Μπαίνει ο μισθός και, μέσα σε λίγες ημέρες, αρχίζουν να φεύγουν χρήματα προς κάθε κατεύθυνση.
Ενοίκιο, λογαριασμοί, σούπερ μάρκετ, καύσιμα, καφέδες, έξοδοι και μικρές αγορές που μοιάζουν ασήμαντες μεμονωμένα, αλλά στο τέλος του μήνα έχουν συγκεντρώσει ένα σημαντικό ποσό. Και κάπως έτσι, λίγο πριν από την επόμενη πληρωμή, το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι πολύ μικρότερο από όσο υπολόγιζε κανείς.
Η λύση δεν είναι απαραίτητα να περιοριστούν όλες οι δαπάνες. Σε πολλές περιπτώσεις, το πρώτο βήμα είναι να υπάρχει ένας πιο ξεκάθαρος τρόπος οργάνωσης των χρημάτων.
Εδώ βασίζεται η λογική του «κανόνα των τριών λογαριασμών»: το εισόδημα χωρίζεται από την αρχή του μήνα σε τρεις βασικές κατηγορίες. Υποχρεώσεις, καθημερινά έξοδα και αποταμίευση.
Με αυτόν τον τρόπο, δεν αντιμετωπίζονται όλα τα χρήματα που εμφανίζονται στον τραπεζικό λογαριασμό ως διαθέσιμα για κατανάλωση.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με βασικές αρχές οικονομικού προγραμματισμού που προτείνει η Υπηρεσία Προστασίας Χρηματοοικονομικών Καταναλωτών των ΗΠΑ (CFPB). Πρόκειται για ομοσπονδιακή υπηρεσία που δημιουργήθηκε για την προστασία των καταναλωτών στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών.
Τρεις λογαριασμοί, τρεις διαφορετικοί σκοποί
Η λογική είναι να μην υπάρχει ένα ενιαίο ποσό από το οποίο πληρώνονται τα πάντα.
Το εισόδημα κατανέμεται εξαρχής, ώστε να είναι ξεκάθαρο ποια χρήματα είναι διαθέσιμα και ποια έχουν ήδη συγκεκριμένο προορισμό.
1. Ο λογαριασμός των υποχρεώσεων
Ο πρώτος λογαριασμός –έστω και υποθετικά εάν δεν θέλετε να ανοίξετε διαφορετικούς– αφορά τα έξοδα που πρέπει να καλυφθούν κάθε μήνα.
Εδώ μπορούν να εντάσσονται:
- το ενοίκιο ή η δόση στεγαστικού,
- το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό,
- το τηλέφωνο και το διαδίκτυο,
- τα ασφάλιστρα,
- τα έξοδα μετακίνησης,
- το σούπερ μάρκετ,
- άλλες σταθερές ή απαραίτητες δαπάνες.
Το ποσό αυτό πρέπει να υπολογίζεται πρώτο. Ο λόγος είναι απλός: τα χρήματα που χρειάζονται για τις βασικές υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται διαθέσιμα για άλλες αγορές.

2. Ο λογαριασμός των καθημερινών εξόδων
Ο δεύτερος λογαριασμός είναι αυτός που αφορά την καθημερινότητα.
Εδώ μπορούν να μπουν τα χρήματα για καφέδες, εστιατόρια, ψυχαγωγία, ρούχα, μικρές αγορές και γενικότερα δαπάνες που δεν είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του νοικοκυριού.
Το σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο όριο. Αν έχουν υπολογιστεί, για παράδειγμα, 300 ευρώ για τέτοιες δαπάνες μέσα στον μήνα, αυτό είναι το ποσό που υπάρχει πραγματικά προς κατανάλωση.
Έτσι, αντί να κοιτάζει κανείς συνεχώς το συνολικό υπόλοιπο της τράπεζας και να υπολογίζει πρόχειρα πόσα μπορεί να ξοδέψει, έχει μπροστά του ένα σαφές διαθέσιμο ποσό.
3. Ο λογαριασμός της αποταμίευσης
Ο τρίτος λογαριασμός έχει διαφορετικό σκοπό: τα χρήματα που μπαίνουν εκεί δεν προορίζονται για τις καθημερινές ανάγκες.
Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ενός οικονομικού αποθέματος, για έναν συγκεκριμένο μελλοντικό στόχο ή για την αντιμετώπιση μιας απρόβλεπτης δαπάνης.
Η Υπηρεσία Προστασίας Χρηματοοικονομικών Καταναλωτών των ΗΠΑ επισημαίνει τη σημασία ενός ξεχωριστού αποθεματικού για έκτακτες ανάγκες, όπως μια απρόβλεπτη επισκευή, ένα έκτακτο ιατρικό κόστος ή μια περίοδος μειωμένου εισοδήματος.
Το παράδειγμα με μισθό 1.200 ευρώ
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει καθαρό μηνιαίο εισόδημα 1.200 ευρώ.
Με μια ενδεικτική κατανομή, τα 700 ευρώ μπορούν να προορίζονται για τις βασικές υποχρεώσεις και ανάγκες του μήνα, όπως ενοίκιο, λογαριασμοί, τρόφιμα και μετακινήσεις. Άλλα 350 ευρώ μπορούν να διατίθενται για καθημερινά και προσωπικά έξοδα, όπως καφέδες, φαγητό εκτός σπιτιού, αγορές και ψυχαγωγία. Τα υπόλοιπα 150 ευρώ μεταφέρονται στην άκρη για αποταμίευση.
Αν τα 150 ευρώ αποταμιεύονται κάθε μήνα, χωρίς να υπολογίζεται οποιαδήποτε απόδοση, σε έναν χρόνο θα έχουν συγκεντρωθεί 1.800 ευρώ.
Η συγκεκριμένη κατανομή είναι ενδεικτική και δεν αποτελεί κανόνα που μπορεί να εφαρμοστεί σε όλους. Ένα νοικοκυριό με υψηλό ενοίκιο ή αυξημένες υποχρεώσεις μπορεί να χρειάζεται μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος για τις βασικές ανάγκες.
Το ζητούμενο είναι να υπάρχει σαφής κατανομή των χρημάτων από την αρχή του μήνα, ώστε η αποταμίευση να μην εξαρτάται από το αν θα περισσέψει κάποιο ποσό στο τέλος.
Το βασικό λάθος: «Θα αποταμιεύσω ό,τι περισσέψει»
Αυτό είναι ένα από τα συνηθέστερα προβλήματα στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ο μισθός μπαίνει στον λογαριασμό, πληρώνονται οι πρώτες υποχρεώσεις και στη συνέχεια τα χρήματα χρησιμοποιούνται για τις καθημερινές ανάγκες. Στο τέλος του μήνα, αν έχει απομείνει κάποιο ποσό, αυτό μπορεί να αποταμιευτεί.
Στην πράξη, όμως, συχνά δεν περισσεύει τίποτα. Γι’ αυτό και μια διαφορετική προσέγγιση είναι να αντιμετωπίζεται η αποταμίευση ως προγραμματισμένη δαπάνη και όχι ως το ποσό που απομένει τυχαία στο τέλος του μήνα.
Η CFPB προτείνει, μεταξύ άλλων, την αυτοματοποίηση της αποταμίευσης, ώστε ένα προκαθορισμένο ποσό να μεταφέρεται αυτόματα σε λογαριασμό αποταμίευσης μετά την πληρωμή.
Η αυτόματη μεταφορά μπορεί να κάνει τη διαφορά
Στην πράξη, ο «κανόνας των τριών λογαριασμών» μπορεί να λειτουργήσει ακόμη πιο εύκολα όταν οι μεταφορές γίνονται αυτόματα. Την ημέρα που καταβάλλεται ο μισθός, ένα μέρος μπορεί να κατευθύνεται στον λογαριασμό των υποχρεώσεων, ένα άλλο να παραμένει διαθέσιμο για τις καθημερινές ανάγκες και ένα τρίτο να μεταφέρεται απευθείας στην αποταμίευση.
Έτσι περιορίζεται η ανάγκη για συνεχή υπολογισμό μέσα στον μήνα.
Το βασικό πλεονέκτημα δεν είναι ότι δημιουργούνται περισσότερα χρήματα. Είναι ότι τα χρήματα που υπάρχουν αποκτούν από την αρχή συγκεκριμένο ρόλο.
Η ουσία του κανόνα
Ο «κανόνας των τριών λογαριασμών» δεν αποτελεί επίσημο οικονομικό κανόνα ούτε υπάρχει μία συγκεκριμένη κατανομή που να πρέπει να ακολουθούν όλοι.
Είναι ένας πρακτικός τρόπος οργάνωσης του προσωπικού προϋπολογισμού, βασισμένος σε μια απλή αρχή: πριν αρχίσει ο μήνας, να έχει αποφασιστεί πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα.
Γιατί όταν ολόκληρος ο μισθός βρίσκεται σε έναν λογαριασμό, όλα τα χρήματα μοιάζουν διαθέσιμα. Όταν όμως χωρίζονται από την αρχή σε υποχρεώσεις, καθημερινά έξοδα και αποταμίευση, γίνεται πολύ πιο εύκολο να γνωρίζει κανείς τι μπορεί να ξοδέψει — και τι δεν πρέπει να αγγίξει.
