Η Ένωση Αστυνομικών Νομού Ρεθύμνου εξέδωσε ανακοίνωση με αφορμή την υπόθεση του θανάτου του 20χρονου στο Άργος, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά της στην οικογένεια του εκλιπόντος, αλλά και τον προβληματισμό της για την προφυλάκιση των δύο αστυνομικών της ΟΠΚΕ.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο σεβασμός στο τεκμήριο της αθωότητας και να αφεθεί η Δικαιοσύνη να κρίνει την υπόθεση χωρίς προκαταλήψεις και δημόσιες πιέσεις.
Η ανακοίνωση της Ένωσης Αστυνομικών Ρεθύμνου
«Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Νομού Ρεθύμνου, με αφορμή τη θλιβερή απώλεια της ζωής ενός εικοσάχρονου πολίτη στο Άργος, εκφράζει, καταρχάς, τα ειλικρινή της συλλυπητήρια στην οικογένεια του εκλιπόντος, καθώς και την έντονη ανησυχία της για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι φερόμενοι ως δράστες αστυνομικοί.
Χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης των γεγονότων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, θα θέλαμε να επισημάνουμε τα ακόλουθα:
Το τεκμήριο της αθωότητας ισχύει για όλους ανεξαιρέτως και αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή.
Οι φερόμενοι ως δράστες αστυνομικοί θα πρέπει, όπως όλοι οι πολίτες της χώρας, να τύχουν δίκαιης δίκης, κατά την οποία θα αξιολογηθούν όλες οι παράμετροι και οι συνθήκες της υπόθεσης, καθώς και τυχόν ελαφρυντικά ή επιβαρυντικά στοιχεία.
Εφόσον αποδειχθεί ότι υπερέβησαν τα όρια που θέτει ο νόμος, οφείλουν να τιμωρηθούν, όπως κάθε πολίτης, από την Ελληνική Δικαιοσύνη και όχι από «λαϊκά δικαστήρια» προς ικανοποίηση της κοινής γνώμης.
Κυρίες και κύριοι,
Θα θέλαμε να σας υπενθυμίσουμε ότι κανένας αστυνομικός, σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, δεν ξεκινά από το σπίτι του για να μεταβεί στην εργασία του έχοντας ως πρόθεση να αφαιρέσει τη ζωή ενός ανθρώπου.
Σκοπός του είναι να επιστρέψει ασφαλής από το δύσκολο και επικίνδυνο λειτούργημά του στην οικογένειά του, χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπος με δυσάρεστες συνέπειες.
Ως εκ τούτου, η αντιμετώπισή του οφείλει να διέπεται από τις ίδιες αρχές δικαιοσύνης και αντικειμενικότητας που ισχύουν για κάθε πολίτη.
Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρούμε ότι η προσωρινή κράτηση των συγκεκριμένων αστυνομικών είναι δυσανάλογη, καθώς το συγκεκριμένο δικονομικό μέτρο επιβάλλεται όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, όπως ο κίνδυνος φυγής ή η πιθανότητα τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσαν να εξεταστούν ηπιότεροι περιοριστικοί όροι, όπως η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και η υποχρεωτική εμφάνιση σε αστυνομική αρχή σε τακτά χρονικά διαστήματα, έως ότου αποφανθεί οριστικά η Δικαιοσύνη.
Η Πολιτεία, αντί να διαχειρίζεται ανάλογα περιστατικά αποκλειστικά σε επικοινωνιακό επίπεδο, ακολουθώντας την τακτική του «όπου φυσάει ο άνεμος», οφείλει να προχωρήσει στη λήψη ουσιαστικών μέτρων.
Είτε με τη θέσπιση σαφών πρωτοκόλλων εμπλοκής και διαχείρισης αντίστοιχων περιστατικών είτε με την παροχή κατάλληλου υλικοτεχνικού εξοπλισμού, ώστε το αστυνομικό προσωπικό να διαθέτει περισσότερες επιλογές κλιμακούμενης αντίδρασης.
Σχετικές προτάσεις έχουν ήδη κατατεθεί από τα συνδικαλιστικά όργανα, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να έχουν τύχει της απαιτούμενης προσοχής.
Τακτικές και αποφάσεις που βασίζονται στη λογική του: «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» μας βρίσκουν κατηγορηματικά αντίθετους και δεν έχουν θέση σε ένα κράτος δικαίου και σε μια ευνομούμενη κοινωνία του 2026.
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί».

