας από τις αρµόδιες δηµόσιες αρχές στο πλαίσιο λήψης µέτρων αντιμετώπισης του κορονοϊού, είναι απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας.
Μάλιστα, σε σχετική ανακοίνωση που εξέδωσε η ΑΠΔΠΧ για το θέμα αναφέρει:
«Η Αρχή, κατόπιν της υπ’ αρ. 5/2020 απόφασης της Ολομέλειάς της, εξέδωσε κείμενο Κατευθυντήριων Γραμμών αναφορικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της διαχείρισης του COVID-19. Με το κείμενο αυτό η Αρχή προδιέγραψε τις νομικές δυνατότητες επεξεργασίας από τις αρμόδιες δημόσιες αρχές και τους ιδιωτικούς φορείς, ως υπευθύνους επεξεργασίας, βάσει του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων 2016/679 (εφεξής «ΓΚΠΔ»), του νόμου 4624/2019 και της λοιπής σχετικής νομοθεσίας, υπό τις συνθήκες ανάγκης της αντιμετώπισης της εξάπλωσης του ιού. Μεταξύ άλλων, για το θέμα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους των εργοδοτών για τον σκοπό του περιορισμού διάδοσης του COVID-19 η Αρχή αναφέρεται σε συγκεκριμένα ζητήματα σύννομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των εργαζομένων. Ακόμα, η Αρχή επισήμανε τους κανόνες επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων συγγενών ή οικείων ατόμων θανόντων από τον κορονοϊό COVID-19, καθώς και τους κανόνες επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα ίδια τα υποκείμενα-νοσούντες του κορονοϊού. Τέλος, η Αρχή ασχολήθηκε με το ζήτημα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για δημοσιογραφικούς σκοπούς. Βλ. Κατευθυντήριες Γραμμές».
Ενόψει των παραπάνω, η Αρχή επισημαίνει:
1. «Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται σε σχέση με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ζωή και η υγεία.
2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή της διάδοσης του COVID-19 ενδέχεται να προβεί σε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα προς τα άρθρα 5, 6 και 9 του ΓΚΠΔ, χωρίς να μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί ως απαγορευμένη οποιαδήποτε πράξη επεξεργασίας, ιδίως στην παρούσα χρονική κρίσιμη και πρωτόγνωρη συγκυρία.
3. Η νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο λήψης μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας εν γένει αλλά και της υγείας των υποκειμένων των δεδομένων στους εργασιακούς χώρους, αφενός, παρέχει τις κατάλληλες νομικές βάσεις για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αφετέρου, παρέχει τη δυνατότητα στον εθνικό νομοθέτη να εξειδικεύσει πράξεις επεξεργασίας που είναι απαραίτητες για λόγους δημοσίου συμφέροντος περιλαμβανομένου του τομέα της δημόσιας υγείας κατ’ εξουσιοδότηση και σύμφωνα προς τις διατάξεις του ΓΚΠΔ».
Δείτε εδώ τις κατευθυντήριες γραμμές της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα
Πρωτοδικείο: Συζητήθηκε αίτηση κατά της 2η ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου που αρνείται την επαναπρόσληψη 8 γιατρών
Να μην επανέλθουν στην εργασία τους 8 έμπειροι γιατροί (!) ζητεί με αίτηση που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο της Αθήνας η 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου! Μάλιστα, η αίτηση συζητήθηκε σήμερα (αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής) και η σχετική απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται αύριο.
Ωστόσο, η κατάθεση της συγκεκριμένης αίτησης εκ μέρους της 2ης ΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου προκαλεί εύλογα ερωτήματα, καθώς έρχεται ενώ η χώρα πλήττεται από την πανδημία του κορονοϊού και η κυβέρνηση για να την αντιμετωπίζει έχει δηλώσει ότι προτίθεται να προχωρήσει στην πρόσληψη 2.000 γιατρών.
Ειδικότερα με την αίτησή της στο Πρωτοδικείο η συγκεκριμένη ΥΠΕ, ζητεί να εκδοθεί προσωρινή διαταγή για να «παγώσει» προηγούμενη δικαστική απόφαση που είχε κρίνει παράνομη την απόλυση των 8 ιατρών και είχε διατάξει την επαναπρόσληψη.
Σε δήλωση του ο πρόεδρος της ΠΟΣΕΥΠ-ΠΦΥ Παναγιώτης Ψυχάρης ανέφερε:
«Η διοίκηση της 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας (2η ΔΥΠΕ), προέβη σε αίτηση αναστολής κατά απόφασης, που δικαιώνει απολυμένους γιατρούς. Η υπόθεση εκδικάστηκε σήμερα και αναμένουμε το αποτέλεσμα. Οι γιατροί είχαν απολυθεί το Γενάρη του 2019, επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με το νόμο Ξανθού (Ν. 4461/2017). Σήμερα που οι ανάγκες σε ιατρικό προσωπικό, λόγω της πρωτοφανούς υγειονομικής κρίσης, είναι τεράστιες και τη στιγμή που ο ίδιος ο υπουργός Υγείας κάνει έκκληση σε ιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό να στελεχώσουν το σύστημα υγείας, η 2η ΔΥΠΕ προέβη σε μια πράξη, η οποία ήδη έχει γράψει ιστορία με τα μελανότερα χρώματα. Παρά την έκκληση, από την Ομοσπονδία μας, να αποσύρει την αίτηση αναστολής, συνεχίζει με ιδιαίτερο ζήλο μια πράξη, που μόνο ζημιά μπορεί να προκαλέσει. Οι επόμενες μέρες και εβδομάδες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολες. Δεν περισσεύει ούτε ένας γιατρός σήμερα. Πρέπει επιτέλους το κράτος να προστατέψει τους κατοίκους της χώρας μας, από τυχοδιωκτικές τακτικές και επικίνδυνες πρακτικές για τη Δημόσια Υγεία. Και επιτέλους η 2η ΔΥΠΕ πρέπει να εμπεδώσει ότι δεν μπορεί να παίζει με ανθρώπινες ζωές. Έργο της σήμερα είναι να οργανώσει έγκαιρα και με ακρίβεια την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας τόσο σε προληπτικό επίπεδο, άσο και σε θεραπευτικό, πριν είναι αργά».
Άρειος Πάγος: Σημαντική εγκύκλιος μετά την καταδίκη της Ελλάδας για κακοποίηση κρατουμένων – Διαβάστε την ολόκληρη
Γρήγορη και αποτελεσματική παρέμβαση των κατά τόπους εισαγγελιών της χώρας, ώστε να ερευνώνται άμεσα οι καταγγελίες κρατουμένων για κακοποίησή τους, ζητεί με χθεσινή εγκύκλιό του (6/2020) προς τους προϊσταμένους των εισαγγελιών Εφετών και Πρωτοδικών της χώρας ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος Παπαγεωργίου. Αφορμή για την έκδοση της εγκυκλίου αποτέλεσε η καταδίκη της χώρας μας, το 2018, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση κρατουμένων.
Το περιστατικό είχε λάβει χώρα τον Απρίλιο του 2013, στο πλαίσιο έρευνας των σωφρονιστικών υπαλλήλων και της ΕΚΑΜ μέσα στις φυλακές και έπειτα από πληροφορίες περί επικείμενης εξέγερσης των κρατουμένων. Μετά την έρευνα, 28 κρατούμενοι εξετάστηκαν από το γιατρό της φυλακής, ο οποίος αν και διέγνωσε την ύπαρξη μωλώπων και δερματίτιδας στα σώματά τους δεν μπόρεσε να προσδιορίσει την αιτία τους.
Λίγες ημέρες αργότερα, οι κρατούμενοι κατήγγειλαν στον αρμόδιο εισαγγελέα, ότι οι αξιωματικοί της ΕΚΑΜ είχαν κάνει υπερβολική χρήση Tasers (όπλο ηλεκτροσόκ) εναντίον τους. Σύμφωνα με την καταγγελία τους, συνολικά 31 κρατούμενοι είχαν κακοποιηθεί και είχαν αναγκαστεί να περπατήσουν στα γόνατα, να γυμνωθούν και να σταθούν όρθιοι κοιτάζοντας τον τοίχο.
Ακολούθησε η διενέργεια εισαγγελικής έρευνας, με αφορμή τις παραπάνω καταγγελίες των κρατουμένων η οποία όμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν τελέστηκε από τους άνδρες των φυλακών κανένα πειθαρχικό αδίκημα. Οι εισαγγελικές αρχές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να κινηθεί ποινική δίωξη και την απόφαση αυτή επικύρωσε λίγο αργότερα και η εισαγγελία Εφετών.
Τελικά, κάποιοι εκ των κρατουμένων προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ και δικαιώθηκαν. Το Στρασβούργο με την απόφαση που εξέδωσε καταδίκασε την Ελλάδα για κακομεταχείριση κρατουμένων και την υποχρέωσε να καταβάλλει σε 11 άτομα αποζημίωση 10.000 ευρώ στο καθένα για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
Τι ζητεί ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Τώρα, με αφορμή την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης από το ΕΔΔΑ (Κωνσταντινόπουλος κ.α. κατά Ελλάδας της 22.11.2018, αριθ. 2, αρ. προσφ. 29543/15) ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί από τις κατά τόπους εισαγγελίες να παρεμβαίνουν άμεσα όταν λαμβάνουν καταγγελίες κρατουμένων για κακοποίησή τους και να διενεργείται τάχιστα ιατροδικαστική εξέταση, αν είναι δυνατόν ακόμη και αυθημερόν. Μάλιστα, ο κ. Παπαγεωργίου δεν παραλείπει να αναφέρει πως στην υπόθεση για την οποία η Ελλάδα καταδικάστηκε από το ΕΔΔΑ η εντολή για διενέργεια εισαγγελικής έρευνας δόθηκε 17 ημέρες μετά την καταγγελία των κρατουμένων και ολοκληρώθηκε 20 ολόκληρους μήνες μετά!
Διαβάστε ολόκληρη την εγκύκλιο εδώ
Φυλακές Κορυδαλλού: Μόνο απογευματινά επισκεπτήρια από συνηγόρους
Ο κίνδυνος μετάδοσης κορoνοϊού στις φυλακές φέρνει αλλαγές στα επισκεπτήρια συγγενών κρατουμένων αλλά και δικηγόρων.
Στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνονται και προκειμένου να περιοριστεί η πιθανότητα µετάδοσης του ιού εντός των φυλακών αποφασίστηκε ο περιορισμός της κίνησης επισκεπτών και συνηγόρων, για όλο το χρονικό διάστηµα της επιβολής των περιοριστικών µέτρων.
Έτσι, από σήμερα οι συνήγοροι των κρατουμένων θα µπορούν να εισέρχονται στις φυλακές Κορυδαλλού, μόνο κατά το απογευµατινό επισκεπτήριο.
Οι δικηγόροι ζητούν ένταξή τους στους πληττόμενους από τον κορονοϊό κλάδους
Τη λήψη μέτρων για την προστασία και ενίσχυση των δικηγόρων, αλλά και την ένταξή τους στους κλάδους εκείνους που πλήττονται, ζητά με σημερινή επιστολή της προς τους υπουργούς Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων η Ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων της χώρας, δια του προέδρου της Δημήτρη Βερβεσού.
Ειδικότερα, η Ολομέλεια απέστειλε την επιστολή της προς τους συναρμόδιους υπουργούς ενόψει της επικείμενης ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης, αλλά και μετά την προχθεσινή Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β’ 864/15.3.2020) για την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων και μετά τη χθεσινή απόφαση του Eurogroup, με την οποία ενεκρίθησαν μέτρα οικονομικής στήριξης των πληττόμενων επιχειρήσεων, εργαζομένων, ελευθέρων επαγγελματιών και πολιτών.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και σχετική ανακοίνωση της Ολομέλειας, με την επιστολή ζητείται να «συμπεριληφθούν και οι δικηγόροι και οι δικηγορικές εταιρίες στους πληττόμενους κλάδους και να ληφθούν άμεσα μέτρα προστασίας και στήριξής τους, λαμβανομένου υπόψη ότι από τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί ουσιαστικά αναστέλλεται η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος δικαστικά και εξώδικα και ανακύπτει αντικειμενική αδυναμία προσπόρισης εισοδήματος».
Διαβάστε εδώ την επιστολή της Ολομέλειας προς τα συναρμόδια υπουργεία.
Καταδικάστηκαν σ’ ένα χρόνο φυλακή και πρόστιμο δύο επιχειρηματίες που παραβίασαν τα μέτρα για τον κορονοϊό
Γεγονός αποτελούν πλέον οι πρώτες καταδίκες στην Αθήνα για παραβίαση των μέτρων που επέβαλε η Πολιτεία για την πρόληψη μετάδοσης του κορονοϊου. Από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας καταδικάσθηκαν σήμερα δυο επιχειρηματίες σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και χρηματικό πρόστιμο 300 ευρώ, καθώς κρίθηκαν ένοχοι για το αδίκημα της παραβίασης των μέτρων μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών. Συνολικά, δε, οι συλληφθέντες που οδηγήθηκαν στα δικαστήρια ανέρχονται σε 29 και εκτός των δυο καταδικασθέντων αναμένονται τις επόμενες ημέρες και οι δίκες των υπολοίπων 27 κατηγορουμένων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πινάκιο του αυτόφωρου δικαστηρίου της Αθήνας, είναι γεμάτο χθες από τέτοιες υποθέσεις. Δηλαδή δικογραφίες που αφορούσαν σε συλληφθέντες για παράβαση των μέτρων της Πολιτείας βάσει του άρθρου 285 του Ποινικού Κώδικα.
Υπενθυμίζεται ότι η εισαγγελία του Αρείου Πάγου έχει εκδώσει εγκύκλιο με την οποία ζητεί αυστηρή τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας για όσους παραβιάζουν τα μέτρα πρόληψης της μετάδοσης του ιού.
Πάντως και σήμερα, οι προϊστάμενοι των δικαστηρίων ζητούν από δικηγόρους και πολίτες να μην προσέρχονται χωρίς σοβαρό στους χώρους των δικαστηρίων. Προτείνουν τηλεφωνικές επικοινωνίες με τις υπηρεσίες των δικαστηρίων για οποιαδήποτε διευκρίνιση και παραπέμπουν στην τελευταία υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την οποία καμία προθεσμία δεν χάνεται και καμία αξίωση των πολιτών δεν παραγράφεται.

