Αν μπορούσαμε να πάρουμε το Έβερεστ και να το βυθίσουμε στον πυθμένα της θάλασσας, η κορυφή του όχι μόνο θα χανόταν κάτω από τα κύματα, αλλά θα καλυπτόταν από περισσότερα από δύο χιλιόμετρα νερού.
Βρισκόμαστε στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά των Φιλιππίνων, στην περίφημη Τάφρο των Μαριανών. Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο γνωστό σημείο ολόκληρου του πλανήτη μας: το Βαθύ του Τσάλεντζερ.
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μετρήσεις από επανδρωμένα βαθυσκάφη, ο πυθμένας φτάνει σε βάθος 10.935 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Σε αυτό το σημείο το φως του ήλιου είναι ανύπαρκτο, η θερμοκρασία αγγίζει το μηδέν και η πίεση είναι τόσο τεράστια που θα συνέθλιβε ακαριαία οποιοδήποτε απροφύλακτο αντικείμενο.
Κι όμως, παρά τις συνθήκες επιστημονικής φαντασίας, αυτός ο κόσμος κάθε άλλο παρά νεκρός είναι.
Μια τεράστια «ουλή» στον χάρτη του πλανήτη
Η Τάφρος των Μαριανών δεν είναι απλώς μια τυχαία κοιλότητα. Εκτείνεται σε μήκος περίπου 2.550 χιλιομέτρων και αποτελεί το δραματικό αποτέλεσμα της κίνησης των τεκτονικών πλακών.
Η τεράστια ωκεάνια πλάκα του Ειρηνικού βυθίζεται αργά κάτω από την πλάκα των Φιλιππίνων, δημιουργώντας αυτή την τεράστια υποθαλάσσια τάφρο. Είναι μια αέναη, αθόρυβη διαδικασία εκατομμυρίων ετών που συνδέεται άμεσα με τη σεισμική και ηφαιστειακή δραστηριότητα της περιοχής.
Η πίεση που «τσακίζει» τα πάντα και η ζωή που επιμένει
Το μεγαλύτερο στοίχημα για όποιον ή ό,τι επιχειρήσει να πλησιάσει τον πυθμένα είναι η πίεση. Στα 11 χιλιόμετρα βάθος, η πίεση του νερού είναι εκατοντάδες φορές μεγαλύτερη από αυτή που νιώθουμε στην επιφάνεια της Γης.
Κι όμως, οι επιστήμονες έχουν εντυπωσιαστεί διαπιστώνοντας ότι η ζωή βρίσκει πάντα τρόπο. Μικροοργανισμοί, μικρά καρκινοειδή και ασπόνδυλα κατοικούν στα πιο βαθιά σημεία, αποδεικνύοντας ότι τα όρια της ζωής είναι πολύ πιο ευέλικτα απ’ ό,τι νομίζαμε.
Βέβαια, υπάρχει ένα φυσικό όριο: τα ψάρια, όπως τα γνωστά σαλιγκαρόψαρα, φαίνεται πως δεν μπορούν να επιβιώσουν κάτω από τα 8.200 με 8.400 μέτρα λόγω της ακραίας φυσιολογικής πίεσης, αφήνοντας τα ακόμη μεγαλύτερα βάθη αποκλειστικά σε ανθεκτικά ασπόνδυλα.
Από το «Τσάλεντζερ» μέχρι τον Τζέιμς Κάμερον
Για αιώνες, η άβυσσος παρέμενε ένα τεράστιο, απροσπέλαστο ερωτηματικό. Η πρώτη συστηματική μέτρηση στην περιοχή πραγματοποιήθηκε το 1875, κατά τη διάρκεια της βρετανικής αποστολής του πλοίου «Τσάλεντζερ». Με ένα σχοινί και ένα βάρος, οι επιστήμονες υπολόγισαν βάθος περίπου 8.184 μέτρων, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά το πραγματικό μέγεθος της υποθαλάσσιας τάφρου.
Η μεγάλη στιγμή ήρθε στις 23 Ιανουαρίου 1960. Ο Ελβετός ωκεανογράφος Ζακ Πικάρ και ο Αμερικανός αξιωματικός Ντον Γουόλς κατέβηκαν με το βαθυσκάφος «Τριέστε» στο «Βαθύ του Τσάλεντζερ», φτάνοντας σε βάθος περίπου 10.916 μέτρων.
Η κατάδυση, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Νέκτον», απέδειξε ότι ο άνθρωπος μπορούσε να φτάσει σε ένα από τα πιο ακραία περιβάλλοντα της Γης. Μάλιστα, οι δύο εξερευνητές ανέφεραν ότι είδαν ένα πλάσμα που έμοιαζε με ψάρι, όμως η συγκεκριμένη παρατήρηση αμφισβητήθηκε αργότερα από την επιστημονική κοινότητα.
Ο Τζέιμς Κάμερον επιστρέφει στην άβυσσο
Περισσότερα από 50 χρόνια αργότερα, το 2012, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Τζέιμς Κάμερον πραγματοποίησε μόνος του κατάδυση στο ίδιο σημείο με ειδικά σχεδιασμένο βαθυσκάφος.
Έφτασε περίπου στα 10.898 μέτρα, καταγράφοντας εικόνες και συλλέγοντας δείγματα από τον πυθμένα.
Οι σύγχρονες αποστολές
Το 2019, ο Βίκτορ Βεσκόβο πραγματοποίησε επανειλημμένες καταδύσεις στην περιοχή, φτάνοντας σε βάθος περίπου 10.925 μέτρων με το βαθυσκάφος «Περιοριστικός Παράγοντας».
Έναν χρόνο αργότερα, το 2020, το κινεζικό βαθυσκάφος «Φεντόουτζε» έφτασε περίπου στα 10.909 μέτρα, συνεχίζοντας την εξερεύνηση ενός από τα πιο άγνωστα περιβάλλοντα του πλανήτη.
Παρά τις δεκαετίες έρευνας, η άβυσσος εξακολουθεί να κρύβει μυστικά. Σχεδόν 11 χιλιόμετρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, η Τάφρος των Μαριανών παραμένει ένα από τα τελευταία μεγάλα σύνορα εξερεύνησης στη Γη.
