Στις 19 Φεβρουαρίου του 1954, η Βραζιλία δεν υποδέχτηκε απλώς έναν χαρισματικό ποδοσφαιριστή, αλλά μια προσωπικότητα που έμελλε να αποδείξει πως η μπάλα μπορεί να γίνει το πιο ισχυρό όχημα για κοινωνική αλλαγή.
Ο Σόκρατες Μπραζιλέιρο Σαμπάιο ντε Σόουζα Βιέιρα ντε Ολιβέιρα, ο «γιατρός» με το αρχαιοελληνικό όνομα, το ψηλόλιγνο ανάστημα και το απαράμιλλο στυλ, παραμένει μέχρι σήμερα το απόλυτο σύμβολο του ρομαντισμού και της πνευματικότητας στα γήπεδα.
Δεν ήταν ο τυπικός αθλητής της εποχής του. Ενώ μεσουρανούσε στα τερέν, σπούδαζε ιατρική, κάπνιζε αρειμανίως και απολάμβανε την μπίρα του, περιφρονώντας τις συμβατικές προπονήσεις αλλά τιμώντας την ουσία του παιχνιδιού.
Για τον Σόκρατες, το ποδόσφαιρο δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μια πλατφόρμα ελευθερίας.
Η «Κορινθιανή Δημοκρατία» και η γροθιά στη δικτατορία
Η μεγαλύτερη επιτυχία του Σόκρατες δεν καταγράφηκε σε κάποιο πίνακα σκόρερ, αλλά στους τοίχους των αποδυτηρίων της Κορίνθιανς. Σε μια εποχή που η Βραζιλία στενάζει κάτω από την μπότα μιας σκληρής στρατιωτικής δικτατορίας, εκείνος πρωτοστατεί στην ίδρυση της «Κορινθιανής Δημοκρατίας».
Ήταν ένα πείραμα αυτοδιαχείρισης όπου τα πάντα, από την ώρα του μεσημεριανού μέχρι τις μεταγραφές και τις πολιτικές τοποθετήσεις, αποφασίζονταν με ψηφοφορία, από τον πρώτο σταρ μέχρι τον φροντιστή της ομάδας.
Το σύνθημα «Νίκη ή ήττα, αλλά πάντα με δημοκρατία» που αναγραφόταν στις φανέλες τους, ήταν μια ηχηρή πράξη αντίστασης.
Ο Σόκρατες δεν φοβήθηκε ποτέ. Χρησιμοποίησε τη δημοφιλία του για να αφυπνίσει έναν ολόκληρο λαό, αποδεικνύοντας πως ένας αθλητής οφείλει να είναι πάνω από όλα ενεργός πολίτης.
Η τέχνη του τακουνιού και η «ομορφότερη» ήττα
Στο χορτάρι, ο Σόκρατες ήταν ένας καλλιτέχνης της οικονομίας. Το θρυλικό του τακουνάκι δεν ήταν επίδειξη τεχνικής, αλλά η ανάγκη ενός ανθρώπου που σκεφτόταν πιο γρήγορα από τους υπόλοιπους και ήθελε να απλοποιήσει το παιχνίδι.
Με το κεφάλι πάντα ψηλά, μοίραζε παιχνίδι με μια αρχοντιά που σπάνια συναντάται πια στον σύγχρονο, βιομηχανοποιημένο αθλητισμό.
Η εικόνα του με το μούσι και την κορδέλα στο κεφάλι, να οδηγεί την εμβληματική «Σελεσάο» του 1982 στην Ισπανία, παραμένει η πιο γλυκιά υπενθύμιση του ποδοσφαιρικού ρομαντισμού.
Αν και εκείνη η ομάδα δεν κατέκτησε το Μουντιάλ, έμεινε στην ιστορία ως η κορυφαία εθνική που δεν πήρε το τρόπαιο, κερδίζοντας κάτι πολύ πιο ανθεκτικό στον χρόνο… Την καθολική αναγνώριση για το όμορφο παιχνίδι (Jogo Bonito).
Ένας γιατρός που θεράπευε συνειδήσεις
Ο Σόκρατες πέτυχε κάτι μοναδικό… Να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον πνευματικό άνθρωπο και τον λαϊκό ήρωα. Μετά την απόσυρσή του, συνέχισε να ασκεί την ιατρική, να γράφει για την πολιτική και να σχολιάζει τα κακώς κείμενα της κοινωνίας με την ίδια οξύτητα που έβρισκε τα δίχτυα.
Έφυγε νωρίς, το 2011, χτυπημένος από τις καταχρήσεις που ήταν μέρος της αντισυμβατικής και συχνά αυτοκαταστροφικής του φύσης. Όμως η κληρονομιά του παραμένει αλώβητη.
Σήμερα, αν τον αναζητούσαμε κάπου, θα ήταν σίγουρα σε μια γωνιά με ένα ποτήρι στο χέρι, συζητώντας για την ελευθερία, θυμίζοντάς μας πως το σκορ στο τέλος του αγώνα είναι το λιγότερο σημαντικό μπροστά στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου.