Σαν σήμερα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2002, ο Δημήτρης Κουφοντίνας, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα της «17 Νοέμβρη», εμφανίστηκε αυτοβούλως στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και παραδόθηκε στις Αρχές.
Ήταν η στιγμή που έκλεινε ένας κύκλος εβδομάδων καταδίωξης, ανακρίσεων και αποκαλύψεων γύρω από την οργάνωση που για σχεδόν τρεις δεκαετίες είχε συνδέσει το όνομά της με πολιτικές δολοφονίες, ένοπλες επιθέσεις και ληστείες.
Η Ελληνική Αστυνομία κατέγραψε την ώρα της παράδοσης ως 14:35 και ανέφερε ότι ο καταζητούμενος οδηγήθηκε αμέσως στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, όπου εξετάστηκε από τον εισαγγελέα και τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στις έρευνες.
Σαν σήμερα: Το καλοκαίρι που άλλαξε τα δεδομένα
Μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του 2002, η «17 Νοέμβρη» παρέμενε για τις ελληνικές Αρχές μια από τις πιο δύσκολες και επίμονες υποθέσεις τρομοκρατίας.
Από την πρώτη εμφάνισή της το 1975, η οργάνωση είχε αναλάβει ή αποδοθεί σε αυτήν μια σειρά από δολοφονίες και επιθέσεις, διατηρώντας για χρόνια την πραγματική ταυτότητα των μελών της καλυμμένη.
Η κατάσταση άλλαξε δραματικά στις 29 Ιουνίου 2002, όταν στον Πειραιά εξερράγη εκρηκτικός μηχανισμός στα χέρια του Σάββα Ξηρού. Ο σοβαρός τραυματισμός του και όσα ακολούθησαν αποτέλεσαν την αρχή μιας αλυσιδωτής εξέλιξης που μέσα σε λίγες εβδομάδες έφερε στο φως πρόσωπα, χώρους, στοιχεία και διαδρομές που συνδέονταν με την οργάνωση.
Οι συλλήψεις διαδέχονταν η μία την άλλη και η εικόνα μιας οργάνωσης που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν άπιαστη άρχισε να καταρρέει. Η έρευνα της Αντιτρομοκρατικής προχωρούσε και μαζί της αυξανόταν η πίεση για τον εντοπισμό εκείνων που παρέμεναν ασύλληπτοι.
Ανάμεσά τους βρισκόταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας.
Ο Κουφοντίνας παρέμενε άφαντος
Ο Κουφοντίνας θεωρούνταν από τις Αρχές ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της «17 Νοέμβρη». Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την έναρξη των συλλήψεων, όμως, είχε καταφέρει να παραμείνει εκτός των χεριών της Αστυνομίας.
Η εξαφάνισή του τροφοδοτούσε καθημερινά τα δημοσιεύματα και τα σενάρια για το πού βρισκόταν και αν είχε καταφέρει να διαφύγει από τη χώρα.
Οι Αρχές αναζητούσαν τα ίχνη του, ενώ παράλληλα η υπόθεση της «17 Νοέμβρη» είχε πλέον μετατραπεί σε μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ο ίδιος θα επέλεγε τελικά έναν διαφορετικό δρόμο.
Το μεσημέρι της 5ης Σεπτεμβρίου
Το μεσημέρι της Πέμπτης 5 Σεπτεμβρίου 2002, ένα ταξί έφτασε έξω από το κτίριο της ΓΑΔΑ, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από το όχημα κατέβηκε ένας άνδρας και κατευθύνθηκε προς την είσοδο.
Ήταν ο Δημήτρης Κουφοντίνας.
Σύμφωνα με τις δημοσιευμένες μαρτυρίες της εποχής, παρουσιάστηκε στον φρουρό και δήλωσε ότι ήθελε να παραδοθεί. Η εικόνα ήταν εντυπωσιακά διαφορετική από εκείνη που θα περίμενε κανείς για έναν άνθρωπο που επί εβδομάδες καταζητούνταν από τις Αρχές.
Δεν συνελήφθη έπειτα από επιχείρηση ή καταδίωξη. Πήγε ο ίδιος στη ΓΑΔΑ.
Το επίσημο δελτίο Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, που εκδόθηκε εκείνη την ημέρα, ήταν λιτό και σαφές: ο Κουφοντίνας «προσήλθε αυθόρμητα» στο κτίριο της ΓΑΔΑ στις 14:35 και παραδόθηκε. Αμέσως οδηγήθηκε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.
Η ανακοίνωση που προηγήθηκε της παράδοσης
Η παράδοση δεν ήρθε εντελώς χωρίς προειδοποίηση.
Λίγο νωρίτερα, ο Κουφοντίνας είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τη δικηγόρο Ιωάννα Κούρτοβικ, η οποία εκπροσωπούσε τη σύντροφό του Αγγελική Σωτηροπούλου. Της ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να παραδοθεί.
Η πληροφορία αρχικά αντιμετωπίστηκε με επιφύλαξη. Όπως καταγράφηκε στα δημοσιεύματα της ημέρας, η δικηγόρος ενημέρωσε τη Σωτηροπούλου και στη συνέχεια επικοινώνησαν με τις Αρχές για να επιβεβαιώσουν ότι πράγματι είχε πραγματοποιηθεί η παράδοση.
Λίγες ώρες αργότερα, η Σωτηροπούλου και ο γιος της συναντήθηκαν μαζί του στα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής.
Από την ελευθερία στην ανάκριση
Από τη στιγμή που πέρασε το κατώφλι της ΓΑΔΑ, ο Κουφοντίνας βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δικαστική διαδικασία που θα ακολουθούσε.
Η Ελληνική Αστυνομία ανέφερε ότι οδηγήθηκε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, όπου εξεταζόταν από τον εισαγγελέα Ιωάννη Διώτη και αξιωματικούς της υπηρεσίας. Σε βάρος του εκκρεμούσε ένταλμα του Ειδικού Εφέτη Ανακριτή.
Η παράδοσή του είχε, επομένως, διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά ολοκλήρωνε την αναζήτηση ενός από τους πλέον καταζητούμενους ανθρώπους στην Ελλάδα. Από την άλλη, άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο: Εκείνο της ανάκρισης, της δίκης και της δικαστικής διερεύνησης της δράσης της «17 Νοέμβρη».
«Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη»
Το ίδιο βράδυ, μέσω της συνηγόρου του, ο Κουφοντίνας έκανε γνωστό ότι αναλάμβανε την πολιτική ευθύνη για τη δράση της «17 Νοέμβρη».
Παράλληλα, σύμφωνα με το δημοσίευμα της εποχής, αρνούνταν την ενοχή του για τις πράξεις όπως αυτές περιγράφονταν στο κατηγορητήριο.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση θα αποτελούσε ένα από τα βασικά σημεία της δημόσιας παρουσίας του Κουφοντίνα κατά τα επόμενα χρόνια. Η ίδια η έννοια της «πολιτικής ευθύνης» βρέθηκε στο επίκεντρο μιας έντονης αντιπαράθεσης, καθώς ερχόταν αντιμέτωπη με τη δικαστική αντιμετώπιση των πράξεων της οργάνωσης ως βαριά εγκλήματα.
Το τέλος μιας περιόδου για τη «17 Νοέμβρη»
Η παράδοση του Κουφοντίνα δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός. Εντασσόταν στην αλυσίδα εξελίξεων που ξεκίνησε μετά την έκρηξη στον Πειραιά και οδήγησε στην αποκάλυψη του μηχανισμού της «17 Νοέμβρη».
Μέσα σε λίγους μήνες, πρόσωπα που επί χρόνια κινούνταν στη σκιά είχαν πλέον οδηγηθεί ενώπιον των δικαστικών Αρχών. Η υπόθεση, που για δεκαετίες παρέμενε ανοιχτή, έμπαινε πλέον στη φάση της δικαστικής εκκαθάρισης.
Η 5η Σεπτεμβρίου αποτέλεσε, έτσι, ένα από τα χαρακτηριστικότερα ορόσημα εκείνου του καλοκαιριού.
Η μεγάλη δίκη
Το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο γράφτηκε στις δικαστικές αίθουσες.
Ο Κουφοντίνας και άλλα μέλη της «17 Νοέμβρη» οδηγήθηκαν σε δίκη, η οποία συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στο δικαστήριο εξετάστηκαν οι δολοφονίες, οι απόπειρες, οι ληστείες και οι υπόλοιπες πράξεις που αποδίδονταν στην οργάνωση.
Η διαδικασία έφερε στο φως λεπτομέρειες για τη λειτουργία της «17 Νοέμβρη» και για την πολυετή δράση της. Ο Κουφοντίνας καταδικάστηκε για σειρά βαριών εγκλημάτων και του επιβλήθηκαν πολλαπλές ισόβιες ποινές.
Με την καταδίκη του ολοκληρώθηκε ένα ακόμη σημαντικό στάδιο μιας υπόθεσης που είχε συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία.
Περισσότερες από δύο δεκαετίες μετά, η 5η Σεπτεμβρίου 2002 εξακολουθεί να αποτελεί ημερομηνία-ορόσημο για την ιστορία της ελληνικής τρομοκρατίας.

