Μέσα σε κλίμα έντασης συνεχίστηκε η δίκη για τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, με την εισαγγελέα της έδρας να ζητά την παραπομπή σε δίκη των τεσσάρων αστυνομικών του Αστυνομικού Τμήματος Αγίων Αναργύρων για τους χειρισμούς τους τη μοιραία νύχτα.
Ο πατέρας της δολοφονημένης γυναίκας, σε δηλώσεις που παραχώρησε, βγήκε εκτός εαυτού, τονίζοντας ότι αν έκαναν το καθήκον τους, τότε η κόρη του θα ζούσε.
«Αυτοί οι άνθρωποι αν έκαναν τη δουλειά τους όπως έπρεπε, η κόρη μου θα ήταν ζωντανή. Δεν θα ήμασταν ούτε στα δικαστήρια, ούτε στα κανάλια. Θα ήμουν μαζί με την κόρη μου, στις αγκαλιές μας», είπε στις «Αποκαλύψεις».
«Αυτή τη στιγμή μας λένε ότι έκαναν το καθήκον τους. Ποιο είναι το καθήκον τους και πού είναι η κόρη μου; Τώρα τα ρίχνουν ο ένας στον άλλον… Κατέβηκαν να βγάλουν selfie με το νεκρό σώμα, να λένε έκανα το καθήκον μου;», πρόσθεσε στις δηλώσεις που παραχώρησε στην εκπομπή του ΑΝΤ1.
Άγιοι Ανάργυροι Το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης
Η εισαγγελική πρόταση ήταν καταπέλτης για τους ενστόλους, καθώς ανέφερε ότι αν έπρατταν τα δέοντα, τότε η δολοφονία θα είχε αποτραπεί.
Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι οι αστυνομικοί υποβάθμισαν το περιστατικό και πως δεν εξέτασαν τα στοιχεία της γυναίκας, όπως και του ατόμου που κατήγγειλε ότι απειλεί τη ζωή της. Επίσης, έγινε και ιδιαίτερη αναφορά στην άρνηση των αστυνομικών εντός του Α.Τ. να παράσχουν περιπολικό στην Κυριακή Γρίβα για να επιστρέψει στο σπίτι της, από τη στιγμή που φοβόταν ότι απειλούνταν η ζωή της.
Ακολουθεί η εισαγγελική πρόταση, όπως την παρουσίασε η εκπομπή «Αποκαλύψεις»:
«Ενώ η Κυριακή Γρίβα αισθανόταν φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα, κατέφυγε στο Α.Τ. Αγίων Αναργύρων.
Οι κατηγορούμενοι την άφησαν εντελώς απροστάτευτη, απομακρύνοντάς την οι 2η και 3η εκ των κατηγορουμένων από την ασφαλή θέση στην οποία βρισκόταν (εντός του Α.Τ.), χωρίς να διασφαλίσουν τη μη απομάκρυνσή της από αυτό και να αποκλείσουν το ενδεχόμενο της επίθεσης σε βάρος της και της εξασφάλισης ασφαλούς τρόπου μετάβασης στην οικία της, και προτρέποντάς την, ο 4ος κατηγορούμενος, να μεταβεί προς την κατοικία της, στην οποία με βεβαιότητα την ανέμενε ο πρώην σύντροφός της και χωρίς να επέμβει έγκαιρα και καθοριστικά ο 1ος κατηγορούμενος, για να αποτρέψει τη σε βάρος της επίθεση, ενόψει του ότι εκτυλίχθηκε κυριολεκτικά ενώπιον του και σε απόσταση αναπνοής από το φυλάκιο η δολοφονία της, δηλαδή χωρίς να της παράσχουν την απαιτούμενη προστασία και σαφείς οδηγίες για την άρση του σε βάρος της κινδύνου.
Το περιστατικό εξαρχής υποβαθμίστηκε, με αποτέλεσμα να μην αναζητηθούν καν τα στοιχεία της καταγγέλουσας, τα οποία η αξιωματικός υπηρεσίας έμαθε μετά τη δολοφονία της ρωτώντας τον συνοδό της, πολλώ δε μάλλον τα στοιχεία του πρώην συντρόφου της, προκειμένου στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης δίωξης να γίνουν οι κατά το νόμο ενέργειες… Αντίθετα, η παθούσα ρωτήθηκε μόνον αν είχε απειληθεί από τον πρώην σύντροφό της την ίδια ή την προηγούμενη ημέρα, και αν επιθυμούσε να υποβάλει έγκληση, την οποία σε καμιά περίπτωση δεν είχε υποχρέωση να υποβάλει, εφόσον για το συγκεκριμένο αδίκημα της ενδοοικογενειακής απειλής προβλέπεται αυτεπάγγελτη δίωξη, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση.
Τέλος, με τη μη διάθεση περιπολικού, οδήγησαν στην ουσία τη νεαρή γυναίκα έξω από το Α.Τ. χωρίς καμία ουσιαστική ενημέρωση… Προκύπτει ότι δεν δόθηκαν συμβουλές στο θύμα για τα διαδικαστικά, νομικά και διοικητικά μέτρα προστασίας τα οποία είχε στη διάθεσή της, ούτε και έγιναν οι ενδεδειγμένες ενέργειες, με βάση το περιστατικό και τις αρμοδιότητες των ελεγχομένων αστυνομικών.
Οι σημαντικές παραλείψεις των συγκεκριμένων αστυνομικών που υπέπεσαν στην αντίληψή τους ότι ενδέχεται εν προκειμένω να είχαν τελεσθεί πράξεις ενδοοικογενειακής βίας αυτεπαγγέλτως διωκόμενες στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας, συνδέονται αιτιωδώς με την προσβολή τελικά της ζωής της καταγγέλουσας, καθώς εάν οι επιβεβλημένες ανωτέρω ενέργειες, οι οποίες παρελήφθησαν, λάμβαναν χώρα, τότε με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν».

