Στην καθημερινότητα συχνά λέμε ότι «έχουμε πολλούς φίλους». Άλλες φορές όμως, όταν το ξανασκεφτούμε πιο ψύχραιμα, συνειδητοποιούμε ότι οι πραγματικά κοντινοί άνθρωποι στη ζωή μας είναι πολύ λιγότεροι.
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να εξηγήσουν και οι έρευνες γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις και τις φιλίες. Δεν είναι θέμα διάθεσης ή κοινωνικότητας, αλλά τρόπου που λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Ο ανθρωπολόγος ΡόμπινΝτάνμπαρ υποστήριξε ότι υπάρχει ένα φυσικό όριο στον αριθμό των σταθερών κοινωνικών σχέσεων που μπορεί να διατηρήσει ένας άνθρωπος. Αυτό το όριο έχει υπολογιστεί περίπου στους 150 ανθρώπους και είναι γνωστό ως «Dunbar’s number».
Δεν σημαίνει ότι έχουμε 150 φίλους με την ίδια έννοια, αλλά ότι αυτός είναι ο μέγιστος αριθμός ανθρώπων με τους οποίους μπορούμε να διατηρούμε κάποια μορφή σταθερής επαφής και αναγνώρισης μέσα στον χρόνο.
Μέσα σε αυτούς τους 150, όμως, δεν υπάρχει ισότητα. Οι φιλίες οργανώνονται σε «στρώσεις». Στον πυρήνα βρίσκονται περίπου 5 άτομα. Οι πιο στενοί μας άνθρωποι, αυτοί στους οποίους απευθυνόμαστε πρώτοι σε μια κρίση ή σε μια σημαντική στιγμή.
Λίγο πιο έξω βρίσκονται γύρω στους 15 καλούς φίλους, ενώ περίπου 50 άνθρωποι αποτελούν έναν πιο σταθερό κύκλο γνωριμιών με ουσιαστική επαφή. Πέρα από αυτό, φτάνουμε στο ευρύτερο κοινωνικό δίκτυο των 150 ατόμων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το μοτίβο δεν είναι θεωρητικό. Εμφανίζεται επαναλαμβανόμενα στην πραγματική ζωή. Από μικρές κοινότητες και ομάδες εργασίας, μέχρι στρατιωτικές μονάδες και κοινωνικά δίκτυα, οι αριθμοί τείνουν να συγκλίνουν σε παρόμοια μεγέθη.
Ο λόγος, σύμφωνα με την έρευνα, έχει να κάνει με το «κόστος» της φιλίας. Δηλαδή χρόνο, ενέργεια και συναισθηματική επένδυση. Ο εγκέφαλος απλώς δεν μπορεί να διαχειριστεί απεριόριστο αριθμό βαθιών σχέσεων ταυτόχρονα.
Στην πράξη, οι περισσότεροι άνδρες -και γενικά οι άνθρωποι- έχουν ακόμη μικρότερο αριθμό πραγματικά κοντινών φίλων. Έρευνες δείχνουν ότι συχνά μιλάμε για 1 έως 5 στενές σχέσεις, ενώ οι υπόλοιποι ανήκουν σε πιο χαλαρούς κοινωνικούς κύκλους ή απλές γνωριμίες. Αυτό δεν σημαίνει μοναξιά απαραίτητα, αλλά διαφοροποίηση στη «βαρύτητα» των σχέσεων.
Καθώς μεγαλώνουμε, αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο. Στην εφηβεία και στα 20s οι κύκλοι είναι μεγαλύτεροι, πιο ρευστοί και πιο κοινωνικοί. Μετά τα 30, οι σχέσεις αρχίζουν να φιλτράρονται φυσικά. Δουλειά, οικογένεια, υποχρεώσεις και διαφορετικοί ρυθμοί ζωής μειώνουν τον χρόνο για διατήρηση μεγάλου δικτύου. Οι φιλίες που μένουν δεν είναι απαραίτητα λιγότερο σημαντικές, είναι απλώς πιο επιλεγμένες.
Το βασικό συμπέρασμα των ερευνών δεν είναι ότι «δεν έχουμε αρκετούς φίλους», αλλά ότι η ποιότητα υπερισχύει της ποσότητας. Ένας μικρός, σταθερός κύκλος ανθρώπων έχει μεγαλύτερη επίδραση στην ευημερία και την ψυχική υγεία από ένα μεγάλο αλλά επιφανειακό δίκτυο σχέσεων.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πόσους φίλους αποκτά ένας άνδρας στη ζωή του, αλλά πόσες ουσιαστικές σχέσεις καταφέρνει να κρατήσει ζωντανές μέσα στον χρόνο. Γιατί εκεί, και όχι στον αριθμό, κρίνεται η πραγματική κοινωνική του ζωή.
