Το 2019 η ΕΛ.ΑΣ. υπέγραψε σύμβαση με την Intracom Telecom για την υλοποίηση του προγράμματος Smart Policing, συνολικού προϋπολογισμού 4 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 75% καλύφθηκε από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας (Internal Security Fund – ISF).
Το έργο προέβλεπε την προμήθεια 1.000 «έξυπνων» φορητών συσκευών, εξοπλισμένων με δυνατότητες αναγνώρισης προσώπου και δακτυλικών αποτυπωμάτων, καθώς και σάρωσης εγγράφων και πινακίδων οχημάτων, για χρήση από αστυνομικούς σε επιτόπιους ελέγχους.
Συγκεκριμένα, όπως είχε ανακοινώσει η ΕΛ.ΑΣ.:
«Η δράση “Έξυπνη Αστυνόμευση – Smart Policing” εστιάζει στην προμήθεια σύγχρονων φορητών ηλεκτρονικών συσκευών τύπου “Smart Phone”, οι οποίες, μέσω μίας ενιαίας εφαρμογής/διεπαφής αναζητήσεων στις υφιστάμενες βάσεις δεδομένων (εθνικές και ευρωπαϊκές) και της λήψης βιομετρικών χαρακτηριστικών (μέσω της μεθόδου σάρωσης), αριθμών πινακίδας κυκλοφορίας και στοιχείων εγγράφων, επιτυγχάνουν τη γρήγορη και ασφαλή αναζήτηση και ταυτοποίηση οχημάτων, προσώπων και αντικειμένων».
Όπως αναφέρει αναλυτικά η Homo Digitalis: «Η Homo Digitalis ανέδειξε δημόσια την υπόθεση μέσω κοινής ερευνητικής δημοσίευσης με την AlgorithmWatch τον Δεκέμβριο του 2019. Τον ίδιο μήνα υποβάλαμε αίτημα πρόσβασης σε έγγραφα προς το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, χωρίς να λάβουμε ουσιαστικές απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα νομιμότητας και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Τον Μάρτιο του 2020 καταθέσαμε καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ). Η Αρχή έκανε δεκτό το αίτημά μας και ξεκίνησε επίσημη έρευνα τον Αύγουστο του 2020.
Παράλληλα, το Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε το σύνολο των 4 εκατομμυρίων ευρώ και οι συσκευές παραδόθηκαν κανονικά στην ΕΛ.ΑΣ. τον Σεπτέμβριο του 2021. Έκτοτε, η ΕΛ.ΑΣ. είχε χρησιμοποιήσει το εν λόγω σύστημα μόνο σε πιλοτικό επίπεδο.
Μετά από έξι χρόνια, επιβεβαιώνεται ότι οι ανησυχίες που είχαμε εκφράσει από την πρώτη στιγμή ήταν απολύτως βάσιμες. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η κατασπατάληση 4 εκατομμυρίων ευρώ δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων για ένα σύστημα που δεν μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει νόμιμα. Η υπόθεση αυτή υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη για έλεγχο νομιμότητας, διαφάνεια και λογοδοσία πριν από την υιοθέτηση τεχνολογιών υψηλού ρίσκου, ιδίως όταν χρηματοδοτούνται με δημόσιο χρήμα από κρατικά και ενωσιακά ταμεία και επηρεάζουν άμεσα τις ζωές όλων μας».