Η Ευρώπη έδωσε «μισή στήριξη» στην Ελλάδα – Ο Ερντογάν προκαλεί, οι Βρυξέλλες κρατούν ίσες αποστάσεις

Ο Κόστα μίλησε για «συνεργατική σχέση» με την Τουρκία, αλλά απέφυγε να βάλει την Άγκυρα στη θέση της

Γράφει ο Αρχικοριός

Υπάρχουν δηλώσεις που δημιουργούν ειδήσεις και υπάρχουν δηλώσεις που απλώς επιβεβαιώνουν τη διπλωματική γλώσσα. Η χθεσινή παρέμβαση του Αντόνιο Κόστα ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.

Γιατί την ώρα που η Τουρκία επιστρέφει στη γνωστή ρητορική των απειλών και των απαιτήσεων απέναντι στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται να κινείται στη γνωστή γραμμή των «ίσων αποστάσεων»: Ναι στη σταθερότητα, ναι στη συνεργασία με την Τουρκία, ναι στην προστασία των κρατών-μελών, αλλά χωρίς να ακουστεί μια καθαρή και ηχηρή προειδοποίηση προς την Άγκυρα.

Ο Κόστα δεν είπε κάτι που να προκαλεί σεισμό στην Άγκυρα. Είπε ότι η ΕΕ έχει στρατηγικό συμφέρον για ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο, ότι επιθυμεί μια συνεργατική και αμοιβαία επωφελή σχέση με την Τουρκία και ότι η προστασία των συμφερόντων των κρατών-μελών θα αποτελεί πάντα προτεραιότητα της Ένωσης.

Σωστά όλα αυτά. Αλλά το ερώτημα είναι άλλο:

Πού ακριβώς είναι η ευρωπαϊκή απάντηση στην τουρκική πρόκληση;

Ο Ερντογάν προκαλεί και η Ευρώπη… συνεργάζεται

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν μίλησε με διπλωματικούς γρίφους.

Ζήτησε από την Ελλάδα να σταματήσει να εξοπλίζει τα νησιά του Αιγαίου και επανέφερε τη γνωστή τουρκική ρητορική περί αποστρατιωτικοποίησης. Μάλιστα, έφτασε να προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα πρέπει να «μάθει από το παρελθόν» και να αλλάξει πορεία.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, θα περίμενε κανείς από την Ευρωπαϊκή Ένωση κάτι περισσότερο από μια γενική αναφορά στη «συνεργατική σχέση» με την Τουρκία.

Θα περίμενε μια καθαρή πολιτική φράση:

Δεν απειλείς κράτος-μέλος της ΕΕ και ταυτόχρονα ζητάς προνομιακή σχέση με την Ευρώπη.

Αυτό όμως δεν ειπώθηκε.

Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.

Προκαλεί ο Ερντογάν: «Η Ελλάδα να εγκαταλείψει τον λάθος δρόμο και να σταματήσει να εξοπλίζει τα νησιά»

Ο Μητσοτάκης μίλησε καθαρά

Ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν πολύ πιο συγκεκριμένος.

Ενημέρωσε τον Κόστα για την κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο και έβαλε στο τραπέζι το casus belli, την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και το παράδοξο μιας Τουρκίας που θέλει να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση την ίδια ώρα που διατηρεί ενεργή απειλή πολέμου απέναντι σε κράτος-μέλος.

Και το σημαντικότερο: είπε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί υποδείξεις για το πώς θα ενισχύσει την αμυντική της θωράκιση.

Αυτό ήταν το πραγματικό μήνυμα της ημέρας.

Όχι επειδή η Ελλάδα ψάχνει σύγκρουση.

Αλλά επειδή δεν μπορεί να υπάρχει διάλογος με όρους εκβιασμού.

Ο «πειρατής» που όλοι αντιμετωπίζουν σαν μεγάλο παίκτη

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής.

Ο Ερντογάν έχει καταφέρει κάτι εντυπωσιακό: να συμπεριφέρεται συχνά σαν πειρατής της Ανατολικής Μεσογείου και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζεται από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σαν ένας απολύτως αναγκαίος γεωπολιτικός παίκτης, στον οποίο πρέπει διαρκώς να αφήνεται ανοιχτή η πόρτα.

Απειλεί, πιέζει, θέτει μονομερείς απαιτήσεις, αμφισβητεί δικαιώματα και κυριαρχικά συμφέροντα και την επόμενη ημέρα η Ευρώπη εξηγεί πόσο σημαντική είναι η «εποικοδομητική εμπλοκή» της Τουρκίας.

Μα τότε ποιος είναι ο κανόνας;

Εάν η Τουρκία θέλει να είναι ισχυρός και υπεύθυνος περιφερειακός παίκτης, θα πρέπει να συμπεριφέρεται και ως τέτοιος.

Δεν μπορεί να απαιτεί από την Ελλάδα να περιορίσει την άμυνά της και την ίδια ώρα να ζητά από την Ευρώπη να την αντιμετωπίζει ως στρατηγικό εταίρο.

Η Ευρώπη θέλει την Τουρκία – αλλά χρειάζεται και την Ελλάδα

Η εξήγηση για τη στάση των Βρυξελλών είναι προφανής.

Η Τουρκία είναι σημαντική για την Ευρώπη. Είναι χώρα-κλειδί για τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή, τη μετανάστευση, την ασφάλεια και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες.

Και ακριβώς γι’ αυτό η Ευρώπη φοβάται να συγκρουστεί μαζί της.

Όμως υπάρχει ένα θεμελιώδες λάθος σε αυτή τη λογική.

Η Τουρκία μπορεί να είναι σημαντική για την Ευρώπη.

Η Ελλάδα όμως είναι Ευρώπη.

Και όταν ένα κράτος-μέλος δέχεται απειλές ή αμφισβήτηση της κυριαρχίας του, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν μπορεί να περιορίζεται σε διπλωματικές διατυπώσεις.

Η φράση Κόστα ότι «η προστασία των συμφερόντων των κρατών-μελών θα είναι πάντα προτεραιότητα» είναι ασφαλώς θετική.

Αλλά είναι και το απολύτως αυτονόητο.

Το ζητούμενο είναι τι γίνεται όταν αυτά τα συμφέροντα συγκρούονται με την επιθυμία των Βρυξελλών να διατηρήσουν καλές σχέσεις με την Άγκυρα.

Η Αθήνα δεν ζητά πόλεμο – ζητά κανόνες

Και εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση.

Η Ελλάδα δεν ζητά από την Ευρώπη να κηρύξει πόλεμο στην Τουρκία.

Δεν ζητά να κλείσουν οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Δεν ζητά να σταματήσει ο διάλογος.

Ζητά κάτι πολύ πιο απλό:

Να υπάρχουν κανόνες.

Να είναι ξεκάθαρο ότι η απειλή πολέμου εναντίον ενός κράτους-μέλους δεν είναι συμβατή με την ευρωπαϊκή πορεία.

Να είναι ξεκάθαρο ότι η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός κράτους-μέλους δεν αποτελεί «διαφορά» που η Ευρώπη απλώς παρακολουθεί.

Να είναι ξεκάθαρο ότι ο διάλογος δεν σημαίνει αποδοχή τετελεσμένων.

Και κυρίως, να είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να ενισχύει την άμυνά της.

Η «μισή στήριξη» δεν αρκεί

Η χθεσινή εικόνα λοιπόν είναι παράδοξη.

Ο Μητσοτάκης μίλησε σκληρά.

Ο Ερντογάν είχε ήδη μιλήσει προκλητικά.

Και η Ευρώπη απάντησε με μια δήλωση που αφήνει ανοιχτές όλες τις πόρτες.

Αυτό είναι το ευρωπαϊκό πρόβλημα.

Η Αθήνα ακούει το «θα προστατεύσουμε τα συμφέροντα των κρατών-μελών».

Αλλά την ίδια ώρα ακούει και το «θέλουμε μια συνεργατική σχέση με την Τουρκία».

Και εύλογα γεννάται το ερώτημα:

Όταν η Άγκυρα ανεβάζει την ένταση, ποιο από τα δύο υπερισχύει;

Η προστασία της Ελλάδας ή η ανάγκη να παραμείνει η Τουρκία «στρατηγικός εταίρος»;

Γιατί δεν γίνεται και τα δύο να έχουν πάντοτε την ίδια προτεραιότητα.

Το πραγματικό τεστ είναι μπροστά

Ο Κόστα σήμερα δεν έβαλε τον Ερντογάν στη θέση του.

Δεν τον καταδίκασε προσωπικά.

Δεν έστειλε τελεσίγραφο στην Άγκυρα.

Δεν είπε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να απαιτεί από την Ελλάδα να αλλάξει την αμυντική της πολιτική.

Προτίμησε την ασφαλή ευρωπαϊκή γλώσσα της συνεργασίας, της σταθερότητας και της προστασίας των κρατών-μελών.

Και αυτό μπορεί να είναι διπλωματικά κατανοητό.

Πολιτικά, όμως, αφήνει μια γεύση ανεπάρκειας.

Γιατί απέναντι σε έναν Ερντογάν που γνωρίζει να δοκιμάζει συνεχώς τα όρια, η Ευρώπη δεν χρειάζεται μόνο να μιλά για σταθερότητα.

Χρειάζεται να δείχνει πού βρίσκονται τα όρια.

Και τα όρια αυτά δεν μπορεί να τα καθορίζει η Άγκυρα.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει από κανέναν «άδεια»

Το συμπέρασμα είναι απλό.

Η Ελλάδα οφείλει να συνεχίσει τον διάλογο, αλλά ταυτόχρονα να ενισχύει την αποτροπή της.

Να παραμένει μέσα στην Ευρώπη και να απαιτεί από την Ευρώπη να εφαρμόζει στην πράξη την αρχή της αλληλεγγύης.

Και να μην περιμένει από κανέναν να της δώσει άδεια για να υπερασπιστεί την κυριαρχία και την ασφάλειά της.

Γιατί ο Ερντογάν έχει αποδείξει ότι καταλαβαίνει πολύ καλά τη γλώσσα της ισχύος.

Το ερώτημα είναι αν την καταλαβαίνουν εξίσου καλά και στις Βρυξέλλες.

Γιατί μέχρι σήμερα η Ευρώπη θέλει να βλέπει την Τουρκία ως «ισχυρό παίκτη».

Ας φροντίσει τότε να της εξηγήσει ότι ισχυρός παίκτης δεν είναι αυτός που απειλεί τον γείτονά του. Ισχυρός παίκτης είναι αυτός που σέβεται τους κανόνες.

Και μέχρι να το καταλάβει αυτό η Άγκυρα, η Ελλάδα δεν χρειάζεται μισές κουβέντες από την Ευρώπη.

Χρειάζεται καθαρές κουβέντες.



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

guest
0 Σχόλια
Oldest
Newest
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ