Κρήτη: Δολοφονία το «ατύχημα» του Αλέξανδρου Δασκαλάκη – «Ήθελε να πει ποιος τον χτύπησε και δεν πρόλαβε»

Σε θρίλερ έχει μετατραπεί η υπόθεση του Αλέξανδρου Δασκαλάκη από την Κρήτη, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία 49 ετών.

Η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» μίλησε με τον γαμπρό του Αλέξανδρου Δασκαλάκη, τον Μανώλη Προβιδάκη, ο οποίος από την πρώτη στιγμή αμφισβήτησε την εκδοχή του ατυχήματος, «είδε» πίσω από τα γεγονότα μια εγκληματική ενέργεια και ξεκίνησε έναν αγώνα για να κινητοποιήσει τις Αρχές.

«Ο Αλέκος για μένα ήταν σαν αδερφός και έκανα ό,τι μπορούσα για να μάθω την αλήθεια. Από την πρώτη στιγμή δεν πίστεψα πως χτύπησε στο δοκάρι, όπως είχε ειπωθεί, ούτε ότι έπεσε απλώς με το μηχανάκι του.

Ήταν ένας πολύ προσεκτικός άνθρωπος. Άρχισα αμέσως να κάνω κινήσεις για να βρω στοιχεία. Από την πρώτη κιόλας ημέρα πίστευα ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια».

Όπως εξηγεί, μία ημέρα πριν από την επίθεση βρίσκονταν μαζί στο αυτοκίνητό του και ο ίδιος το είχε παρκάρει στο πάρκινγκ του σπιτιού, δίπλα στην αποθήκη.

«Το είχα αφήσει τόσο κοντά στο δοκάρι, που πρακτικά δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος από εκείνο το σημείο και να χτυπήσει. Αυτό ήταν που με έκανε να ζητήσω από την πρώτη κιόλας μέρα, την Κυριακή 1η Μαρτίου, τα ρούχα του από το χειρουργείο».

Στη συνέχεια άρχισα να ψάχνω περισσότερο και έμαθα ότι είχε παραγγείλει τηλεφωνικά από το καφενείο έναν καφέ και ένα τοστ για να τα πάει στον εργάτη που βρισκόταν στο χωράφι του. Η κάμερα τον καταγράφει να φτάνει στο καφενείο στις 11:22 και να φεύγει στις 11:25. Βρήκα τον εργάτη, ο οποίος μου είπε ότι ο Αλέξανδρος δεν έφτασε ποτέ.

Με πήγε στο χωράφι και λίγες ημέρες αργότερα, εντοπίσαμε τη σακούλα από το καφενείο στον δρόμο. Ήταν σκισμένη από κάτω και το τοστ μισοφαγωμένο. Ο εργάτης μου επιβεβαίωσε πως είχε δει τη σακούλα στο ίδιο σημείο από εκείνο το μεσημέρι, γύρω στις τρεισήμισι, αλλά δεν έδωσε σημασία», αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι χτυπήθηκε ενώ βρισκόταν πάνω στο μηχανάκι. Το μηχανάκι έπεσε αριστερά και εκείνος δεξιά. Γι’ αυτό και βρέθηκε χώμα στο δεξί του χέρι, το οποίο είχε μείνει πάνω στη μίζα.

Ο Αλέξανδρος δεν είχε εκδορές ούτε στα χέρια, ούτε στους ώμους, ούτε στα γόνατα. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος να πέσει με μηχανάκι και να τραυματιστεί μόνο στη βάση της μύτης, χωρίς χτυπήματα στο υπόλοιπο πρόσωπο.

Επίσης, δεν γίνεται να πέσει μπροστά και τα θανατηφόρα τραύματα να βρίσκονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού — δεξιά, αριστερά και στη βάση του κρανίου. Όλα αυτά με έπεισαν ότι δεν επρόκειτο για ατύχημα.

Αρχικά προσπάθησα να ενημερώσω προφορικά το τοπικό αστυνομικό τμήμα, όμως δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αντίδραση. Έτσι ξεκίνησα μόνος μου να ψάχνω, βρήκα τον εργάτη, την ιδιοκτήτρια του καφέ και ένα φίλο του πρώην αστυνομικό που επιβεβαίωσαν τις σκέψεις μου και ζήτησα να διερευνηθεί σοβαρά η υπόθεση», καταλήγει.

Κρήτη: «Ήθελε να πει ποιος τον χτύπησε & δεν πρόλαβε»

«Έστειλα σειρά από emails, ώστε όλα όσα καταγγέλλω να υπάρχουν και επίσημα καταγεγραμμένα.

Τα απέστειλα στην Αστυνομική Διεύθυνση Χανίων, στην Εισαγγελία, στο Αστυνομικό Τμήμα Φαιστού και στην Αστυνομική Διεύθυνση Ηρακλείου.

Δεν γνωρίζω αν ήταν αυτή η κίνηση που οδήγησε στο να αντιμετωπιστεί πιο σοβαρά η υπόθεση και να αναλάβει τελικά η Ασφάλεια Ηρακλείου. Η οικογένεια, πάντως, ένιωσε ανακούφιση, γιατί πρόκειται για ιδιαίτερα έμπειρους αξιωματικούς της Κρήτης», αναφέρει στην κάμερα της εκπομπής ο γαμπρός του άτυχου Αλέξανδρου Δασκαλάκη, Μανώλης Προβιδάκης.

«Ο Αλέξανδρος ήταν εν ενεργεία πρόεδρος του χωριού. Ένας άνθρωπος αγαπητός, που είχε καλές σχέσεις με όλους και πάντα βοηθούσε όπου μπορούσε. Ολόκληρο το χωριό πενθεί για τον χαμό του και αυτό που συνέβη είναι βαθιά άδικο.

Αν επρόκειτο για κάποιον άνθρωπο της νύχτας ή κάποιον με βαρύ παρελθόν, ίσως κάποιοι να έβλεπαν διαφορετικά την υπόθεση. Όμως ο Αλέξανδρος δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος. Είχε κάποιες προστριβές με κτηνοτρόφους της περιοχής, αλλά τέτοια ζητήματα υπάρχουν γενικότερα στη Μεσαρά και τα αντιμετωπίζουν πολλοί πρόεδροι χωριών.

Μου είχε αναφέρει ορισμένα περιστατικά, τα οποία έχω ήδη καταθέσει στην Αστυνομία, χωρίς όμως να πρόκειται για κάποια ξεκάθαρη ή άμεση απειλή», λέει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το χτύπημα ίσως δόθηκε ως «προειδοποίηση», χωρίς εκείνοι που το προκάλεσαν να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της κατάστασης.

«Αυτό που μου προκαλεί τεράστια εντύπωση είναι το πώς, με τόσο σοβαρά κατάγματα, κατάφερε να σηκωθεί και να επιστρέψει στο σπίτι του — έστω κι αν η απόσταση ήταν μόλις ενάμιση λεπτό.

Γιατροί με τους οποίους μίλησα μου εξήγησαν ότι ένας άνθρωπος μπορεί να διατηρήσει τις αισθήσεις του ακόμη και για μισή ώρα, μέχρι να επεκταθεί το αιμάτωμα και να καταρρεύσει. Όταν έφτασε στο σπίτι, κάθισε στον καναπέ και έλεγε στη σύζυγό του ότι πονούσε πολύ το κεφάλι του.

Της ζήτησε να καλέσει τον φίλο του, τον Σπύρο, για να του μιλήσει για όσα συνέβησαν — κάτι που δεν θα έκανε τυχαία.

Τον γνώριζα από παιδί, μεγαλώσαμε μαζί, και είμαι βέβαιος πως δεν θα έλεγε ποτέ μπροστά στη γυναίκα και το παιδί του ότι τον είχαν χτυπήσει.

Δυστυχώς, μέχρι να φτάσει ο Σπύρος, είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις του. Αν είχε πέσει απλώς με το μηχανάκι, θα το είχε πει αμέσως. Το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε τι είχε συμβεί λέει πολλά…», καταλήγει.

Κρήτη: «Δεν φέρει βλάβες που παραπέμπουν σε τροχαίο»

Στα συμπεράσματά του, ο δικαστικός πραγματογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων, Παναγιώτης Μαδιάς εμφανίζεται κατηγορηματικός ως προς την εικόνα της μοτοσικλέτας και τα ευρήματα που εξετάστηκαν.

Όπως επισημαίνει, από τον μακροσκοπικό και περιμετρικό οπτικό έλεγχο της μοτοσικλέτας, δεν διαπιστώθηκαν βλάβες τέτοιας μορφής, έκτασης και έντασης που να παραπέμπουν σε εκτροπή, ανατροπή ή πτώση του οχήματος κατά την κίνησή του σε χωματόδρομο.

«Απ’ ό,τι μου έχει περιγράψει και ο Δημήτρης Φρέσκος, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες αυτές που μου έστειλε ο Δημήτρης, η άποψη η δική μου, σε συνδυασμό με το μέγεθος και την έκταση των υφισταμένων βλαβών της μοτοσικλέτας, όπως μακροσκοπικά εμφαίνονται περιμετρικά αυτής, δεν παραπέμπει σε πτώση, σε εκτροπή – εκτροπή, ανατροπή, πτώση και σύρση πάνω στο οδόστρωμα.

Οι σωματικές βλάβες που έχετε περιγράψει προηγουμένως, που αποτέλεσαν και τα αίτια του θανάτου, δεν συνάδουν με τις βλάβες της μοτοσικλέτας κατά μέγεθος, έκταση και χαρακτήρα. Μου λείπουν όμως βασικά στοιχεία.

Όταν ο άνθρωπος πήγε τραυματισμένος στο νοσοκομείο, όφειλε η Τροχαία αμέσως να διορίσει πραγματογνώμονα.

Να έχουμε έκθεση αυτοψίας της επιληφθείσας τροχαίας. Να έχουμε σχεδιάγραμμα της τροχαίας, με κυρίαρχο αντικείμενο εάν πάνω στο οδόστρωμα υπάρχουν ίχνη εκτροπής, πτώσης και σύρσης της μοτοσικλέτας.

Από την εμπειρία μου, δεν είναι η μοναδική περίπτωση, έχουμε και άλλες τέτοιες περιπτώσεις, σοβαρότατες παραλείψεις του επιληφθέντος αστυνομικού τμήματος – Τροχαία, Αστυνομία.», είπε αρχικά ο κ. Μαδιάς.

«Θα ήθελα να ρωτήσω αν στο σώμα του θύματος έχουν καταγραφεί εγκαύματα. Μου λέτε όχι, συνεπώς, ούτε εγκαύματα, ούτε ίχνη συρσίματος, ούτε τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα», συμπλήρωσε ο κ. Μαδιάς

Ο ιατροδικαστής Γρηγόρης Λέων επεσήμανε: «ειδικά όταν προκύπτει ένα δεδομένο που έχουμε εδώ, που είναι τα κατάγματα της κεφαλής. Είναι δεδομένο ότι ο άνθρωπος αυτός, εάν έπεφτε από μηχανή, θα παρασυρόταν, θα σερνόταν για να το πούμε απλά στο έδαφος.

Θα έκανε όντως τριβές, χαρακτηριστικές εκδορές, περγαμηνοειδείς εκδορές, θα έκανε εκχυμώσεις, θα έκανε θλαστικά τραύματα. Δηλαδή συνοδές κακώσεις, που όντως, όπως λέει και ο κύριος Μαδιάς, θα έπρεπε να καταγράφονται στην ιατροδικαστική έκθεση. Απ’ τη στιγμή που και ο γαμπρός μας διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν, έχει απόλυτο δίκιο στην εκτίμηση».

«Πάλευε να βάλει τάξη στην παράνομη βόσκηση»

Το «Τούνελ», στην προσπάθειά του να φωτίσει το υποτιθέμενο «ατύχημα» που, όπως φαίνεται πλέον είναι δολοφονία του Αλέξανδρου Δασκαλάκη από το Απεσωκάρι Ηρακλείου, συνομίλησε με στενή φίλη του και πρώην αντιπρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.

Η Ειρήνη Παπαδάκη αποκάλυψε στην εκπομπή στοιχεία σχετικά με τις ενέργειες που είχαν κάνει μαζί με τον άτυχο πρόεδρο, προκειμένου να περιορίσουν την παράνομη δράση κτηνοτρόφων στην περιοχή.

«Ήμασταν φίλοι και ήταν ένας άνθρωπος με έντονο το αίσθημα της προσφοράς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είχε έρθει αρκετές φορές σε αντιπαράθεση — για να το πω ήπια — με το ζήτημα της παραβατικής κτηνοτροφίας. Είχα πάει κι εγώ μαζί του, αλλά και άλλοι συγχωριανοί, στο Δασαρχείο και στην Αστυνομία, ζητώντας προστασία».

Τα πρόβατα κατέστρεφαν τις καλλιέργειές μας και τον χειμώνα δεν είχαμε σοδειές. Δεν υπήρχε διαμάχη με έναν μόνο βοσκό, το πρόβλημα αφορούσε πολλούς.

Ο Αλέκος ήταν από τους πρωτεργάτες αυτής της προσπάθειας και αγωνιζόταν, μαζί με κάποιους από εμάς, να προστατεύσει τόσο τη δική του περιουσία όσο και των συγχωριανών του. Εξαιτίας αυτού, η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα τεταμένη…», λέει.

Όπως αναφέρει, η στάση των αρμόδιων υπηρεσιών δεν ήταν η αναμενόμενη. Αντίθετα, ένιωθαν πως τα παράπονά τους αντιμετωπίζονταν με αδιαφορία.

«Το γεγονός ότι το ίδιο το Δασαρχείο μάς έλεγε πως δεν θα έρθει να κάνει έλεγχο, επειδή “δεν είναι δική του αρμοδιότητα”, και ότι “αυτά συμβαίνουν”, πραγματικά με ξεπερνά. Δεν υπάρχει χωριανός που να μην έχει κάνει έστω ένα παράπονο για αυτή την κατάσταση.

Γνωρίζω πως ο Αλέκος είχε έρθει σε έντονες αντιπαραθέσεις με βοσκούς, επειδή δεν σέβονταν τις περιουσίες μας. Είχαν συγκεντρωθεί ακόμη και υπογραφές για να απομακρυνθούν κάποιοι από αυτούς. Έφυγαν για ένα διάστημα, όμως επέστρεψαν ξανά. Οι εντάσεις συνεχίστηκαν και δυστυχώς αυτή η ιστορία κρατά εδώ και πολλά χρόνια», τονίζει.

Η ίδια περιγράφει το χωριό τους ως έναν τόπο με ιδιαίτερη κουλτούρα και συνοχή.

«Το χωριό μας το αποκαλούσαν “μικρό Παρίσι”, γιατί οι κάτοικοι είναι πολιτισμένοι άνθρωποι. Ακόμη και οι αγρότες έχουν μόρφωση. Υπάρχουν, φυσικά, και κτηνοτρόφοι που σέβονται τον τόπο και δεν δημιουργούν προβλήματα — δεν θέλω σε καμία περίπτωση να παρερμηνευτούν τα λόγια μου.

Αν συνέβη κάτι πάνω σε καβγά ή εν βρασμώ ψυχής, όποιος εμπλέκεται θα έπρεπε να είχε πάει στις Αρχές και να πει τι ακριβώς έγινε. Να πει “αντέδρασα, δεν άντεξα, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα είχε αυτή την κατάληξη”.

Παρ’ όλα αυτά, αποκλείω το ενδεχόμενο να πρόκειται για άνθρωπο από το χωριό μας. Στην περιοχή έρχονται συχνά και άτομα από γειτονικά χωριά και γι’ αυτό δεν θέλω να στοχοποιήσω κανέναν».

Σε δεύτερη επικοινωνία που είχε με δημοσιογράφο της εκπομπής, ανέφερε μια λεπτομέρεια που, όπως λέει, θυμήθηκε αργότερα:

«Θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει ο Αλέκος, όταν είχαμε μιλήσει στα τέλη Ιανουαρίου. Μου έλεγε ότι δεν τους είχαν αφήσει ούτε ελιά για ελιά.

Δεν ξέρω ποιος το έκανε ούτε για ποιο λόγο, αλλά εγώ του είπα πως έβλεπα παντού ζώα μέσα στα χωράφια με τις ελιές. Τότε μου εξήγησε ότι είχε κουραστεί πάρα πολύ, γιατί βρισκόταν συνεχώς σε αντιπαραθέσεις με βοσκούς και δεν είχε καμία στήριξη ούτε από τη Δασονομία ούτε από την Αστυνομία.

“Μας έχουν αφήσει μόνους και τσακώνομαι με όλους”, μου είχε πει χαρακτηριστικά».

«Βρήκα πεταμένα τον καφέ και το τοστ που μου έφερνε»

Στην κάμερα της εκπομπής, που πήγε στο σημείο όπου συνέβησαν όλα, μίλησε ο Αλβανός εργάτης που εκείνη την ημέρα δούλευε στα χωράφια του και περίμενε να του πάει τον καφέ και το τοστ που βρέθηκαν πεταμένα στην άκρη του δρόμου.

Ο Αλέκος, ωστόσο, δεν έφτασε ποτέ. Φέρεται να δέχτηκε επίθεση και να κατευθύνθηκε προς το σπίτι του — μια απόσταση περίπου ενάμισι λεπτού — όπου και τον εντόπισε τραυματισμένο η σύζυγός του.

«Το πρωί εκείνης της ημέρας ήμουν σε άλλο χωράφι. Όταν τελείωσα, πήγα στο σπίτι του. Επειδή είχα μαζί μου το ποδήλατό μου, το βάλαμε στην καρότσα του αγροτικού και με μετέφερε στο χωράφι όπου θα δούλευα.

Μου έδειξε τα όρια και έφυγε. Πριν φύγει, μου είπε ότι θα μου φέρει καφέ μεταξύ 11:30 και 12:00 και ξεκίνησα τη δουλειά. Έφτασε μεσημέρι και εκείνος δεν είχε εμφανιστεί. Κάποια στιγμή άκουσα έναν θόρυβο από παπάκι και νόμισα πως ήταν ο Αλέκος. Άκουσα φωνές, ένα “εεε!”. Περίμενα λίγο και συνέχισα τη δουλειά μου», αναφέρει χαρακτηριστικά ο εργάτης.

Όταν γύρω στις τέσσερις το απόγευμα έφυγε με το ποδήλατό του, περίπου τριακόσια μέτρα πιο κάτω στον δρόμο, εντόπισε πεταμένο έναν καφέ και μια σακούλα με τοστ.

«Δεν σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν αυτά που θα μου έφερνε, γιατί ήταν ο πρόεδρος του χωριού. Σκέφτηκα ότι αν είχε συμβεί κάτι σε εκείνον, θα είχε αναστατωθεί όλο το χωριό. Την επόμενη ημέρα πήγα σε άλλο χωράφι του Αλέκου, όπως είχαμε κανονίσει.

Τον περίμενα μέχρι τις δέκα-δέκα και μιση, αλλά δεν εμφανίστηκε. Τότε πήγα στο καφενείο και ρώτησα αν τον είχαν δει. Με κοίταξαν περίεργα και μου είπαν: “Δεν έμαθες ότι ο Αλέκος είναι στο νοσοκομείο;”

Το βράδυ, ήρθε η αδερφή του και με ρώτησε αν μου είχε φέρει καφέ την προηγούμενη ημέρα. Αργότερα, ο γαμπρός του μου ζήτησε να πάμε στο σημείο. Εκεί του έδειξα τα αντικείμενα στον δρόμο.

Τα μάζεψε ο ίδιος, εγώ δεν τα άγγιξα, και στη συνέχεια πήγε στο καφενείο, όπου του είπαν ότι πράγματι τα είχε πάρει από εκεί».

Ο ίδιος σημειώνει πως ο 49χρονος ήταν εξαιρετικός εργοδότης, συνεπής στα οικονομικά τους και πάντα τον φρόντιζε, φέρνοντάς του καφέ και φαγητό.

«Εκείνη την ημέρα δεν είδα κανέναν άλλον στο χωράφι, καθώς ήμουν μόνος μου μέσα σε αυτό. Με ρώτησαν αν είδα πρόβατα, αλλά δεν υπήρχαν — θα τα είχα αντιληφθεί σίγουρα.

Ούτε άλλος εργάτης βρισκόταν κοντά. Η αστυνομία γνωρίζει όλα όσα σας λέω, καθώς με έχει καλέσει τέσσερις φορές», καταλήγει.



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

0 Σχόλια
Oldest
Newest
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ