Το άρθρο με τη λέξη «βλάκας» για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ανεβάζει κατακόρυφα την ένταση – Ο πρώην πρωθυπουργός αναζητά διαύλους συνεννόησης, αλλά οι δημόσιες επιθέσεις στενών συνομιλητών του δυσκολεύουν κάθε προσπάθεια προσέγγισης – Το αδιέξοδο της συνεργασίας και τα μηνύματα που εκπέμπονται προς τη Χαριλάου Τρικούπη
Γράφει ο Αρχικοριός
Η σύγκρουση ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη περνά πλέον σε μια νέα, σαφώς πιο σκληρή φάση, με τις γέφυρες προς το ΠΑΣΟΚ να δοκιμάζονται πριν καν διαμορφωθούν οι όροι μιας πιθανής πολιτικής συνεννόησης.
Το άρθρο του Θανάση Καρτερού, με τον χαρακτηρισμό «βλάκας» για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, έριξε νέο λάδι στη φωτιά και έφερε στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιον τελικά εξυπηρετούν τέτοιου είδους επιθέσεις, όταν στο πολιτικό παρασκήνιο συζητείται η ανάγκη ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου;
Πρακτικά ο πρώην πρωθυπουργός σύμβουλος Θανάσης Καρτερός γνωστός και ως… μαρούλιας (οι παλαιοί γνωρίζουν γιατί του έχει αποδοθεί αυτό το παρατσούκλι) τίναξε στον αέρα οποιαδήποτε προσπάθεια συνεννόησης της ΕΛΑΣ με το ΠΑΣΟΚ.
Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στη βαριά προσωπική αναφορά. Βρίσκεται κυρίως στο πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται.
Σε μια περίοδο κατά την οποία κάθε συζήτηση για συνεργασίες, κοινές πρωτοβουλίες ή μετεκλογικές συγκλίσεις απαιτεί στοιχειώδη εμπιστοσύνη, η δημόσια απαξίωση του επικεφαλής ενός πιθανού συνομιλητή δημιουργεί ένα επιπλέον εμπόδιο.
Και αυτό το εμπόδιο δεν αφορά μόνο τον Καρτερό ή τον Ανδρουλάκη. Αγγίζει ευθέως και τον ίδιο τον Τσίπρα, εφόσον ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεννόησης με δυνάμεις πέρα από τον στενό χώρο του ΣΥΡΙΖΑ.
Η λέξη που άλλαξε το κλίμα
Η επιλογή του χαρακτηρισμού «βλάκας» δεν είναι μια συνηθισμένη πολιτική αιχμή. Είναι μια προσωπική επίθεση που μετατοπίζει τη συζήτηση από τις πολιτικές διαφωνίες στην απαξίωση του ίδιου του συνομιλητή.
Όταν η αντιπαράθεση αποκτά τέτοια χαρακτηριστικά, τα περιθώρια για ψύχραιμη συζήτηση περιορίζονται και οι πολιτικές ηγεσίες πιέζονται να απαντήσουν, ώστε να μη θεωρηθεί ότι ανέχονται προσβολές σε βάρος τους.
Για τον Ανδρουλάκη, το ζήτημα δεν είναι απλώς να απαντήσει σε ένα δημοσίευμα. Είναι να αποφύγει την εικόνα ενός αρχηγού που δέχεται επιθέσεις από τον ευρύτερο χώρο με τον οποίο κάποιοι θα ήθελαν να τον δουν να συνεργάζεται. Η Χαριλάου Τρικούπη έχει κάθε λόγο να διαχωρίζει τις πολιτικές της επιλογές από τις διαθέσεις τρίτων και να απαιτεί συγκεκριμένους όρους, πολιτικές θέσεις και αμοιβαίο σεβασμό.
Το αποτέλεσμα, πάντως, είναι ότι το κλίμα γίνεται ακόμη πιο βαρύ. Η συζήτηση για το αν υπάρχει έδαφος συνεννόησης περνά σε δεύτερη μοίρα και τη θέση της παίρνει η αντιπαράθεση για το ποιος προσβάλλει ποιον, ποιος υποτιμά ποιον και ποιος επιχειρεί να εμφανιστεί ως κυρίαρχος στον προοδευτικό χώρο.
Ο Τσίπρας θέλει διαύλους, αλλά ποιοι τους κλείνουν;
Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο για τον Αλέξη Τσίπρα. Εάν ο πρώην πρωθυπουργός θέλει να εμφανιστεί ως παράγοντας που μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός ευρύτερου προοδευτικού μετώπου, τότε η διατήρηση ανοιχτών διαύλων με το ΠΑΣΟΚ αποτελεί κρίσιμο στοιχείο οποιασδήποτε τέτοιας στρατηγικής.
Δεν αρκούν οι γενικές αναφορές στην ανάγκη πολιτικής αλλαγής, ούτε οι συζητήσεις για κοινά πεδία αντιπαράθεσης με τη Νέα Δημοκρατία. Χρειάζεται και ένα περιβάλλον στο οποίο οι εν δυνάμει συνομιλητές δεν αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται ως αντίπαλοι προς εξουδετέρωση.
Το άρθρο του Καρτερού δημιουργεί, σε αυτό το επίπεδο, ένα εμφανές πολιτικό πρόβλημα. Ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος εκφράζει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις ή αν οι παρεμβάσεις του ερμηνεύονται ως ενδεικτικές ενός ευρύτερου κλίματος, η δημόσια εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας αντιπαράθεσης χωρίς διάθεση αποκλιμάκωσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσίευμα ενός αρθρογράφου αποτελεί αυτομάτως επίσημη γραμμή του Τσίπρα. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι υπάρχει συντονισμός ή κοινή στρατηγική πίσω από κάθε δημόσια παρέμβαση.
Πολιτικά, όμως, οι εντυπώσεις έχουν τη δική τους βαρύτητα. Όταν πρόσωπα που συνδέονται στη δημόσια συζήτηση με έναν πολιτικό χώρο επιτίθενται με τέτοια ένταση σε έναν πιθανό συνομιλητή, η ζημιά μπορεί να ξεπεράσει τις προθέσεις εκείνου που γράφει ή μιλά.
Οι σύμβουλοι και ο κίνδυνος του πολιτικού εγκλωβισμού
Στο παρασκήνιο ανακύπτει αναπόφευκτα και ένα δεύτερο ερώτημα: ποιοι εισηγούνται στον Τσίπρα τη στρατηγική του και κατά πόσο αντιλαμβάνονται ότι η πόλωση με το ΠΑΣΟΚ μπορεί να περιορίσει τις επιλογές του;
Η συζήτηση αφορά όσους εμφανίζονται ως συνομιλητές, υποστηρικτές ή άτυποι σύμβουλοι του πρώην πρωθυπουργού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχουν αποδείξεις πως υπαγορεύουν τις κινήσεις του ή ότι ευθύνονται για το συγκεκριμένο άρθρο.
Η πολιτική παγίδα είναι, ωστόσο, υπαρκτή ως ενδεχόμενο. Αν γύρω από τον Τσίπρα κυριαρχήσει η λογική ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει πρώτα να πιεστεί, να απαξιωθεί ή να υποχρεωθεί να αποδεχθεί τον ρόλο που του αποδίδουν άλλοι, τότε η συζήτηση για συνεργασία κινδυνεύει να γίνει εξαρχής αδιέξοδη.
Κανένα κόμμα δεν έχει κίνητρο να προσέλθει σε διάλογο όταν αισθάνεται ότι αντιμετωπίζεται ως υποδεέστερος εταίρος ή ως πολιτικός αντίπαλος που πρέπει να υποταχθεί.
Αντιθέτως, μια στρατηγική που επιδιώκει συνεννόηση προϋποθέτει αναγνώριση της αυτονομίας του άλλου κόμματος, σεβασμό στις αποφάσεις της ηγεσίας του και σαφή πολιτική βάση. Χωρίς αυτά, οι αναφορές στην ενότητα του προοδευτικού χώρου κινδυνεύουν να ακούγονται περισσότερο ως επικοινωνιακή διακήρυξη παρά ως συγκεκριμένο σχέδιο.
Η Χαριλάου Τρικούπη δεν θέλει να ακούει για συνεργασίες με αυτούς τους όρους
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, το ζήτημα είναι εξίσου σαφές: η πολιτική αυτονομία του ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να τίθεται υπό διαπραγμάτευση μέσα από δημόσιες προσβολές και ανταγωνισμούς για το ποιος θα ηγηθεί του ευρύτερου χώρου.
Η συζήτηση περί συνεργασίας με τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να προχωρήσει μόνο με ευχές ή με σενάρια που κυκλοφορούν εκτός των επίσημων κομματικών διαδικασιών.
Η στάση του Ανδρουλάκη, όπως περιγράφεται μέσα σε αυτό το κλίμα έντασης, είναι ότι δεν θέλει να ακούει για συνεργασία όταν προηγούνται επιθέσεις και όταν δεν έχουν ξεκαθαριστεί οι πολιτικοί όροι μιας τέτοιας συζήτησης.
Το ΠΑΣΟΚ έχει τη δική του ηγεσία, τη δική του στρατηγική και τη δική του εκλογική αναφορά. Δεν είναι αυτονόητο ότι θα δεχθεί να αποτελέσει συμπλήρωμα σε σχέδια που άλλοι επεξεργάζονται για τον προοδευτικό χώρο.
Και όσο η αντιπαράθεση προσωποποιείται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος. Ακόμη και αν υπάρχουν επιμέρους πεδία πολιτικής σύγκλισης, αυτά απαιτούν συγκεκριμένες προγραμματικές δεσμεύσεις και όχι διαγωνισμό δημόσιας απαξίωσης.
Οι γέφυρες καίγονται πριν αρχίσει η συζήτηση
Το πραγματικό διακύβευμα για τον Τσίπρα δεν είναι αν θα απαντήσει προσωπικά στον Καρτερό ή αν θα σχολιάσει ένα δημοσίευμα. Είναι αν θα καταφέρει να διατηρήσει χώρο για πολιτικές πρωτοβουλίες χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια αντιπαράθεση που απομακρύνει πιθανούς συνομιλητές.
Το άρθρο του Καρτερού δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι όλες οι γέφυρες με το ΠΑΣΟΚ έχουν οριστικά κοπεί. Αποτελεί, όμως, ένα ακόμη επεισόδιο σε μια σύγκρουση που κάνει την προσέγγιση πολιτικά δυσκολότερη και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε μελλοντικής πρωτοβουλίας.
Αν ο Τσίπρας επιδιώκει πράγματι να εμφανιστεί ως σημείο αναφοράς για μια ευρύτερη προοδευτική ανασύνθεση, θα χρειαστεί να ξεκαθαρίσει με ποια πολιτική λογική θέλει να κινηθεί: με όρους συνεννόησης και σεβασμού της αυτονομίας του ΠΑΣΟΚ ή μέσα από μια διαρκή αντιπαράθεση που αφήνει ελάχιστα περιθώρια για κοινό βηματισμό.
Γιατί, τελικά, οι πολιτικές γέφυρες δεν καταστρέφονται μόνο με επίσημες αποφάσεις. Φθείρονται και από τις δημόσιες επιθέσεις, τις προσωπικές προσβολές και την αίσθηση ότι η άλλη πλευρά δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής.
Και όταν έρθει η ώρα να αναζητηθεί συνεννόηση, μπορεί να αποδειχθεί ότι εκείνοι που υποτίθεται πως υπερασπίζονταν μια στρατηγική συνεργασίας έχουν συμβάλει, έστω και χωρίς αυτό να ήταν ο στόχος τους, στο να γίνει αυτή πολύ δυσκολότερη.

