Ρόδος: Συνελήφθη ξανά και αφέθηκε ελεύθερος ο 44χρονος που ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με θύματα μητέρα και κόρη

Νέο κεφάλαιο προστέθηκε στη δικαστική διαδρομή της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου της 17ης Μαΐου 2026 επί της Εθνικής Οδού Ρόδου Λίνδου, με τον 44χρονο ημεδαπό που κατηγορείται για τη μοιραία σύγκρουση να συλλαμβάνεται για φερόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων και να οδηγείται χθες ενώπιον της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου.

Η Εισαγγελέας, αφού εξέτασε τα στοιχεία της νέας δικογραφίας, προσδιόρισε ρητή δικάσιμο για τις 25 Σεπτεμβρίου 2026 και άφησε τον κατηγορούμενο ελεύθερο.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη βεβαρημένη δικονομική εικόνα, καθώς για τον ίδιο εκκρεμεί και δεύτερη υπόθεση με δικάσιμο στις 3 Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, ενώ η κύρια ανάκριση για το ίδιο το δυστύχημα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Η σύλληψη του 44χρονου πραγματοποιήθηκε προχθές το απόγευμα, κατόπιν εντολής της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ρόδου.

Αστυνομικοί μετέβησαν στην επιχείρησή του και τον εντόπισαν εκεί, στοιχείο που, σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», ενίσχυσε την εικόνα ότι ο κατηγορούμενος εξακολουθούσε να ασχολείται με μηχανοκίνητα μέσα παρά τη ρητή απαγόρευση που του είχε επιβληθεί.

Αφορμή για την κινητοποίηση των Αρχών στάθηκε καταγγελία που υποβλήθηκε στην Εισαγγελέα, σύμφωνα με την οποία ο 44χρονος παραβίαζε τον έκτο περιοριστικό όρο, καθώς, όπως υποστηρίζεται, απασχολούνταν καθημερινά στην επιχείρησή του ασχολούμενος με μηχανοκίνητα μέσα, ενώ προβλήθηκε και ο ισχυρισμός ότι συνέχιζε να οδηγεί, παρότι κάτι τέτοιο του είχε απαγορευτεί.

Από την πλευρά του κατηγορουμένου, τον οποίο εκπροσωπούν οι συνήγοροι κ.κ. Στέλιος Κιουρτζής, Δήμος Μουτάφης και Μανώλης Ζέζιος, προβάλλεται κατηγορηματική άρνηση των καταγγελλομένων.

Όπως υποστηρίζουν ο ίδιος και οι συνήγοροί του, υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό από το κύκλωμα εσωτερικής μαγνητοσκόπησης της επιχείρησης, από το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, προκύπτει ότι ο 44χρονος παρακολουθεί τον προσωπικό του υπολογιστή και δεν εργάζεται ούτε ασχολείται με τα οχήματα, τα οποία περιποιούνται αποκλειστικά οι υπάλληλοι.

Το υλικό αυτό αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό αποδεικτικό στοιχείο της υπεράσπισης κατά τη δικάσιμο του Σεπτεμβρίου.

Ρόδος: Οι 6 περιοριστικοί όροι και ο επίμαχος έκτος

Για να γίνει αντιληπτό το βάρος της νέας υπόθεσης, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στη διάταξη που εξέδωσε στις 20 Μαΐου 2026 ο Δεύτερος Τακτικός Ανακριτής Πλημμελειοδικών Ρόδου, μετά την απολογία του 44χρονου για τον θάνατο των δύο γυναικών, μιας μητέρας 56 ετών και της 26χρονης κόρης της.

Στο κείμενο της διάταξης αναφέρεται ρητά ότι από το αποδεικτικό υλικό που είχε έως τότε συλλεγεί προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης από την οποία προκλήθηκε θάνατος άλλων.

Ο ίδιος αρνήθηκε στο σύνολό τους τις βαρύτατες κατηγορίες της επικίνδυνης οδήγησης από την οποία επήλθε θάνατος και της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή.

Με τη διάταξη αυτή ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος υπό 6 αυστηρούς περιοριστικούς όρους, με ισχύ μέχρι την οριστική εκδίκαση της υπόθεσης.

Ο πρώτος αφορά την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα. Ακολουθεί η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εμφάνισής του την πρώτη και τη δέκατη έκτη ημέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα στο Αστυνομικό Τμήμα του τόπου κατοικίας του.

Παράλληλα, του επιβλήθηκε η καταβολή χρηματικής εγγύησης ύψους 50.000 ευρώ, με καταληκτική ημερομηνία την 27 Μαΐου 2026 και ώρα 12:00.

Τους όρους συμπληρώνουν η αφαίρεση της άδειας οδήγησης κάθε μηχανοκίνητου μέσου, η απαγόρευση οδήγησης και, τέλος, η απαγόρευση ενασχόλησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο με μηχανοκίνητα μέσα.

Ο τελευταίος αυτός όρος, ο έκτος, είναι εκείνος που φέρεται να παραβιάστηκε και που βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δικασίμου της 25ης Σεπτεμβρίου 2026.

Ρόδος: Η δεύτερη δικογραφία και η δικάσιμος της 3ης Ιουλίου 2026

Η χθεσινή εξέλιξη δεν είναι η μόνη δικαστική εκκρεμότητα που βαραίνει τον 44χρονο.

Εις βάρος του έχει ήδη σχηματιστεί δεύτερη δικογραφία, η οποία γεννήθηκε λίγες μόλις ώρες μετά την αποφυλάκισή του και αφορά καταγγελίες περί απόπειρας προσέγγισης του ζημιογόνου οχήματος.

Η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ρόδου σχημάτισε κατηγορητήριο και προσδιόρισε δικάσιμο για τις 3 Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου, με τη σχετική κλήση να έχει ήδη επιδοθεί στον κατηγορούμενο.

Η ταχύτητα με την οποία ολοκληρώθηκε ο εισαγγελικός χειρισμός θεωρείται ασυνήθιστη για τα δεδομένα αντίστοιχων υποθέσεων, καθώς το συγκεκριμένο σκέλος οδηγείται στο ακροατήριο σε τμήμα διακοπών, τη στιγμή που η κύρια υπόθεση για το ίδιο το δυστύχημα παραμένει στο στάδιο της διερεύνησης.

Σύμφωνα με την καταγγελία, το απόγευμα της 20ής Μαΐου 2026, περί ώρα 19:00 και λίγες ώρες μετά την αποχώρησή του από το Δικαστικό Μέγαρο, ο κατηγορούμενος φέρεται να επικοινώνησε τηλεφωνικά με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας, στη μάντρα της οποίας φυλάσσεται προσωρινά το ζημιογόνο όχημα, εκκρεμούσης της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης που έχει παραγγελθεί για τη διακρίβωση των αιτίων του τροχαίου.

Το αίτημα που φέρεται να απηύθυνε ήταν, κατά την καταγγελία, σαφές, να γίνουν δηλαδή ενέργειες που θα κατέστρεφαν στοιχεία περιεχόμενα στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος, από τον οποίο μπορεί να αντληθεί η ταχύτητα κίνησης τα δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση.

Ο οδηγός, κατά την ίδια καταγγελία, αρνήθηκε.

Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος φέρεται να επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό της ίδιας εταιρείας, αυτή τη φορά μέσω τρίτου προσώπου.

Ο τρόπος προσέγγισης ήταν διαφορετικός, καθώς προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι υπήρχε επιθυμία να δουν από κοντά το όχημα προκειμένου να τραβηχτούν φωτογραφίες.

Η καταγγελία θεωρεί την αιτιολογία αυτή πρόσχημα, με πραγματικό στόχο την πρόσβαση στο κατασχεθέν όχημα.

Καθοριστικό ρόλο στη δρομολόγηση της δεύτερης δικογραφίας διαδραμάτισε η αίτηση που κατέθεσαν στις 22 Μαΐου 2026 στην Τροχαία οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, ο κ. Δημήτρης Βερβέρης και ο κ. Τηλέμαχος Καμπούρης.

Με την αίτησή τους ζήτησαν την άμεση εξέταση των δύο οδηγών που φέρονται να δέχθηκαν τα σχετικά αιτήματα, ώστε οι καταθέσεις τους να αποτυπωθούν επισήμως, επικαλούμενοι σοβαρό κίνδυνο παραβίασης και αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων, με ειδική αναφορά στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του οχήματος.

Οι κ.κ. Βερβέρης και Καμπούρης επισήμαναν παράλληλα ότι η φερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά αφ’ εαυτής παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου, ο οποίος απαγορεύει ρητά κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα.

Στο πλευρό της οικογένειας βρίσκεται και η κ. Κυριακούλα Δημητραδιού. Οι μάρτυρες κατέθεσαν στη συνέχεια ενόρκως και ακολούθησε η παραγγελία για τον σχηματισμό της δεύτερης δικογραφίας, στην οποία ο 44χρονος εμφανίστηκε πλέον με την ιδιότητα του καταγγελλομένου.

Η εκδοχή του κατηγορουμένου και ο φόβος της ανάφλεξης

Στις εξηγήσεις που έδωσε ενώπιον της Τροχαίας για το σκέλος αυτό, ο 44χρονος αρνήθηκε στο σύνολό τους τα όσα του αποδίδονται, παρουσιάζοντας μια δική του ανάγνωση των γεγονότων που, αν γίνει δεκτή, ανατρέπει τον πυρήνα της καταγγελίας.

Δεν αρνήθηκε ότι επιδίωξε επικοινωνία γύρω από το ζημιογόνο όχημα, επιχείρησε όμως να δώσει διαφορετικό περιεχόμενο και κίνητρο στις ενέργειές του.

Όπως υποστήριξε, σκοπός του δεν ήταν ποτέ να αφαιρέσει το καταγραφικό του αυτοκινήτου, ούτε να εξαφανίσει ή να αλλοιώσει τα στοιχεία που αυτό φέρει, αλλά αντιθέτως να διασφαλίσει ότι δεν θα καταστραφεί.

Κεντρικό σημείο της επιχειρηματολογίας του αποτελεί ο ισχυρισμός ότι το όχημα βρισκόταν σε κίνδυνο ανάφλεξης.

Ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι λάμβανε στο κινητό του τηλέφωνο διαδοχικές ειδοποιήσεις από την εφαρμογή ελέγχου του αυτοκινήτου, οι οποίες, κατά τα λεγόμενά του, περιείχαν προειδοποιήσεις για την κατάσταση του οχήματος μετά τη σφοδρή σύγκρουση.

Με βάση τις ενδείξεις αυτές, υποστηρίζει ότι ανησύχησε πως το όχημα μπορούσε να πάρει φωτιά εκεί όπου φυλασσόταν, με ορατό το ενδεχόμενο να καταστραφεί μαζί του και ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος που κρατά τα κρίσιμα δεδομένα.

Ο 44χρονος επέμεινε ιδιαίτερα στο περιεχόμενο της συνομιλίας του με τον οδηγό της επιχείρησης που έχει στην ευθύνη της το όχημα.

Υποστήριξε ότι ουδέποτε ζήτησε να του παραδοθεί ο εγκέφαλος του αυτοκινήτου και ότι σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε την καταστροφή του.

Αντίθετα, όπως καταθέτει, το αίτημά του ήταν να εναποτεθεί ο εγκέφαλος σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το επικίνδυνο όχημα, ώστε να μην υποστεί ζημιά σε περίπτωση που επιβεβαιωνόταν ο κίνδυνος ανάφλεξης.

Πηγή: dimokratiki.gr



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

0 Σχόλια
Oldest
Newest
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ