Υποσχέσεις για αμοιβές έως και 25.000 ευρώ, πολύωρη ψυχολογική πίεση και απειλές για πρόστιμα σε περίπτωση υπαναχώρησης περιγράφουν στις καταθέσεις τους γυναίκες που συμμετείχαν σε προγράμματα παρένθετης μητρότητας στην κλινική Χανίων στην Κρήτη.
Οι μαρτυρίες περιλαμβάνονται στη δικογραφία για την πολύκροτη υπόθεση της κλινικής στα Χανιά, με τις γυναίκες να αναφέρουν ότι οδηγήθηκαν στη διαδικασία εξαιτίας της οικονομικής τους εξαθλίωσης.
Σύμφωνα με όσα φέρονται να κατέθεσαν στις Αρχές, αρκετές ήταν μητέρες δύο ή τριών παιδιών, με χρέη και χωρίς σταθερό εισόδημα. Η προσέγγισή τους γινόταν, μεταξύ άλλων, μέσω αγγελίας στο Facebook, η οποία παρουσίαζε την παρένθετη μητρότητα ως τρόπο οικονομικής αποκατάστασης.
Οι αμοιβές που τους υπόσχονταν κυμαίνονταν, ανάλογα με την περίπτωση, από 10.000 έως 25.000 ευρώ.
«Αν έριχνα το παιδί, θα πλήρωνα πρόστιμο 40.000 ευρώ»
Η 24χρονη Σ. από την Αλβανία ήταν περίπου πέντε μηνών έγκυος όταν έδωσε την πρώτη της κατάθεση στους αστυνομικούς του Οργανωμένου Εγκλήματος Κρήτης, παρουσία ψυχολόγου της ΕΛ.ΑΣ., λίγες ώρες μετά την αστυνομική επιχείρηση στην κλινική και σε κατοικίες όπου διέμεναν οι γυναίκες.
Μητέρα ενός κοριτσιού έξι ετών, αποφάσισε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα επειδή, όπως φέρεται να είπε, δεν είχε χρήματα ούτε για τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς της.
Της είχαν υποσχεθεί 20.000 ευρώ για τη γέννηση ενός παιδιού και 25.000 ευρώ σε περίπτωση δίδυμης κύησης.
Η ίδια περιέγραψε ότι ταξίδεψε στα Χανιά με εισιτήριο που της είχε εκδοθεί από πρόσωπο που εμπλέκεται στην υπόθεση και ότι, μετά την άφιξή της, μεταφέρθηκε σε κατοικία μαζί με άλλες γυναίκες. Όπως υποστήριξε, υπέγραψε έγγραφο σε ΚΕΠ χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό του, καθώς ήταν γραμμένο στα ελληνικά.
Στην κατάθεσή της φέρεται να ανέφερε ότι δεν είχε ενημερωθεί για πιθανούς κινδύνους της διαδικασίας, ενώ κατά τους πρώτους μήνες της εγκυμοσύνης αντιμετώπισε έντονους εμετούς και χρειάστηκε να μεταβεί στην κλινική για να λάβει ορό.
«Τότε ήθελα να “ρίξω” το παιδί, όμως η Ε… μου είπε ότι αν το έκανα, θα πλήρωνα πρόστιμο σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ», φέρεται να κατέθεσε.
Η 24χρονη δήλωσε ακόμη ότι μετάνιωσε για την απόφασή της και ότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι βιολογικοί γονείς του παιδιού. Όπως υποστήριξε, η οικονομική της ανάγκη την είχε οδηγήσει σε μια διαδικασία από την οποία πλέον δυσκολευόταν να αποχωρήσει.
«Είμαι υποχρεωμένη να μένω στο σπίτι μέχρι να γεννήσω»
Στη δικογραφία περιλαμβάνεται και η κατάθεση της 37χρονης Ι., διαζευγμένης και μητέρας δύο ανήλικων παιδιών, η οποία βρισκόταν στον έκτο μήνα της κύησης όταν εντοπίστηκε από τις Αρχές.
Όπως φέρεται να ανέφερε, μετά τον θάνατο των γονιών της δεν είχε οικονομική υποστήριξη και αποφάσισε να γίνει παρένθετη μητέρα έπειτα από παρότρυνση γνωστής της. Για τη γέννηση ενός παιδιού τής είχαν υποσχεθεί 10.000 ευρώ.
Η γυναίκα, η οποία είχε ταξιδέψει από τη Γεωργία στην Κρήτη, περιέγραψε ότι διέμενε σε κατοικία μαζί με άλλες δύο γυναίκες, οι οποίες επρόκειτο να γεννήσουν σύντομα.
Όταν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς εάν μπορούσε να φύγει από το σπίτι και να επιστρέψει στη χώρα της, φέρεται να απάντησε αρνητικά.
«Είμαι υποχρεωμένη να μένω σε αυτό το σπίτι μέχρι να γεννήσω το παιδί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι ντρεπόταν για την επιλογή της και ότι, κατά την άποψή της, οι υπεύθυνοι είχαν εκμεταλλευτεί την οικονομική της ανάγκη.
Γυναίκες από τη Γεωργία και την Αλβανία μέσω αγγελιών στο Facebook
Παρόμοιες περιγραφές περιλαμβάνονται και στις καταθέσεις άλλων γυναικών από τη Γεωργία και την Αλβανία. Μία 34χρονη από την Τιφλίδα, μητέρα δύο παιδιών, βρισκόταν στον ένατο μήνα δίδυμης κύησης όταν εντοπίστηκε από τους αστυνομικούς.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, είχε ταξιδέψει στα Χανιά τον Νοέμβριο του 2022, αφού είδε αγγελία στο Facebook για συμμετοχή σε πρόγραμμα παρένθετης μητρότητας.
Της είχαν υποσχεθεί 15.000 ευρώ μετά τη γέννηση και επιπλέον 7.500 ευρώ κατά τη διάρκεια της κύησης για την κάλυψη των εξόδων της.
Η ίδια φέρεται να υποστήριξε ότι της είχαν παρουσιάσει τη διαδικασία ως νόμιμη και ότι αρχικά πίστευε πως θα ήταν η μόνη γυναίκα από τη χώρα της που θα συμμετείχε. Όταν έφτασε στην Κρήτη, ωστόσο, διαπίστωσε ότι πολλές ακόμη συμπατριώτισσές της βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση.
Μία ακόμη 36χρονη από τη Γεωργία, μητέρα τριών παιδιών, περιέγραψε ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα για να αποπληρώσει τραπεζικό δάνειο. Έπειτα από δύο αποτυχημένες εμβρυομεταφορές, οι οποίες, όπως ανέφερε, την επιβάρυναν ψυχολογικά, συνέχισε να προσπαθεί, καθώς είχε ανάγκη τα χρήματα που της είχαν υποσχεθεί.
Είχε γεννήσει και στο παρελθόν για λογαριασμό ζευγαριού από την Αυστρία
Στις καταθέσεις περιλαμβάνεται και η περίπτωση 32χρονης, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία είχε συμμετάσχει σε πρόγραμμα παρένθετης μητρότητας και στο παρελθόν.
Όπως φέρεται να κατέθεσε, είχε ταξιδέψει για πρώτη φορά στα Χανιά το 2022, καθώς κινδύνευε να μείνει στον δρόμο μαζί με το παιδί της. Έπειτα από ορμονοθεραπεία και εμβρυομεταφορά, έμεινε έγκυος και στις 18 Ιουλίου 2022 γέννησε με καισαρική ένα αγόρι.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι το παιδί το παρέλαβε ζευγάρι που, όπως εκτίμησε, προερχόταν από την Αυστρία. Για την πρώτη αυτή κύηση φέρεται να έλαβε 8.000 ευρώ, ενώ λάμβανε κάθε μήνα επιπλέον ποσά, από 750 έως 1.000 ευρώ.
Στη συνέχεια επέστρεψε στα Χανιά για να συμμετάσχει ξανά σε πρόγραμμα, καθώς, όπως ανέφερε, δεν είχε καταφέρει να εξοφλήσει τα χρέη της.
«Σαν ξενοδοχείο ήταν» – Συνεχείς αφίξεις και αναχωρήσεις
Μία ακόμη γυναίκα από τη Γεωργία, 34 ετών και μητέρα δύο κοριτσιών, κατέθεσε ότι είχε ταξιδέψει στην Κρήτη με σκοπό να γίνει παρένθετη μητέρα. Τον Ιούνιο του 2022 γέννησε δίδυμα, τα οποία, σύμφωνα με όσα ανέφερε, παρέλαβε ζευγάρι από την Ιταλία.
Η ίδια περιέγραψε την κινητικότητα στις κατοικίες όπου φιλοξενούνταν οι γυναίκες, σημειώνοντας ότι υπήρχαν συνεχείς αφίξεις και αναχωρήσεις.
Όπως φέρεται να κατέθεσε, μετά τη γέννηση των διδύμων έλαβε μικρότερο ποσό από αυτό που της είχαν αρχικά υποσχεθεί και επέστρεψε στη χώρα της. Αργότερα ταξίδεψε ξανά στα Χανιά, καθώς εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες.
Οι παραπάνω μαρτυρίες αποτελούν μέρος της δικογραφίας για την υπόθεση της κλινικής στα Χανιά. Οι ισχυρισμοί των γυναικών και οι καταγγελίες για τις συνθήκες συμμετοχής τους στα προγράμματα διερευνώνται από τις αρμόδιες Αρχές.

