Έγκλημα στο Κουκάκι: «Χωρίς να σκεφτώ λογικά άρπαξα το μαχαίρι, τη λάτρευα και αυτή με μείωνε» ισχυρίζεται στο υπόμνημά του ο 55χρονος συζυγοκτόνος

Απολογία του 55χρονου κατηγορούμενου για την δολοφονία της 46χρονης συζύγου στο Κουκάκι

Μετανιωμένος για το άγριο έγκλημά του εμφανίστηκε στην ανακρίτρια ο 55χρονος συζυγοκτόνος στο Κουκάκι, υποστηρίζοντας ότι λάτρευε τη 46χρονη σύζυγό του την οποία δολοφόνησε με μαχαίρι μέσα στη κουζίνα του σπιτιού τους, αλλά εκείνη, όπως ισχυρίστηκε, τον μείωνε συνεχώς. Με απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στην ανακρίτρια ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν είχε προσχεδιάσει το έγκλημά του και πως δεν είχε δόλο. Εν ολίγοις περιγράφει ότι θόλωσε και πως όταν κατάλαβε τι είχε κάνει επιχείρησε να δώσει τέλος στη ζωή του. Μάλιστα, ζήτησε από την ανακρίτρια σήμερα, να εξεταστεί από ψυχίατρο. Οι ισχυρισμοί που προέβαλλε, ωστόσο, δεν έπεισαν καθώς ανακρίτρια και εισαγγελέας τον έκριναν προσωρινά κρατούμενο.

Αρχικά στο υπόμνημά του ο 55χρονος ζητεί συγνώμη για το κακό που όπως λέει προξένησε στο θύμα και την οικογένειά του και δηλώνει «συντετριμμένος και καταρρακωμένος ψυχολογικά». Όπως ισχυρίζεται το θύμα ήταν μοναδική γυναίκα που αγάπησε και η μητέρα των δυο παιδιών τους. «Από τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσης μας είχαμε προβλήματα και μαλώναμε συχνά. Ποτέ όμως δεν είχα βιαιοπραγήσει σε βάρος της πολλώ μάλλον σε βάρος των τέκνων μας…», αναφέρει ο  κατηγορούμενος και στη συνέχεια επιχειρεί να σκιαγραφήσει το «προφίλ» ενός συζύγου που εργάζονταν για το καλό της οικογένειάς του και που πάντα συγχωρούσε την 46χρονη Κατερίνα.

Ο δράστης του στυγερού εγκλήματος περιγράφει, ωστόσο, ένα σκηνικό εντάσεων που βίωνε κατά τη συμβίωση του με το θύμα. «Το έτος 2011 η σύζυγος μου, μου ζήτησε να μείνουμε για λίγο χωριστά για να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας όπερ και εγένετο και μετακόμισα σε μισθωμένη οικία για ένα χρόνο ενώ αυτή παρέμεινε με τα τέκνα μας στην οικία μας (διαμέρισμα ιδιοκτησίας μου) στην οδό Ματρόζου» αναφέρει ο κατηγορούμενος για να υποστηρίξει πως στη πορεία οι σχέσεις του με τη 46χρονη βελτιώθηκαν και εκείνος επέστρεψε στην οικογενειακή εστία.

Ωστόσο, όπως ισχυρίστηκε, το 2019 είχε με τη σύζυγό του «έντονη λεκτική διένεξη» και για το λόγο αυτό έφυγε και πάλι από το σπίτι και πήγε να μείνει μόνος του σε ακίνητο ιδιοκτησίας του στο Κουκάκι, επί της οδού Δημητρακοπούλου. Για το λόγο της αποχώρησης του από το σπίτι ο 55χρονος υποστήριξε τα εξής: «Συγκεκριμένα είχα δει κάποια μηνύματα στο κινητό της και είχα καταλάβει ότι σχεδιάζει να ταξιδέψει με έναν άγνωστο σε εμέ άντρα. Την παρακάλεσα να μην το κάνει αυτό στο γάμο μας, ότι την αγαπούσα και δεν ήθελα να ταξιδέψει. Αυτή ωστόσο παρά τις εκκλήσεις μου πραγματοποίησε το ταξίδι και όταν επέστρεψε διαπληκτιστήκαμε λεκτικά και έφυγα από την οικία μας, ως ανώτερο ανέφερα. Καθ’ ον χρόνο διέμενα στην Δημητρακοπούλου οι σχέσεις μου με τη σύζυγό μου δεν είχαν εντάσεις και φρόντισα να καλύπτω όχι μόνο τα πάγια έξοδα της οικίας αλλά και όλα τα έξοδα και ανάγκες τόσο αυτής όσο και των τέκνων μας όπως άλλωστε πρώτα όλα αυτά τα χρόνια…».

Ο κατηγορούμενος, στη συνέχεια του υπομνήματός του, υποστηρίζει πως το θύμα ήθελε διαζύγιο. «Το μήνα Μάιο του τρέχοντος έτους η σύζυγος μου με ενημέρωσε ότι θέλει διαζύγιο για να φτιάξει τη ζωή της» ανέφερε ο 55χρονος και συνέχισε: «Αμέσως έπλασα στο μυαλό μου την εικόνα πως μέσα στο σπίτι μου, που με τόσο κόπο και μόχθο μια ζωής έχτισα, διαμένουν τα τέκνα μου και η σύζυγος μου με ένα νέο σύζυγό και εγώ να είμαι απομονωμένος. Έτσι πήρα την πρωτοβουλία να επιστρέψω στην οικία μου. Δυστυχώς ήταν λάθος να πιστέψω ότι με την επιστροφή μου θα άλλαζα γνώμη στην σύζυγό μου, θα τα ξαναβρίσκαμε και θα διαμέναμε όλοι μαζί σαν οικογένεια αγαπημένοι κάτω από την ίδια στέγη. Η συμπεριφορά τόσο της συζύγου μου όσο και των παιδιών μου ήταν επιθετική προς εμέ. …».

«Με απαξίωνε»

Αναφερόμενος στις κρίσιμες στιγμές της δολοφονίας της άτυχης γυναίκας, ο ο 55χρονος προέβαλλε τους εξής ισχυρισμούς στην ανακρίτρια: «Πριν δύο μέρες πρόσεξα πως η θυγατέρα μας είχε ετοιμάσει τις βαλίτσες της για να πάει ταξίδι. Το ίδιο είχε κάνει και η σύζυγος μου και αμέσως την ρώτησα που θα πήγαινε. Εκείνη μου αποκρίθηκε ειρωνικά ότι δε μου πέφτει λόγος για το τι θα κάνει, ότι θα πήγαινε όπου ήθελε και πως δε χρειαζόταν την άδεια μου. Εγώ της απάντησα με ιδιαίτερη στεναχώρια για τον τρόπο που μου φερόταν πως αυτό δεν είναι σωστό και πως είμαστε παντρεμένοι και δεν μπορεί να φεύγει χωρίς να μου λέει που πάει και με ποιον. Την επίδικη ημέρα γύρισα από την εργασία μου στην οικία μας στις 22:30 περίπου, έκανα ένα μπάνιο και ξάπλωσα ενώ η σύζυγος μου καθόταν στην κουζίνα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ένιωθα συναισθηματικά και ψυχολογικά ράκος από τις μεταξύ μας συγκρούσεις και διενέξεις και από τα όσα συνέβαιναν στην σχέση μας και πως παρά το γεγονός πως την ικέτευα να τα ξαναβρούμε για ακόμη μια φορά η γυναίκα που λάτρευα με απαξίωνε και ετοιμαζόταν να με “εγκαταλείψει” για να πάει ταξίδι».

Ο 55χρονος  είπε ότι στη συνέχεια πήγε στην κουζίνα που καθόταν η σύζυγός του και την ρώτησε γιατί φεύγει και που θα πάει και πως γίνεται να μην τον σκέφτεται καθόλου ενώ εκείνος της ζητεί επανασύνδεση. Το θύμα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τον πρόσβαλλε. Χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος στο υπόμνημά του αναφέρει: «Αυτή άρχισε να μου φωνάζει ότι είμαι ηλίθιος που δεν έχω καταλάβει ότι όλα έχουν τελειώσει μεταξύ μας και να εξαφανιστώ από τη ζωή της. Τότε της αποκρίθηκα πως αφού αισθάνεται έτσι γιατί δε φεύγει από το σπίτι και αυτή μου απήντησε ειρωνικά πως όταν θα έρθει η ώρα θα φύγει και δεν θα της πω εγώ τι θα κάνει και να σηκωθώ εγώ να φύγω από το σπίτι. Πήγα να την πλησιάσω και εξαίφνης μου έριξε μια δυνατή κλωτσιά κοντά στα γεννητικά όργανα και έφυγε προς το σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Χωρίς να σκεφτώ λογικά άρπαξα το μαχαίρι που είδα στο μπάγκο της κουζίνας και πήγα προς το σαλόνι όχι όμως για να την απειλήσω αλλά έχοντας το, στραμμένο προς το στήθος μου, και της είπα απόψε θα τα τελειώσουμε όλα, εννοώντας τις μεταξύ μας διενέξεις και την σχέση μας, το σπίτι και την κοινή διαμονή. Αυτή μόλις είδε το μαχαίρι στραμμένο στο στήθος μου, μου είπε σταμάτα τι πας να κάνεις εκεί και τότε σκέφτηκα ότι μπορεί και να το μετάνιωσε, ακούμπησα στο τραπεζάκι το μαχαίρι και έκατσα δίπλα της και την ρώτησα που θα πάει ταξίδι και με ποιον, όταν ξέρει πόσο την αγαπάω και ότι θέλω να τα ξαναβρούμε».

«Ξαφνικά σταμάτησε να κουνιέται….»

Ο συζυγοκτόνος ισχυρίστηκε ακόμη ότι η 46χρονη τότε να του φωνάζει πως είναι γελοίος, ότι τον σιχαίνεται και ότι δεν είναι άντρας και ότι στη ζωή της «ήθελε έναν άντρα και όχι κάποιον να τρέχει από πίσω της σαν το σκυλάκι». «Δεν πίστευα αυτά που άκουγα και πήγα να της ακουμπήσω το πόδι για να ηρεμήσει μήπως και σταματήσει να με προσβάλει» είπε ο κατηγορούμενος για να προσθέσει ακόμη τα εξής: «Εκείνη όμως μου έριξε μια δυνατή κλωτσιά στο πόδι μου και τότε θόλωσε το μυαλό μου. Δε σκέφτομαι λογικά, άρχισα να τρελαίνομαι, της έριξε μια μπουνιά στο μπράτσο και αυτή άρχισε να φωνάζει βοήθεια. Αρχίσαμε να τσακωνόμαστε και με έβριζε με σκαιές εκφράσεις και τότε άρπαξα το μαχαίρι από το τραπεζάκι και την χτύπησα μια φορά, νομίζω στην αριστερή μεριά του σώματος στα πλευρά της αλλά δε θυμάμαι ακριβώς. Έπεσε κάτω και είδα αίμα να τρέχει από την πληγή, πανικοβλημένος τράβηξα το σεντόνι που ήταν στον καναπέ και προσπάθησα να σταματήσω με αυτό την αιμορραγία. Ξαφνικά σταμάτησε να κουνιέται και κατάλαβα ότι είχε πεθάνει. Σηκώθηκα, με το σεντόνι να έχει καλύψει το πρόσωπο της, προφανώς κατά την προσπάθεια μου να σταματήσω την αιμορραγία και όχι δεμένο γύρω από το λαιμό της. Όντας σε κατάσταση σοκ αντιλαμβανόμενος το κακό που είχα προξενήσει και λειτουργώντας μηχανικά έβγαλε τα ρούχα που φορούσα, σκουπίστηκα με μία πετσέτα και έφυγα από την οικία παίρνοντας το κινητό μου και τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Κάλεσα τον άντρα της αδερφής της συζύγου μου και του είπα ότι δεν άντεξα άλλο σκότωσα την Κατερίνα και πάω να αυτοκτονήσω και να προσέχει τα παιδιά μου και στη συνέχεια κάλεσα τον υιό μου και του είπα ότι έφυγα από το σπίτι, έγινε μακελειό και να καλέσει την αστυνομία. Οδήγησα προς την παραλιακή ψάχνοντας κάποιο άνοιγμα στο δρόμο προκειμένου να πέσω με το αυτοκίνητο μου και να σκοτωθώ. Κάποια στιγμή ζαλίστηκα και έχασα τον έλεγχο του αυτοκινήτου μου με αποτέλεσμα αυτό να πέσει σε ένα χαντάκι και να τραυματιστώ. Σαστισμένος και έχοντας συνείδηση του γεγονότος πως είχα αφαιρέσει τη ζωή της γυναίκας μου που αγαπούσα και δεν είχε κανένα νόημα η δική μου ζωή, πήρα ένα μαχαίρι που είχα στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου μου και προσπάθησα να κόψω τις φλέβες μου ενώ κατάφερα και χτυπήματα στην κοιλιακή μου χώρα αλλά πάλι δεν κατάφερα να αυτοκτονήσω. Δεν ήθελα πλέον να ζω μετά από αυτό που έκανα. Σε απόλυτη σύγχυση βγήκα στο δρόμο και προσπάθησα να σταματήσω κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο αλλά κανένας δε σταματούσε. Τελικά πρωινές ώρες σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και αφού είπα στον οδηγό ότι σκότωσαν τη γυναίκα μου, αυτός κάλεσε την αστυνομία και το ΕΚΑΒ. Για ακόμη μια φορά να επαναλάβω πως έχω μετανιώσει για το κακό που έκανα και μακάρι να μπορούσα να γυρίσω το χρόνο. Εύχομαι κάποια στιγμή να μπορέσουν τα τέκνα μου να με συγχωρέσουν. Από τα ανωτέρω ιστορούμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται πως δεν είχα δόλο να σκοτώσω τη σύζυγό μου, δεν το είχα σχεδιάσει και δεν το είχα προαποφασίσει. Τέλεσα την πράξη υπό το κράτος έντονη ψυχική υπερδιέγερσής και δε σκεφτόμουν λογικά αλλά ήμουν τρελαμένος …».

 

 

Μοιραστείτε το:

Share on facebook
Share on twitter
Share on whatsapp

Aκολουθήστε το lawandorder.gr στο Google News για να ενημερώνεστε για όλες τις ειδήσεις

Σχετικά Άρθρα

Κρίσεις 2022

Διαβάστε όλα τα άρθρα εδώ ➜

Κατηγορίες