Στο Αυτόφωρο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Βόλου εκδικάστηκε σήμερα υπόθεση ενδοοικογενειακής απειλής κατά εξακολούθηση υπό τη μορφή επίμονης καταδίωξης (stalking), με κατηγορούμενο έναν 39χρονο άνδρα και παθούσα την 35χρονη πρώην σύντροφό του, με την οποία διατηρούσε σχέση περίπου δέκα ετών.
Σύμφωνα με την παθούσα, η σχέση τους διαταράχθηκε πριν λίγες ημέρες όταν πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη για κατοχή ναρκωτικών, επιβεβαιώνοντας της υποψίες που είχε η ίδια αλλά και η μητέρα του συντρόφου της εδώ και αρκετό καιρό.
Όπως κατέθεσε, εξαιτίας αυτού, αποφάσισε να χωρίσουν και αυτή η απόφασή της αποτέλεσε την αφορμή για να ξεκινήσει να ενοχλεί την ίδια και την οικογένειά της ο πρώην πλέον σύντροφός της, σύμφωνα με το gegonota.news.
Η γυναίκα ανέφερε ότι από τις 15 έως τις 23 Ιουνίου δεχόταν συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις, μηνύματα και ανεπιθύμητες εμφανίσεις του 35χρονου στη δουλειά, το σπίτι της ή το πατρικό της.
Αναγκάστηκε να μπλοκάρει τον αριθμό τηλεφώνου του, όμως εκείνος συνέχισε να επικοινωνεί με συγγενικά της πρόσωπα, όπως την γιαγιά, την αδελφή και τον θείο της, ζητώντας τους να τον βοηθήσουν να τα ξαναβρούν.
Η ίδια κατέθεσε ακόμη ότι ο κατηγορούμενος περιφερόταν συνεχώς έξω από το σπίτι και την εργασία της, πήγαινε στο πατρικό της σπίτι, άφηνε σημειώματα στο αυτοκίνητό της και επιχειρούσε επίμονα να έρθει σε επαφή μαζί της, παρά το γεγονός ότι του είχε ξεκαθαρίσει πως δεν θέλει να είναι πια μαζί.
Η παθούσα δήλωσε ότι η κατάσταση αυτή της προκάλεσε τεράστια ταραχή και φόβο και για αυτόν τον λόγο σταμάτησε να πηγαίνει στην δουλειά της, αποφεύγει να κυκλοφορεί μόνη της και δεν νιώθει ασφαλής ούτε στο σπίτι της, καθώς ο κατηγορούμενος, όπως κατέθεσε, έχει ακόμη κλειδιά του σπιτιού της.
Σύμφωνα με την ίδια, το γεγονός που την οδήγησε να καταγγείλει τον πρώην σύντροφό της στην αστυνομία, ήταν μία τηλεφωνική κλήση από την θεία του.
Όπως κατέθεσε η 35χρονη, το βράδυ της Κυριακής ο 39χρονος πληροφόρησε την θεία του πως βρίσκεται στο αυτοκίνητο με προορισμό ένα χωριό της Λάρισας, στο οποίο θα «μίσθωνε» ακόμη 4 ή 5 άνδρες προσφέροντάς τους κοκαΐνη, προκειμένου να απαγάγουν την 35χρονη.
Ο πατέρας της 35χρονης επιβεβαίωσε ότι μετά τη σύλληψη του κατηγορούμενου για τα ναρκωτικά άρχισαν σοβαρά προβλήματα για την οικογένειά του, ενώ κατέθεσε ότι τον είχε παρακαλέσει να σταματήσει να πλησιάζει την κόρη και το σπίτι τους.
Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος, το βράδυ του Σαββάτου, βρισκόταν επί ώρες με το όχημά του έξω από το σπίτι τους, στο οποίο είχε μετακομίσει και η κόρη του, καθώς φοβόταν να μείνει πλέον μόνη της.
Από την πλευρά της, η μητέρα του κατηγορούμενου υποστήριξε ότι ο γιος της «είναι καλό παιδί» και ότι όλες οι πράξεις του οφείλονται στο ότι αγαπάει ακόμη την παθούσα.
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε το λάθος του σχετικά με τα ναρκωτικά, αρνήθηκε όμως ότι απείλησε την πρώην σύντροφό του ή ότι είχε πρόθεση να της προκαλέσει φόβο.
Υποστήριξε ότι προσπαθούσε απλώς να επικοινωνήσει μαζί της και ότι οι αναφορές περί απαγωγής παρερμηνεύτηκαν από τη θεία του.
Δήλωσε ακόμη ότι δεν θα συνεχίσει να την ενοχλεί έτσι όπως κατέληξαν τα πράγματα ενώ όπως ισχυρίστηκε, την ενοχλούσε μόνο για να βλέπει αν είναι καλά.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο για ενδοοικογενειακή απειλή κατά εξακολούθηση υπό τη μορφή επίμονης καταδίωξης.
Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή και περιοριστικοί όροι απαγόρευσης προσέγγισης και επικοινωνίας με την παθούσα σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων από την ίδια, την οικία, την εργασία και το πατρικό της σπίτι.
Η έφεση διατηρεί το ανασταλτικό της αποτέλεσμα υπό τους ίδιους όρους.

