Το Μαξίμου ακούει την κοινωνία ή μετρά μόνο ποσοστά;

Ακρίβεια, πολιτική φθορά και το όριο του 25% – Όταν η κυβέρνηση κοιτάζει τις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες κοιτάζουν τον λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ

Γράφει ο Αρχικοριός

Υπάρχει ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί περισσότερο το Μέγαρο Μαξίμου: η κοινωνία εξακολουθεί να ακούει την κυβέρνηση ή η κυβέρνηση έχει αρχίσει να ακούει μόνο τις δημοσκοπήσεις;

Γιατί όσο στο κυβερνητικό επιτελείο αναλύουν ποσοστά, εκλογικούς στόχους, σενάρια αυτοδυναμίας και πιθανούς αντιπάλους, εκατομμύρια πολίτες κάνουν έναν πολύ πιο πεζό υπολογισμό: πόσα χρήματα μπήκαν στον λογαριασμό και πόσα εξαφανίστηκαν πριν τελειώσει ο μήνας. Αυτή είναι η πραγματική δημοσκόπηση της καθημερινότητας.

Και δεν διεξάγεται σε τηλεφωνικές γραμμές, αλλά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο καυσίμων και μπροστά στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος.

Το 25% έγινε πολιτικό θερμόμετρο

Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση για το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να πέσει κάτω από το 25% στις επόμενες εκλογές έφερε στο προσκήνιο ένα ερώτημα που δύσκολα περνά απαρατήρητο.

Η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα αναλάβει τις ευθύνες του. Η ίδια υποστήριξε, παράλληλα, ότι η αυτοδυναμία δεν είναι μακριά.

Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά και το ποιο αποτέλεσμα θα θεωρηθεί πολιτικά αποδεκτό από το ίδιο το κυβερνών κόμμα.

Όταν ένα συγκεκριμένο ποσοστό μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς για την πολιτική ευθύνη του πρωθυπουργού, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν η κυβέρνηση προετοιμάζεται πρωτίστως για την επόμενη κάλπη ή για την επόμενη ημέρα της κοινωνίας.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Το 25% μπορεί να αποτελεί ένα πολιτικό όριο στη συζήτηση για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Δεν αποτελεί, όμως, μέτρο για το αν μια οικογένεια μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της ή αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα.

Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται με μια δήλωση

Η κυβερνητική πλευρά έχει ένα επιχείρημα: οι διεθνείς κρίσεις, οι πόλεμοι και οι ενεργειακές αναταράξεις επηρεάζουν τις τιμές σε ολόκληρη την Ευρώπη. Είναι πραγματικοί παράγοντες και δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Όμως η αναγνώριση των διεθνών αιτιών δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τι κάνει στο εσωτερικό της χώρας. Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει τον λογαριασμό με γεωπολιτικές αναλύσεις. Τον πληρώνει με το εισόδημά του.

Όταν η ακρίβεια πιέζει, όταν το ενοίκιο καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και όταν οι καθημερινές ανάγκες μετατρέπονται σε άσκηση οικονομικής αντοχής, η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση της διεθνούς συγκυρίας.

Χρειάζονται συγκεκριμένα μέτρα, μετρήσιμα αποτελέσματα και καθαρές εξηγήσεις για το τι έχει πετύχει η κυβέρνηση και τι όχι.

Διαφορετικά, η πολιτική επικοινωνία κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν μονόλογο που δεν συναντά την πραγματικότητα των πολιτών.

Η κάλπη δεν είναι το μοναδικό καμπανάκι

Υπάρχει και μια δεύτερη παγίδα για το Μέγαρο Μαξίμου: να θεωρήσει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκτά πολιτική σημασία μόνο όταν αποτυπώνεται σε μια δημοσκόπηση ή απειλεί την εκλογική επίδοση της Νέας Δημοκρατίας.

Η κοινωνία, όμως, δεν περιμένει την κάλπη για να αξιολογήσει την εξουσία. Το κάνει καθημερινά. Με τις επιλογές που αναγκάζεται να περιορίσει, με τα σχέδια που αναβάλλει, με την ανασφάλεια που αισθάνεται για το αύριο.

Και η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει όταν ένα κόμμα χάνει μονάδες. Αρχίζει όταν τα προβλήματα είναι γνωστά και οι λύσεις δεν αποδίδουν όσο απαιτούν οι περιστάσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε διαμαρτυρία αποτελεί από μόνη της απόδειξη κυβερνητικής αποτυχίας. Σημαίνει, όμως, ότι καμία κυβέρνηση δεν δικαιούται να αντιμετωπίζει την κοινωνική πίεση ως απλό επικοινωνιακό πρόβλημα.

Το πραγματικό δίλημμα για το Μαξίμου

Το κυβερνητικό αφήγημα της σταθερότητας αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής επιχειρηματολογίας της Νέας Δημοκρατίας. Η σταθερότητα, ωστόσο, δεν είναι αυτοσκοπός.

Για να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, πρέπει να συνοδεύεται από ασφάλεια στην καθημερινότητα, προοπτική για τους νέους και πραγματική ανακούφιση για τα νοικοκυριά.

Οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμες. Δείχνουν τάσεις, καταγράφουν διαθέσεις και προειδοποιούν για πολιτικές μεταβολές. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την κοινωνική πραγματικότητα ούτε να αποτελέσουν το μοναδικό κριτήριο κυβερνητικών αποφάσεων.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα προβληματιστεί εάν η Νέα Δημοκρατία βρεθεί κάτω από το 25%.

Το ερώτημα είναι αν το Μέγαρο Μαξίμου θα προβληματιστεί εγκαίρως, πριν οι αριθμοί της κάλπης αποτυπώσουν μια δυσαρέσκεια που οι αριθμοί της καθημερινότητας ήδη περιγράφουν.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο με βάση όσα τους υπόσχονται. Κρίνουν και με βάση όσα ζουν.

Και η κοινωνία δεν περιμένει να βγει η επόμενη δημοσκόπηση για να βγάλει τα συμπεράσματά της.



ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΤΩΡΑ

guest
0 Σχόλια
Oldest
Newest
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ