Μια 35χρονη μητέρα δύο παιδιών μιλά για τα χρόνια κακοποίησης που, όπως καταγγέλλει, βίωσε από τον σύντροφό της, περιγράφοντας τον διαρκή φόβο που αισθάνεται και την αγωνία της για το ενδεχόμενο να αφεθεί ελεύθερος.
Όπως αναφέρει, πρόκειται για μια πολυετή κατάσταση βίας, απειλών και εκφοβισμού, μέσα στην οποία ζούσε καθημερινά με την αίσθηση ότι κάθε νέο περιστατικό θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο.
Η ίδια υποστηρίζει ότι, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες που έχει υποβάλει για ενδοοικογενειακή βία, ο σύντροφός της βρισκόταν διαρκώς εκτός φυλακής, γεγονός που, όπως λέει, την άφηνε εκτεθειμένη και απροστάτευτη.
Την περίοδο που η κοινή γνώμη παρακολουθούσε συγκλονισμένη τη δολοφονία της Βασιλικής, η 35χρονη καταγγέλλει ότι βίωνε ακόμη ένα σοβαρό περιστατικό βίας.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, ο σύντροφός της επιχείρησε να τη στραγγαλίσει έπειτα από επεισόδιο ζήλιας.
«Μου έβαλε τα χέρια στον λαιμό, πήγε να με πνίξει. Φοβήθηκα εκείνη τη στιγμή, γιατί νόμιζα ότι αρχίζω και τα χάνω και χάνω τις αισθήσεις μου. Και είχα ένα μαχαίρι.
Πιάνει το χέρι μου ένα μαχαίρι εκείνη τη στιγμή στην κουζίνα και πάω να τον απειλήσω και μου γυρνάει το χέρι μαζί με το μαχαίρι να μου το βάλει στην κοιλιά».
Η γυναίκα απευθύνθηκε στην Κοινωνική Υπηρεσία του δήμου της, ζητώντας βοήθεια.
Όπως περιγράφει, από εκεί ξεκίνησε η διαδικασία που οδήγησε τελικά στη σύλληψη του 37χρονου.
«Είχα πάει στην Κοινωνική Υπηρεσία του Δήμου. Απευθύνθηκα εκεί, γιατί δεν πήγαινε άλλο. Τους τα εξήγησα όλα. Το τι έχει συμβεί όλα αυτά τα χρόνια.
Πήρε την πρωτοβουλία μια κυρία εκεί του Δήμου να καλέσει εκείνη την αστυνομία. Είχε πάρει γύρω στις 40 φορές τηλέφωνο.
Με έπαιρνε ασταμάτητα και κάποια στιγμή μου λέει και η υπάλληλος σήκωσε τον να δούμε τι θέλει και άρχισε να βρίζει, να μιλάει με πάρα πολύ άσχημα λόγια.
Του τύπου είμαι εκεί και συνάπτω σχέσεις ερωτικές με κάποιους. Άρχισε να φωνάζει, να απειλεί ότι ‘τελείωνε. Έλα και θα δεις τι έχει να γίνει’».
Η ίδια περιγράφει πως το πρώτο βράδυ μετά τη σύλληψη του συντρόφου της ήταν το πρώτο έπειτα από πολύ καιρό που κατάφερε να κοιμηθεί χωρίς φόβο.
«Δεν μπορώ να το περιγράψω αυτό που νιώθω, η αλήθεια είναι. Αλλά κοιμάμαι ήρεμα, ξυπνάω ήρεμα και σήμερα που πήγα τα παιδιά στο σχολείο, έβαλα πρώτη φορά μουσική στο αυτοκίνητο, κάτι που δεν το έκανα.
Και λέω μέσα μου είναι τόσο ωραία η ζωή και αυτό δεν αξίζει σε κανέναν να μην μπορεί να γελάσει, να πάει μια βόλτα, να απολαύσει τον ήλιο, τον καιρό, τα απλά πράγματα.
Και λέω όχι, αυτό πρέπει να σταματήσει. Και λέω αφού έχει γίνει η αρχή, πρέπει αυτοί οι άνθρωποι να τιμωρούνται».
Η 35χρονη υποστηρίζει ότι περιστατικά βίας είχαν σημειωθεί ακόμη και μπροστά στα παιδιά τους:
«Με έχει χτυπήσει μπροστά στα παιδιά. Μου είχε βάλει και άλλες φορές τα χέρια στο λαιμό, με έχει σπρώξει μπροστά στα παιδιά και επειδή πήρε τα κλειδιά μου και το κινητό μου, πάω να τον τραβήξω και έφυγαν όλα τα νύχια από το χέρι μου.
Με τόση δύναμη, δηλαδή, με έσπρωξε. Δεν κατάφερα να τον κρατήσω και όπως ήμουν μέσα στα αίματα, γιατί τα παιδιά έκλαιγαν, πήγα στην αστυνομία.
Πήγα μες στα αίματα. Τους είπα δεν αντέχω, με ξέρουν, έχει γίνει πλέον σαν το δεύτερο σπίτι μου η αστυνομία».
Όπως αναφέρει, μετά από κάθε περιστατικό ο σύντροφός της επέστρεφε στην καθημερινότητα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, προσπαθώντας να αποκαταστήσει τις σχέσεις τους:
«Μετά, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ερχόταν σπίτι, όλα καλά. Έφερνε, ας πούμε, κάποιο δώρο για μένα και καλά να με καλοπιάσει, θεωρώντας ότι εντάξει τώρα είναι μια χαρά.
Αν αφεθεί ελεύθερος, φοβάμαι. Φοβάμαι και για μένα και για τα παιδιά. Δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Αν αφεθεί ελεύθερος, νομίζω ότι θα φύγω. Δε γίνεται να ζω με το φόβο.
Η πρώτη μέρα μετά τη σύλληψή του δεν το πίστευα ότι είναι μέσα και όταν βγήκα με τα παιδιά να τα πάω στις δραστηριότητές τους, κοίταγα δεξιά κι αριστερά.
Νόμιζα ότι είναι κάπου και θα έρθει πάλι να κάνει φασαρία. Δεν το πίστευα. Μετά συνειδητοποιούσα ότι ηρέμησε, είναι μέσα, είμαστε ασφαλείς».
Ο 37χρονος αναμένεται να οδηγηθεί ενώπιον των δικαστικών Αρχών στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων.
Η 35χρονη καταγγέλλει τη συμπεριφορά του ΑΤ Αγίων Αναργύρων
Παράλληλα, η 35χρονη καταγγέλλει στις «Εξελίξεις Τώρα» τον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστηρίζει, αντιμετωπίστηκαν οι προηγούμενες αναφορές της στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, είχε καταθέσει τρεις μηνύσεις σε βάρος του συντρόφου της, χωρίς ωστόσο να ακολουθήσει σύλληψη σε καμία από τις περιπτώσεις.
«Και όπως ήμουνα μες στα αίματα, γιατί τα παιδιά κλαίγανε, πήγα στην αστυνομία. Μπήκα μες στα αίματα, τους είπα “Δεν αντέχω.” Με ξέρουνε, έχω γίνει πλέον σαν το δεύτερο σπίτι μου η αστυνομία.
Με το που μπαίνω μέσα ξέρουν ποια είμαι. Αλλά και πάλι δεν έγινε εκείνο το βράδυ τίποτα. Το μόνο που έγινε ήταν να με φέρουνε σπίτι με το περιπολικό, ενώ δεν υπήρχε λόγος γιατί είχα το αυτοκίνητό μου, και να ανέβουνε πάνω να δουν αν είναι εδώ.
Τους είπα ότι δεν πρόκειται να είναι, απ’ τη στιγμή που έχει γίνει μήνυση. Και μου είπαν να κλειδώσω την πόρτα και, αν γίνει κάτι, να καλέσω το 100 πάλι».
«Δεν έχει γίνει ποτέ σύλληψη. Έχει γίνει μόνο το να μου βάλουνε την εφαρμογή, το panic button και κάθε φορά αυτό. Είναι σε διαδικασία αυτοφώρου, ψάχνουν να τον βρούνε.
Ενώ ήξερα πού είναι, πού θα μπορούσε να είναι, και τους έλεγα, “Είναι εκεί, ξέρω πού θα τον βρείτε. Έξω, σε δημόσιο χώρο, όχι μέσα στο σπίτι σε ιδιωτικό χώρο.” Ε, δεν έγινε ποτέ αυτό».
Οι τρεις καταγγελίες, όπως αναφέρεται, κατατέθηκαν στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων στις 3 Μαΐου 2023, στις 3 Νοεμβρίου 2024 και την 1η Μαΐου 2025.
Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα, η γυναίκα υποστηρίζει ότι βίωσε παρόμοια αντιμετώπιση από το ίδιο αστυνομικό τμήμα, επισημαίνοντας ότι η απάντηση που λάμβανε ήταν να καλέσει το «100».
«Για μένα, θεωρώ ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Τουλάχιστον εγώ, η αντιμετώπιση που είχα εγώ από εκείνους, νομίζω ότι είναι η ίδια.
Η ίδια απάντηση: “Κάλεσε το 100.” Μα γιατί να καλέσω το 100; Είμαι ήδη στο αστυνομικό τμήμα. Πρέπει ας πούμε να έρθει στο σπίτι ή…
Είναι απαράδεκτο να γυρνάει ένας, δεν ξέρω αν ήταν αξιωματικός υπηρεσίας, και να μου λέει “Κυρία μου, ο μόνος τρόπος που θα μπορέσουμε να τον πιάσουμε είναι να τον προκαλέσετε να σας χτυπήσει πάλι.” Είναι απαράδεκτο».
«Είχε ειπωθεί στην τελευταία μήνυση που είχε γίνει. Και μου είπανε ότι να τον βάλω στο σπίτι μου, και να τον προκαλέσω και να καλέσω το 100, για να έρθουνε να γίνει σύλληψη.
Και η απάντησή μου ήτανε “Μέχρι να καλέσω εγώ εσάς, ξέρετε πόσα λεπτά θα μου πάρει όλη αυτή η διαδικασία για να εξηγήσω πάλι το τι έχει γίνει;” Λέω, “Κάθε φορά αυτό γίνεται,” λέω.
“Μου επιτίθεται, με χτυπάει, σας παίρνω τηλέφωνο και φεύγει. Και δεν γίνεται ποτέ σύλληψη. Άρα, μου λέτε,” του λέω, “να έρθει να με σκοτώσει για να έρθετε,” του λέω, “να με πάρετε πτώμα;” του λέω;».
Η ίδια χαρακτηρίζει την κατάσταση εξαιρετικά σοβαρή και ζητά πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας:
«Είναι τραγικό. Δεν ξέρω τι συμβαίνει εδώ πέρα και το ακούω από πολλούς, από πολλές γυναίκες, ότι δεν ξέρω τι γίνεται στο τμήμα… εκεί σε μας.
Κάτι πρέπει να γίνει. Πρέπει να γίνουν πιο σκληρά τα μέτρα, και πιο άμεση παρέμβαση σε τέτοιου είδους θέματα. Γιατί μιλάμε για ζωές, παίζονται οι ζωές γυναικών».
Όπως καταγγέλλει, έχει φτάσει στο σημείο να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την Αθήνα μαζί με τα παιδιά της, καθώς εξακολουθεί να φοβάται για την ασφάλειά τους.
«Το ‘χω σκεφτεί πάρα πολλές φορές, αλλά δεν έχω πού να πάω με δύο παιδιά. Είναι δύσκολο. Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πρέπει να μπω εγώ σε αυτή τη διαδικασία.
Όταν ένα σπίτι το πληρώνω εγώ, είναι στο όνομά μου, καλύπτω εγώ όλα τα έξοδα για ποιο λόγο να πάρω δύο παιδιά και να φύγω, να πάω πού;».
Όλα αυτά εκτυλίσσονται δύο χρόνια μετά τη γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα, μια υπόθεση που είχε προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο για τη διαχείριση των καταγγελιών ενδοοικογενειακής βίας και την προστασία των θυμάτων.

