Οι διαρροές στην Ουάσιγκτον, τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα της Wall Street Journal και το παρασκήνιο της απομάκρυνσης της Αμερικανίδας πρέσβεως – Ποιοι γνώριζαν, ποιοι μίλησαν και ποιοι έσπευσαν να πάρουν αποστάσεις
Γράφει ο Αρχικοριός
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ήρθε στην Αθήνα με τον αέρα της στενής συνομιλήτριας του Ντόναλντ Τραμπ και την προσδοκία ότι η προσωπική της σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο θα μπορούσε να ανοίξει πόρτες που για τους συνήθεις διπλωμάτες παραμένουν κλειστές. Έφυγε, όμως, αφήνοντας πίσω της έναν θόρυβο που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας συνηθισμένης διπλωματικής αλλαγής.
Και τώρα, μετά την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να της ζητήσει να αποχωρήσει από τη θέση της πρέσβεως στην Ελλάδα, ένα ερώτημα κυριαρχεί στα παρασκήνια της Αθήνας και της Ουάσιγκτον: Ποιος έδωσε την Κίμπερλι;
Ποιος ήταν εκείνος που άνοιξε τον δρόμο για να φτάσουν στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα πληροφορίες που έπληξαν την εικόνα της; Ποιος γνώριζε τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες της αμερικανικής πρεσβείας; Και, κυρίως, ποιος αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να βγουν όλα στο φως;
Το «βαθύ λαρύγγι» και οι αποκαλύψεις
Το δημοσίευμα του Periodista για το «βαθύ λαρύγγι» που φέρεται να έκαψε την Κίμπερλι έρχεται να προστεθεί σε μια αλυσίδα αποκαλύψεων που προηγήθηκαν της αποχώρησής της. Αντίστοιχα ερωτήματα για τις διαρροές και το εσωτερικό κλίμα στην πρεσβεία θέτει και δημοσίευμα της Zougla, το οποίο περιγράφει ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης και πληροφοριών που έφταναν στην Ουάσιγκτον.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η υπόθεση δεν περιορίστηκε σε σχόλια για τον τρόπο ζωής, τις δημόσιες εμφανίσεις ή τις επικοινωνιακές επιλογές της πρώην πρέσβεως. Στο επίκεντρο βρέθηκαν συγκεκριμένες καταγγελίες, τις οποίες εκείνη αμφισβήτησε, αλλά και δημοσιογραφικές έρευνες με στοιχεία που προκάλεσαν σοβαρή πολιτική ζημιά.
Η Wall Street Journal δημοσίευσε διαδοχικά ρεπορτάζ για τις σχέσεις της Γκίλφοϊλ με επιχειρηματικά συμφέροντα, για μηνύματα που αφορούσαν αίτημα καταβολής 100.000 δολαρίων προς κάλυψη προσωπικού λογαριασμού, καθώς και για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και πολυτελή φιλοξενία από επιχειρηματίες. Οι αποκαλύψεις αυτές συνέβαλαν στη δημιουργία ενός εξαιρετικά δυσμενούς κλίματος γύρω από την παρουσία της στην Αθήνα. Η ίδια αμφισβήτησε την αξιοπιστία των επίμαχων μηνυμάτων και αρνήθηκε τις κατηγορίες περί αθέμιτης συμπεριφοράς.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπήρξαν δημοσιεύματα που προκάλεσαν αναταράξεις. Αυτό είναι δεδομένο. Το ζητούμενο είναι από πού προήλθαν οι πληροφορίες και ποιοι είχαν πρόσβαση στο υλικό που τροφοδότησε τις έρευνες.
Ποιος μιλούσε στην Ουάσιγκτον;
Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι πληροφορίες σπάνια προέρχονται από μία και μοναδική πηγή. Διπλωματικοί κύκλοι, συνεργάτες, επιχειρηματίες, πολιτικοί παράγοντες και πρόσωπα που βρίσκονται κοντά στα κέντρα αποφάσεων ενδέχεται να γνωρίζουν διαφορετικές πτυχές μιας υπόθεσης.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι κάποιος από αυτούς ευθύνεται για τις διαρροές. Μέχρι στιγμής, δεν έχει τεκμηριωθεί δημόσια η ταυτότητα του ανθρώπου που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το περίφημο «βαθύ λαρύγγι».
Η έρευνα της Wall Street Journal, πάντως, δεν έμεινε σε γενικές αναφορές. Οι δημοσιογράφοι της παρουσίασαν μηνύματα και πληροφορίες από πρόσωπα που γνώριζαν την υπόθεση, ενώ σε μεταγενέστερο ρεπορτάζ περιέγραψαν τις προσπάθειες της Γκίλφοϊλ να πείσει αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης ότι οι αποκαλύψεις δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Η ίδια, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναζητούσε την πηγή των διαρροών και υποψιαζόταν πρόσωπα από το περιβάλλον της πρεσβείας και την ομάδα ασφαλείας της. Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν το κλίμα καχυποψίας που επικρατούσε, δεν αποδεικνύουν όμως ότι κάποιος συγκεκριμένος συνεργάτης της διέρρευσε τις πληροφορίες.
Οι τρεις υποθέσεις που βάρυναν το κλίμα
Το παρασκήνιο απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα όταν οι αποκαλύψεις άγγιξαν τρία διαφορετικά πεδία.
Πρώτον, το ζήτημα των 100.000 δολαρίων, το οποίο έφερε στο προσκήνιο ερωτήματα για προσωπικές οικονομικές υποχρεώσεις και τις επαφές της Γκίλφοϊλ με πρόσωπα του περιβάλλοντος Τραμπ.
Δεύτερον, οι αναφορές για τον ρόλο του λομπίστα Χρήστου Μαραφάτσου και την παρουσία του σε επαφές με διπλωματικό ενδιαφέρον. Η συγκεκριμένη υπόθεση άνοιξε συζήτηση για τα όρια μεταξύ ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων και επίσημων διπλωματικών δραστηριοτήτων.
Τρίτον, η προβολή ελληνικής κατασκευαστικής και ενεργειακής εταιρείας, θέμα που συνδέθηκε με τις ευρύτερες αμερικανικές επιδιώξεις στον ενεργειακό τομέα και με τον ανταγωνισμό γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο.
Οι καταγγελίες και οι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις δεν ισοδυναμούν αυτομάτως με απόδειξη παρανομίας. Πολιτικά, όμως, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει τον έλεγχο των μηνυμάτων της για την ενέργεια και τη στρατηγική συνεργασία στην περιοχή.
Η ώρα που τελείωσε η ανοχή
Το τελικό χτύπημα ήρθε όταν ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε στις 12 Οκτωβρίου ότι εξεταζόταν η απομάκρυνσή της και εξέφρασε δυσαρέσκεια για την κατάσταση. Την επόμενη ημέρα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι της ζητήθηκε να αποχωρήσει από τη θέση της.
Η χρονική ακολουθία έχει τη σημασία της: δημοσιεύματα, αντιδράσεις, αυξανόμενη πίεση και τελικά η απόφαση απομάκρυνσης. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο εναντίον της ή ότι κάποιος συγκεκριμένος παράγοντας κινήθηκε με στόχο να την ανατρέψει.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, επιχείρησε να κρατήσει αποστάσεις από την υπόθεση. Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η απόφαση αφορά αποκλειστικά την αμερικανική διοίκηση και ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα συνεχιστούν με τους εκπροσώπους που θα ορίσει η Ουάσιγκτον.
Το μυστήριο παραμένει
Η ιστορία της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν τελειώνει με την αποχώρησή της. Αφήνει πίσω της ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα δίκτυα επιρροής, για τη σχέση διπλωματίας και επιχειρηματικών συμφερόντων, αλλά και για το πώς μια σειρά δημοσιογραφικών αποκαλύψεων μπορεί να μετατρέψει μια πολιτική τοποθέτηση σε πρόβλημα για τον ίδιο τον Λευκό Οίκο.
Το «βαθύ λαρύγγι» είναι ο πρωταγωνιστής του παρασκηνίου, αλλά προς το παρόν παραμένει άγνωστο. Μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος με άμεση γνώση των γεγονότων, μπορεί να υπήρχαν περισσότερες από μία πηγές ή μπορεί οι αποκαλύψεις να προέκυψαν από διαφορετικές διαδρομές πληροφόρησης.
Το βέβαιο είναι ότι η Κίμπερλι δεν έχασε τη θέση της εξαιτίας ενός και μόνο δημοσιεύματος. Η αποχώρησή της ήρθε έπειτα από μια συσσώρευση καταγγελιών και αποκαλύψεων που έφτασαν μέχρι την κορυφή της αμερικανικής εξουσίας. Το ποιος άνοιξε πρώτος την πόρτα και ποιος έδωσε την κρίσιμη πληροφορία παραμένει το μεγάλο ερώτημα. Και αυτό είναι το κομμάτι της ιστορίας που όλοι θέλουν ακόμη να μάθουν.

