ΠΟΑΣΥ: «Βασικά αιτήματα-παρατηρήσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις στο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου του ΥΠΟΙΚ»

Παρεμβάσεις και προτάσεις επί του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου κατέθεσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Αστυνομικών Υπαλλήλων (ΠΟΑΣΥ), ζητώντας σειρά βελτιώσεων που αφορούν τόσο οικονομικά και στεγαστικά ζητήματα των αστυνομικών όσο και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις για παθόντες εν ώρα υπηρεσίας και τις οικογένειές τους.

Με επιστολή προς τους αρμόδιους, η Ομοσπονδία εισηγείται, μεταξύ άλλων, την ένταξη των αστυνομικών στο μέτρο επιστροφής δύο ενοικίων για όσους υπηρετούν στην περιφέρεια, τη διατήρηση υφιστάμενων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, την ενίσχυση της προστασίας των οικογενειών πεσόντων αστυνομικών, καθώς και τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε ειδικές οικονομικές παροχές που συνδέονται με τη λειτουργία των αερολιμένων της χώρας.

Η επιστολή της ΠΟΑΣΥ

«Αξιότιμοι Κύριοι,

Η Ομοσπονδία μας, σε συνέχεια των πρωτοβουλιών για την ικανοποίηση των αιτημάτων του αστυνομικού προσωπικού συμμετέχει στη διαβούλευση του παρόντος σχεδίου νόμου με τις κάτωθι παρατηρήσεις, προτάσεις και προσθήκες άρθρων – τροπολογιών:

Μέρος Α΄ / Κεφάλαιο Β΄

Άρθρο 4 «Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια – Προσθήκη άρθρου 70Α στον ν. 5217/2025».

Στο άρθρο 4 του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου προβλέπεται η χορήγηση επιδότησης με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.

Προτείνεται η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης ώστε να συμπεριληφθούν και οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε νησιωτικές, παραμεθόριες και λοιπές περιοχές της ελληνικής περιφέρειας.

Οι αστυνομικοί αποτελούν βασικό πυλώνα του κράτους και παρέχουν κρίσιμες υπηρεσίες προστασίας της ζωής, της περιουσίας και της ασφάλειας των πολιτών, σε καθεστώς συνεχούς επιχειρησιακής ετοιμότητας. Όπως συμβαίνει με τους εκπαιδευτικούς, τους ιατρούς και τους νοσηλευτές, μεγάλος αριθμός αστυνομικών μετακινείται υποχρεωτικά μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του προκειμένου να καλύψει υπηρεσιακές ανάγκες.

Ιδιαίτερα στις νησιωτικές, τουριστικές και παραμεθόριες περιοχές, το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα πολλοί αστυνομικοί να επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με το εισόδημά τους. Η δυσχέρεια εξεύρεσης προσιτής κατοικίας επηρεάζει τόσο την ποιότητα ζωής των ίδιων και των οικογενειών τους όσο και τη δυνατότητα αποτελεσματικής στελέχωσης των τοπικών υπηρεσιών.

Η ίση μεταχείριση των εργαζομένων που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την επέκταση της συγκεκριμένης ενίσχυσης και στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, το οποίο καλείται να ανταποκρίνεται σε αυξημένες υπηρεσιακές απαιτήσεις υπό αντίστοιχες στεγαστικές συνθήκες.

Προτεινόμενη τροποποίηση:

«Επιδότηση με τη μορφή επιστροφής ποσού δύο (2) ενοικίων σε εκπαιδευτικούς, ιατρούς, νοσηλευτές και αστυνομικούς που υπηρετούν στην ελληνική περιφέρεια.»

Η προσθήκη των αστυνομικών στους δικαιούχους της διάταξης αποκαθιστά μια ουσιαστική ανισότητα και αναγνωρίζει έμπρακτα την προσφορά τους στην κοινωνία και την πολιτεία.

Μέρος Β΄ / Κεφάλαιο Β΄

Άρθρο 32 «Συντάξιμος μισθός παθόντων στρατιωτικών – Αντικατάσταση άρθρου 34Α π.δ. 169/2007»

Άρθρο 34 «Υπολογισμός σύνταξης θυμάτων τρομοκρατικών ενεργειών»

Άρθρο 35 «Επίδομα αναπηρίας»

Μέρος Β΄ / Κεφάλαιο Γ΄

Άρθρο 45 «Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Β΄»

Μέρος Ζ΄

Άρθρο 114 «Έναρξη ισχύος»

Με τις προτεινόμενες διατάξεις (Άρθρα 32 και 34) υποβαθμίζεται η προστασία των ήδη συνταξιοδοτηθέντων παθόντων από τρομοκρατικές ενέργειες, βίαια εγκλήματα ή επικίνδυνες υπηρεσίες. Η εισαγωγή του νέου και αναδρομικού (Άρθρο 114 από 1/1/2017) τρόπου υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών για την περίοδο 2017-2025, με βάση το εισαγωγικό κλιμάκιο του καταληκτικού βαθμού, απειλεί με μειώσεις τις συντάξεις που είχαν κανονιστεί με τους νόμους 1897/1990 και 1977/1991.

Επειδή πρόκειται για μια ολιγομελή ομάδα πολιτών που υπέστησαν πλήγμα κατά την προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο, η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί το εισόδημά τους. Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ρητά ότι καμία ήδη κανονισθείσα σύνταξη δεν θα μειωθεί, και αν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά, αυτή θα αντιμετωπιστεί με τη θέσπιση προσωπικής διαφοράς.

Επίσης, με το άρθρο 32 εισάγεται ένας άδικος περιορισμός, καθώς η ευνοϊκή σύνταξη με βάση τον καταληκτικό βαθμό αποκλείεται εάν ο παθών, εξαιτίας του τραυματισμού του, είχε μεταταχθεί σε ειδική κατάσταση (όπως διαθεσιμότητα, αποστρατεία ή υπηρεσία γραφείου). Η ρύθμιση αυτή δημιουργεί σοβαρή αδικία στις περιπτώσεις όπου ο θάνατος επέρχεται ως άμεση συνέπεια του τραυματισμού, και όπου η υπαγωγή στην ειδική κατάσταση οφειλόταν αποκλειστικά στην αρχική βλάβη. Στην πράξη, η μεσολάβηση μιας υπηρεσιακής μεταβολής -ακόμη και αν ο θάνατος επέλθει λίγο μετά από αυτήν- στερεί αναίτια από την οικογένεια του θύματος την αυξημένη συνταξιοδοτική προστασία που δικαιούται.

Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τις οικογένειες όσων έχασαν τη ζωή τους από βίαια συμβάντα ή τρομοκρατικές πράξεις.

Για τον λόγο αυτό, είναι ηθικά και νομικά επιβεβλημένο να προβλεφθεί ειδική εξαίρεση όταν αποδεικνύεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του τραυματισμού και του μεταγενέστερου θανάτου.

Ειδικά δε για τις τρομοκρατικές πράξεις (Άρθρο 34), είναι απαραίτητο να διατηρηθεί αλώβητο το υφιστάμενο καθεστώς του ν. 1897/1990, βάσει του οποίου η μεσολάβηση οποιασδήποτε ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης δεν αποτελεί κώλυμα για την απονομή της σύνταξης.

Με το άρθρο 35 εισάγεται μια οπισθοδρομική ανατροπή που πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής προστασίας των αναπήρων στελεχών. Η αναδρομική σύνδεση (2023-2025) του επιδόματος αναπηρίας με τον εισαγωγικό μισθό του βαθμού που έφερε ο δικαιούχος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ακυρώνει τη διαχρονική λογική του θεσμού.

Μέχρι σήμερα, το επίδομα ορθώς ακολουθούσε τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του παθόντος. Η νέα ρύθμιση επιφέρει άδικες μειώσεις, τιμωρώντας τόσο τους αποστρατευθέντες όσο και τα στελέχη που παρέμειναν στην ενεργό υπηρεσία για έτη μετά το πάθημα, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους και εξελισσόμενοι με εντελώς διαφορετικά δεδομένα από εκείνα του χρόνου του τραυματισμού τους. Παράλληλα, η διάταξη παραβιάζει την πάγια συνταξιοδοτική αρχή του Δημοσίου, βάσει της οποίας ο υπάλληλος αντιμετωπίζεται με τα μισθολογικά δεδομένα της εξόδου του από την Υπηρεσία.

Ταυτόχρονα, εισάγει μια αδικαιολόγητη και άνιση διάκριση: ενώ για τους πολιτικούς υπαλλήλους το επίδομα υπολογίζεται επί του βασικού μισθού της εξόδου τους, για τους στρατιωτικούς υπαλλήλους καθηλώνεται στον εισαγωγικό μισθό του χρόνου του παθήματος!!!

Η δε πρόβλεψη για το μετά την 1/10/2025 διάστημα, η οποία μεταφέρει τον καθορισμό του επιδόματος σε μελλοντική Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) με αναδρομική μάλιστα ισχύ (Άρθρο 45), εγείρει σοβαρότατα ζήτημα συνταγματικότητας (άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος), όπως τεκμηριωμένα επισημαίνει και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το επίδομα ανικανότητας των στρατιωτικών δεν αποτελεί ένα απλό, προαιρετικό “βοήθημα”, αλλά δομικό στοιχείο της συνταξιοδοτικής τους προστασίας. Το Σύνταγμα απαγορεύει τη χορήγηση “λευκής επιταγής” στην εκτελεστική εξουσία για να καθορίζει κατά το δοκούν το ύψος τέτοιων παροχών!!

Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η θέσπιση ενός δίκαιου και ενιαίου τρόπου υπολογισμού:

α) για τους συνταξιοδοτούμενους (υπαλλήλους, λειτουργούς και στρατιωτικούς), το επίδομα να υπολογίζεται με βάση τον εκάστοτε βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου εξόδου τους από την υπηρεσία και

β) για τα εν ενεργεία στελέχη (επίδομα μερικής ανικανότητας λόγω τρομοκρατίας ή βίαιου συμβάντος), να συνδέεται με τον εκάστοτε καταβαλλόμενο βασικό μισθό, διατηρώντας το δίκαιο καθεστώς των ν.3234/2004 και ν.3513/2006.

Τροπολογία για την εξαίρεση της περικοπής (κατά 70%) της σύνταξης της χήρας από μεταβιβαζόμενο δικαίωμα παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής όταν εργάζεται στο δημόσιο ή λαμβάνει σύνταξη από αυτό, εφόσον υπάρχουν συνδικαιούχα τέκνα.

Η παρούσα πρόταση βασίζεται στην ανάγκη αποκατάστασης μιας προφανούς κοινωνικής και θεσμικής αδικίας εις βάρος των οικογενειών αστυνομικών που χάνουν τη ζωή τους ένεκα υπηρεσίας.

Ο αστυνομικός λειτουργός δεν είναι ένας κοινός εργαζόμενος. Καθημερινά εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της κοινωνικής ειρήνης και της ανθρώπινης ζωής.

Όταν η Πολιτεία αναγνωρίζει επισήμως ότι ο θάνατος επήλθε «ένεκα υπηρεσίας», και εξαιτίας αυτής οφείλει να διασφαλίζει ότι η οικογένεια του πεσόντος δεν θα αντιμετωπίσει οικονομική υποβάθμιση ως συνέπεια της θυσίας του.

Η εφαρμογή μειώσεων στη σύνταξη χηρείας, ιδίως λόγω εργασίας του επιζώντος συζύγου στο Δημόσιο, οδηγεί σε παράλογα και κοινωνικά άδικα αποτελέσματα:

Οικογένειες με ανήλικα παιδιά χάνουν σημαντικό μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Χήρες και τέκνα πεσόντων αστυνομικών οδηγούνται σε οικονομική ανασφάλεια.

Η Πολιτεία εμφανίζεται να τιμά συμβολικά τον πεσόντα, αλλά να αποσύρει ουσιαστικά την οικονομική προστασία από τους οικείους του.

Η πρακτική αυτή αντίκειται:

-στην αρχή της ισότητας,

-στην αρχή της αναλογικότητας,

-στην ειδική υποχρέωση προστασίας της οικογένειας,

-αλλά και στην αυξημένη θεσμική υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε όσους θυσιάζονται κατά την εκτέλεση του καθήκοντος.

Η Ελληνική Αστυνομία δεν μπορεί να ζητά από τους ανθρώπους της να δίνουν ακόμη και τη ζωή τους για την κοινωνία, χωρίς η Πολιτεία να εγγυάται ότι οι οικογένειές τους θα ζουν με αξιοπρέπεια. Η προστασία των οικογενειών των πεσόντων αστυνομικών δεν αποτελεί παροχή. Αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας. Η κοινωνία απαιτεί από τους αστυνομικούς αυταπάρνηση, αυξημένο κίνδυνο και προσφορά μέχρι και της ίδιας τους της ζωής.

Η Πολιτεία οφείλει, τουλάχιστον, να διασφαλίζει ότι οι οικογένειές τους δεν θα πληρώνουν οικονομικά το τίμημα αυτής της θυσίας.

Για τους παραπάνω λόγους, προτείνεται στο τέλος του Κεφαλαίου Β “ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ” του Μέρους Β΄ “ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ” να προστεθεί άρθρο 45 με το εξής κείμενο και να γίνει αναρρύθμιση στα υπόλοιπα άρθρα του νομοσχεδίου: “Οι εξαιρέσεις τις παρ. 14 του άρθρου 8 του ν.2592/1998 (ΦΕΚ 57 Α΄), έχουν εφαρμογή και για τις μεταβιβαζόμενες συντάξεις παθόντων στην υπηρεσία και εξαιτίας αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι υφίστανται συνδικαιούχα τέκνα.”.

Ακόμα, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269 του ν.5222/ 2025 – Αποζημίωση και σύνταξη οικείου προσώπου σε περίπτωση βίαιου θανάτου αστυνομικού.

Η Ομοσπονδία μας επανέρχεται σήμερα υποβάλλοντάς σας συγκεκριμένη ρύθμιση προκειμένου να ληφθεί υπόψη και να προβείτε σε μια ορθή και δίκαιη για το αστυνομικό προσωπικό ρύθμιση.

Όπως ισχύει ο ν.5222/ 2025 και εφαρμόζεται, προκαλεί μια άνιση και διαφορετική αντιμετώπιση του θανάτου από βίαιο συμβάν.

-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί κάποιος αστυνομικός π.χ. από βόμβα που θα εκραγεί σε κάποια αστυνομική υπηρεσία ή σε όχημα και άλλη αν εκραγεί στο σπίτι του.

-Άλλη σύνταξη αν σκοτωθεί με την υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα και άλλη αν σκοτωθεί λόγω δολιοφθοράς π.χ. στα φρένα της ιδιωτικής του μοτοσυκλέτας.

-Άλλη αντιμετώπιση αν δολοφονηθεί ή τραυματιστεί θανάσιμα από μεμονωμένο άτομο ή ομάδα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και άλλη λόγω της ιδιότητάς του ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικός.

Δεν γνωρίζει ο νομοθέτης ότι υπάρχουν συνταγματικές διατάξεις για τη φύση και την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας από τις οποίες ερμηνεύεται ότι όλα τα όργανα του κράτους, και ειδικά η αστυνομία, φέρουν διαρκή ευθύνη και είναι σε διαρκή ετοιμότητα για τη διαφύλαξη της συνταγματικής νομιμότητας;

Ή μήπως να αναφερθούμε σε ό,τι προβλέπεται ρητά από νόμους και προεδρικά διατάγματα; Ακόμα και από τον Κώδικα Δεοντολογίας του Αστυνομικού Προσωπικού υπαγορεύεται ότι ο αστυνομικός υπόκειται στις αρχές της διαρκούς ετοιμότητας και της διαρκούς διατεταγμένης υπηρεσίας. Επίσης, το Π.Δ. 120/2008 –Άρθρο 2 περί πειθαρχίας, σε συνδυασμό με την έννοια της “αδράνειας” ή της “μη επέμβασης” και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας παραπέμπει σε υποχρεώσεις του αστυνομικού ακόμα και εκτός υπηρεσίας (επέμβαση σε περιπτώσεις τέλεσης αυτόφωρων εγκλημάτων).

Έχει δηλαδή θεσμοθετηθεί μια αδικία καθόσον ο νομοθέτης αντιμετωπίζει επιλεκτικά τους βίαιους θανάτους.

Για την αποκατάσταση των ανωτέρω και την παροχή ολοκληρωμένης προστασίας στο ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, προτείνεται η τροποποίηση του άρθρου 269, ως εξής: «17Α. Οι γονείς του άγαμου χωρίς τέκνα υπαλλήλου ή στρατιωτικού, ο οποίος έχει διορισθεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο ή έχει καταταγεί ως στρατιωτικός, αντιστοίχως, μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, χωρίς να έχει ασφαλιστεί σε κανέναν ασφαλιστικό οργανισμό κύριας ασφάλισης έως την 31 Δεκεμβρίου 1992, εφόσον αυτός αποβιώσει σε διατεταγμένη υπηρεσία που συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο και ένεκα αυτής ή από τρομοκράτες ή άλλα άτομα λόγω της υπαλληλικής – στρατιωτικής του ιδιότητας ή της ενάσκησης των καθηκόντων του, ως εν ενεργεία ή εν συντάξει στρατιωτικού, μπορούν, σε περίπτωση που δικαιούνται το εφάπαξ οικονομικό βοήθημα της παρ. 17 του άρθρου 8 του ν. 2592/1998 (Α΄ 57), να επιλέξουν αντί αυτού τη σύνταξη της παρ. 2 του παρόντος».

Μέρος ΣΤ΄ / Κεφάλαιο Α΄

Άρθρο 100 «Υπολογισμός ειδικής αποζημίωσης ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας – Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 34Α ν. 2682/1999»

Επί του συγκεκριμένου άρθρου, ζητάμε τη συμπερίληψη και των αστυνομικών στο επίδομα που απορρέει από τα τέλη EUROCONTROL. Η προσφορά της Ελληνικής Αστυνομίας στην ασφάλεια, την επιτήρηση και την άμεση αντιμετώπιση περιστατικών στους αερολιμένες της Χώρας, είναι καθοριστική και αναντικατάστατη. Η μη συμπερίληψη του αστυνομικού προσωπικού στο επίδομα αυτό συνιστά σαφή αδικία και άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζομένους στο τομέα αυτό.

Ως εκ τούτου, προτείνεται η συμπλήρωση της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 2, Νόμος 5240/2025 «Διαχείριση των ποσών που αποδίδονται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL) Αντικατάσταση άρθρου 65 και προσθήκη παρ. 7, 8 και 9 στο άρθρο 66 του ν. 4427/2016» ώστε στο εξής να προβλέπει: «Δικαιούχοι φορείς των ποσών από τα τέλη διαδρομής και τερματικής περιοχής που καταβάλλονται από τους χρήστες του εναέριου χώρου και αποδίδονται μέσω EUROCONTROL, είναι οι φορείς που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των εθνικών βάσεων κόστους των τελών αεροναυτιλίας, σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Οργανισμού και ανάμεσα σε αυτούς η Πολεμική Αεροπορία, το Λιμενικό Σώμα – Ελληνική Ακτοφυλακή και η Ελληνική Αστυνομία, ως αρμόδιοι φορείς παροχής υπηρεσιών έρευνας και διάσωσης».

Αξιότιμοι Κύριοι,

Σας καλούμε να λάβετε υπόψη σας τις τεκμηριωμένες παρατηρήσεις και προτάσεις της Ομοσπονδίας έτσι ώστε να προωθηθεί στη Βουλή των Ελλήνων προς ψήφιση, ένα δίκαιο νομοθέτημα, αντάξιο των προσδοκιών του αστυνομικού προσωπικού και της μεγάλης και πολυπληθούς αστυνομικής οικογένειας.

Για την Εκτελεστική Γραμματεία της Π.Ο.ΑΣ.Υ.

O Πρόεδρος                                         Ο Γενικός Γραμματέας
ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ Χρήστος                          ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Θεόδωρος»



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

0 Σχόλια
Oldest
Newest
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ