Με βασικό θέμα τον «χάρτη μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή» επανεκκινούν οι εργασίες της Βουλής, μετά τη διακοπή των εορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.
Το σχέδιο νόμου του υπουργείου Εθνικής Άμυνας συζητείται σε β΄ανάγνωση στη Διαρκή Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας, ενώ αύριο Πέμπτη (8/1), αναμένεται να εισαχθεί προς συζήτηση στην Ολομέλεια.
Κατά την πρώτη φάση επεξεργασίας των διατάξεων, το νομοσχέδιο έλαβε τη θετική ψήφο της συμπολίτευσης.
Κατά την έναρξη της συνεδρίασης, ο προεδρεύων της Επιτροπής, Δημήτρης Καιρίδης, σημείωσε ότι το 2026 «ξεκίνησε δύσκολα», επισημαίνοντας την εντεινόμενη αναταραχή στο διεθνές σύστημα και τον πολλαπλασιασμό των προκλήσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όπως τόνισε ο βουλευτής της ΝΔ, ο ρόλος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και η μέριμνα της Βουλής για αυτές, καθίστανται ακόμη πιο κρίσιμοι, καθώς τα επόμενα χρόνια θα κληθούν να διασφαλίσουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία για να προοδεύσει.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Εθνικής Άμυνας, Ντόρα Μπακογιάννη, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο επωφελές για την άμυνα της χώρας και κάλεσε τα κόμματα της αντιπολίτευσης να το υπερψηφίσουν στην Ολομέλεια.
«Επιτακτική ανάγκη προσαρμογής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στη διεθνή και περιφερειακή πραγματικότητα»
Υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη προσαρμογής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στη διεθνή και περιφερειακή πραγματικότητα, επισημαίνοντας ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στέλνουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: καμία χώρα δεν μπορεί να βασίζεται στην παρέμβαση τρίτων απέναντι σε απειλές, είτε πρόκειται για την Ταϊβάν, τις Φιλιππίνες, τη Νότια Κορέα, είτε για την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η κ. Μπακογιάννη ανέφερε ότι για δεκαετίες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη συνολικά, επικράτησε μια περίοδος γεωπολιτικής και στρατιωτικής ανεμελιάς, η οποία στηρίχθηκε στη βεβαιότητα της αμερικανικής αμυντικής ομπρέλας.
Ακόμη και στην ελληνική περίπτωση, όπου ο κίνδυνος δεν εξέλειψε ποτέ, όπως είπε, σε μεγάλο βαθμό υπήρξε εξάρτηση από την αποτρεπτική ισχύ μιας διπλωματικής παρέμβασης εκ μέρους των ΗΠΑ.
Όπως τόνισε, αυτή η λογική αποτυπώθηκε και στη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες δεν οργανώθηκαν αποκλειστικά με βάση τις αμυντικές ανάγκες της χώρας, αλλά και για την εξυπηρέτηση μη επιχειρησιακών σκοπιμοτήτων.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια, ήταν η υπερπληθώρα διοικητικών βαθμών, η δήλωση ψυχικής αδυναμίας στράτευσης από χιλιάδες νέους, καθώς και η γενικευμένη αξιολόγηση των στελεχών ως «αρίστων». Μια κατάσταση που ήταν εξαρχής προβληματική και σήμερα, σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, καθίσταται επικίνδυνη και απαιτεί άμεση αλλαγή.
Η κ. Μπακογιάννη σημείωσε ότι το νέο νομοσχέδιο στοχεύει στον εξορθολογισμό του συστήματος, με βασική τομή το νέο βαθμολόγιο, το οποίο αποσυνδέει τον βαθμό από τον μισθό και ρυθμίζει με πιο ορθολογικό τρόπο τις προαγωγές και την αξιολόγηση των στελεχών.
Παράλληλα, περιλαμβάνει αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις και εφάπαξ για το σύνολο των στρατιωτικών, αναβάθμιση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης, καθώς και θητεία κληρωτών που σέβεται τον χρόνο και τους διαθέσιμους πόρους.
Αναγνώρισε ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν είναι πολιτικά εύκολες, ιδίως σε προεκλογική περίοδο, ωστόσο, όπως είπε, υπαγορεύονται από επιτακτική εθνική ανάγκη.
Τόνισε επίσης ότι καμία κατηγορία στελεχών δεν μένει εκτός ρυθμίσεων, διασφαλίζοντας δικαιώματα προαγωγής όπου υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, ενώ για τους υπαξιωματικούς προβλέπεται μακρά μεταβατική περίοδος και εναλλακτικές οδοί μετάταξης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις παλαιότερες σειρές ΑΣΣΥ, ζητώντας από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας να εξεταστεί εκ νέου η δυνατότητα προαγωγής τους κατά έναν επιπλέον βαθμό.
Διευκρίνισε ωστόσο ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η πρακτική απονομής βαθμών χωρίς αντίστοιχα καθήκοντα και οργανικές θέσεις.
Κλείνοντας, η κ. Μπακογιάννη υπογράμμισε ότι επί διακυβέρνησης ΝΔ οι αποδοχές, οι συντάξεις και τα εφάπαξ των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων αυξάνονται και θα συνεχίσουν να αυξάνονται με σταθερό και προβλέψιμο τρόπο, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή επένδυσης τόσο στον εξοπλισμό όσο και στο ανθρώπινο δυναμικό του ελληνικού στρατού.