Η μετάβαση στο ασφαλιστικό πλαίσιο του Νόμου 4387/2016 (γνωστού ως Νόμου Κατρούγκαλου) επέφερε μια σειρά από δυσμενείς ανατροπές, με μία από τις πλέον κατάφωρες αδικίες να πλήττει τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας.
Η αλματώδης αύξηση του κόστους εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας, η οποία εκτινάχθηκε από το 6,67% στο 20% επί των μεικτών αποδοχών (τριπλασιασμός του κόστους), δεν αποτελεί απλώς μια δυσβάσταχτη οικονομική επιβάρυνση. Συνιστά μια βαθιά νομική και συνταγματική ανορθογραφία.
Το ζήτημα αγγίζει ιδιαίτερα τα Ένστολα Στελέχη (Αστυνομικούς προ του 1995, πρώην Ειδικούς Φρουρούς και Συνοριακούς Φύλακες, καθώς και στελέχη του Λιμενικού και Πυροσβεστικού Σώματος) που κατετάγησαν εκτός Πανελλαδικών Εξετάσεων και πλέον βρίσκονται προ των πυλών της θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Η νομική αντίφαση: «Πλασματικός» χρόνος ή πραγματική υπηρεσία;
Η αντιμετώπιση της στρατιωτικής θητείας ως «πλασματικού χρόνου» ασφάλισης, όμοιου με τα έτη σπουδών, παραβλέπει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ένταξης των συγκεκριμένων στελεχών στα Σώματα Ασφαλείας:
- Απαραίτητη Προϋπόθεση Κατάταξης: Για τα εν λόγω στελέχη, η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας δεν ήταν επιλογή, αλλά υποχρεωτικό νομοθετικό προαπαιτούμενο για την πρόσληψή τους.
- Πραγματική Υπηρεσία στην Πατρίδα: Η θητεία αποτελεί χρόνο πραγματικής, έμμισθης (με συμβολικό αντίτιμο) ή άμισθης υπηρεσίας προς το Κράτος. Οι πολίτες άφησαν την προσωπική και επαγγελματική τους ζωή για να υπηρετήσουν την Πατρίδα, χωρίς να τους καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές.
- Υπαγωγή στο Στρατιωτικό Ασφαλιστικό Καθεστώς: Βάσει του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας υπάγονται στο ειδικό αυτό καθεστώς. Αποτελεί νομικό οξύμωρο και παραλογισμό να απαιτείται από έναν Ένστολο, που συνταξιοδοτείται με στρατιωτικές διατάξεις, να «εξαγοράσει» την ίδια του τη στρατιωτική θητεία.
Παραβίαση της ισονομίας και της αναλογικότητας
Η δραματική αύξηση της εισφοράς στο 20% εγείρει σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας (Άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας).
Δημιουργείται ένα χάσμα ανισότητας ανάμεσα σε ασφαλισμένους Δημόσιους Λειτουργούς με τον ίδιο χρόνο θητείας, των οποίων η συνταξιοδοτική μεταχείριση διαφοροποιείται βίαια ανάλογα με το πότε υπήχθησαν στις σχετικές διατάξεις ή πότε αποφάσισαν να κάνουν την αναγνώριση.
Αυτή η διαφοροποίηση δεν εδράζεται σε καμία αναλογιστική λογική, παρά μόνο σε καθαρά εισπρακτικούς σκοπούς.
Το βασικό ερώτημα προς την πολιτεία
Χρόνια αργότερα, την ώρα της συνταξιοδότησης, οι Ένστολοι βρίσκονται μπροστά σε ένα παράδοξο: Για να αξιοποιηθεί ένας χρόνος υποχρεωτικής κρατικής υπηρεσίας, απαιτείται η καταβολή υπέρογκων ποσών.
Γιατί ο χρόνος μιας υποχρεωτικής κρατικής υπηρεσίας, η οποία μάλιστα αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψη στο Δημόσιο, να πρέπει να εξαγοραστεί χρυσά για να υπολογιστεί συνταξιοδοτικά;
Για έναν Ένστολο που φτάνει στη δύση της καριέρας του, αυτή η οικονομική επιβάρυνση είναι άδικη και εξοντωτική.
Η στρατιωτική θητεία ήταν μια αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση προς το Έθνος. Το αν πρέπει σήμερα να μετατρέπεται σε δυσβάσταχτο οικονομικό «πέναλτι» για τη λήψη μιας αξιοπρεπούς σύνταξης, είναι ένα ερώτημα στο οποίο η Πολιτεία οφείλει, επιτέλους, να απαντήσει καθαρά και μα διορθώσει νομοθετικά.

