Η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση για τον προσεχή Οκτώβριο, προσφέρεται αφενός για μια στρατηγική αποτίμηση της τουρκικής απόφασης και αφετέρου, για μια ψύχραιμη ανασκόπηση του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα εθνικά θέματα στην Ελλάδα.
Η συγκεκριμένη απόφαση παρά τα όσα ειπώθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας (π.χ. αναβολή λόγω της διακοπής των εργασιών της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης κατά τους θερινούς μήνες), δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της διαρκούς μεταβολής των περιφερειακών ισορροπιών ισχύος.
Συγκεκριμένα, η τουρκική αναθεωρητική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο χαρακτηρίζεται από έναν συνδυασμό θεσμικών πρωτοβουλιών, διπλωματικών κινήσεων και στρατιωτικών ενεργειών επίδειξης ισχύος, οι οποίες δεν ακολουθούν πάντοτε γραμμική ή προβλέψιμη εξέλιξη, αλλά συχνά προσαρμόζονται στις εκάστοτε εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου δεν μπορεί να ερμηνευθεί αυτομάτως ως μεταβολή στρατηγικής κατεύθυνσης.
Η εκτίμηση αυτή, ενισχύεται και από το γεγονός, ότι Τούρκοι αξιωματούχοι απέδωσαν την αναβολή σε ζήτημα προγραμματισμού και γραφειοκρατίας και όχι σε αναθεώρηση της υφιστάμενης πολιτικής.
Ενδεχομένως, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου να εντάσσεται σε μια λογική στρατηγικού ελιγμού που σχετίζεται με τον επαναπροσδιορισμό του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα επιλέγει να προωθήσει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Πέραν των επίσημων εξηγήσεων όμως, υπάρχουν ορισμένοι παράγοντες που ενδέχεται να συνέβαλαν στην απόφαση της τουρκικής ηγεσίας να μεταθέσει χρονικά την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Συγκεκριμένα, η προσεχής Σύνοδος του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα προφανώς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη συγκεκριμένη απόφαση.
Η Σύνοδος προσφέρει την ευκαιρία στον Πρόεδρο Ερντογάν να βρεθεί στο επίκεντρο σημαντικών διπλωματικών συζητήσεων, να διευρύνει την επιρροή του εντός της Συμμαχίας και να αναδείξει το γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας σε μια συγκυρία όπου επικρατεί αυξημένη γεωπολιτική ρευστότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και το διεθνές σύστημα γενικότερα.
Ενόψει της Συνόδου της Άγκυρας, η ανάδειξη ενός ζητήματος που συνδέεται με την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, ενδεχομένως να δημιουργούσε τριβές μεταξύ της Ελλάδας και των συμμάχων με αποτέλεσμα να πληγεί η εικόνα της υπεύθυνης περιφερειακής δύναμης που προβάλει ο κ. Ερντογάν και να αποδυναμωθεί η διαπραγματευτική ισχύ της.
Σε συνέχεια της ανωτέρω συλλογιστικής, η Τουρκία επέλεξε στη δεδομένη συγκυρία να μην υπονομεύσει την σχέση της με την Ελλάδα, αλλά να διατηρήσει ζωντανό τον δίαυλο των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στο πλαίσιο της Διακήρυξης των Αθηνών.
Παράλληλα, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα» αποκλιμακώνει την ένταση μεταξύ των δύο χωρών και επιτρέπει στην Τουρκία να εμφανίζεται ως διαλλακτικός και υπεύθυνος εταίρος που επενδύει στον διάλογο για την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Εξίσου σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε και η επιλογή της Άγκυρας να αποφύγει ένα νέο κύκλο έντασης με την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας με τις Βρυξέλλες.
Δεν πρέπει να παραβλέπεται άλλωστε, το γεγονός ότι η Ε.Ε. παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Τουρκίας και μία από τις βασικότερες πηγές επενδύσεων για την τουρκική οικονομία.
Υπό αυτή την έννοια, η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου για το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» στερεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση ένα επιπλέον πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία ή την επιβολή κυρώσεων για την πολιτική της, επιτρέποντας παράλληλα, στην Άγκυρα να κρατά ζωντανές τις ευρωτουρκικές σχέσεις και να διατηρεί ευνοϊκότερες συνθήκες διαλόγου με τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Η ανωτέρω εκτίμηση ενισχύεται και από την πρόσφατη στάση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο με ευρεία πλειοψηφία υιοθέτησε έκθεση ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στην Τουρκία, καταδικάζοντας μεταξύ άλλων το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», τις παραβιάσεις της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων κρατών-μελών της Ε.Ε., καθώς και τη διατήρηση του casus belli κατά της Ελλάδας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι συνεχιζόμενες επαφές της Τουρκίας με ευρωπαϊκές χώρες στον τομέα της αμυντικής συνεργασίας.
Η Τουρκία έχει εκδηλώσει το ενδιαφέρον της να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό μηχανισμό SAFE (Security Action for Europe), που αποτελεί το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο της Ε.Ε. για την ενίσχυση της κοινής αμυντικής της βιομηχανίας.
Επίσης, η Άγκυρα εξακολουθεί να διερευνά δυνατότητες συνεργασίας με ευρωπαϊκούς εταίρους για την ενίσχυση των δυνατοτήτων αεράμυνας της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των συζητήσεων που αφορούν το σύστημα αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας SAMP/T.
Συνεπώς, η διατήρηση ενός κλίματος συνεργασίας με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξυπηρετεί ευρύτερους στόχους της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και καθιστά λιγότερο ελκυστική την ανάληψη πρωτοβουλιών που θα υπονομεύσουν αυτόν τον στρατηγικό σχεδιασμό.
Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η αμερικανική διάσταση του ζητήματος. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από μια εύθραυστη ισορροπία συνεργασίας και ανταγωνισμού.
Η τουρκική ηγεσία αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην άρση των αμερικανικών κυρώσεων για την υλοποίηση κρίσιμων εξοπλιστικών προγραμμάτων που έχουν παγώσει, καθώς και στη διατήρηση λειτουργικών σχέσεων με την Ουάσιγκτον.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ψήφιση ενός νομοσχεδίου που θα κατοχύρωνε θεσμικά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» ενδεχομένως να αναζωπύρωνε αντιδράσεις σε κύκλους του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, γεγονός που θα υπονόμευε τις τουρκικές επιδιώξεις.
Επιπλέον, σημαντικό ρόλο στην αναβολή ψήφισης του εν λόγω νομοσχεδίου πρέπει να έπαιξαν και οι ευρύτερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Συγκεκριμένα, σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα εμφανίζεται ως ειρηνοποιός δύναμη που επιδιώκει να λειτουργήσει ως περιφερειακός διαμεσολαβητής για την αποκατάσταση της ειρήνης και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, η δημιουργία ενός ακόμη μετώπου έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τους άμεσους στρατηγικούς της σχεδιασμούς.
Τέλος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός, ότι οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας.
Συγκεκριμένα, η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, ενώ η κυβέρνηση Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη πολιτική φθορά και έντονη κριτική από τμήματα της αντιπολίτευσης για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και
ιδίως για τις κινήσεις της Ελλάδας (αμυντική θωράκιση της χώρας, συμμαχίες κ.λπ.).
Στο πλαίσιο αυτό, η ανάδειξη θεμάτων που άπτονται των ελληνοτουρκικών σχέσεων και των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έχει κατά καιρούς λειτουργήσει ως μέσο πολιτικής συσπείρωσης του εσωτερικού ακροατηρίου.
Υπό αυτή την οπτική, είναι πιθανό η τουρκική ηγεσία να εκτιμά ότι η πολιτική και επικοινωνιακή αξιοποίηση της θεσμικής θωράκισης της «Γαλάζιας Πατρίδας» θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο επωφελής σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν οι εσωτερικές ή οι περιφερειακές συνθήκες θα καθιστούν την ανάδειξή του πολιτικά πιο χρήσιμη.
Αξιολογώντας τους ανωτέρω παράγοντες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αναβολή της ψήφισης του νομοσχεδίου δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως ένδειξη εγκατάλειψης των πάγιων στρατηγικών επιδιώξεων της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να αποτελεί έναν στρατηγικό ελιγμό, ο οποίος υπαγορεύεται από τη συγκυρία και από την ανάγκη της Άγκυρας να διαχειριστεί πιο επωφελή γεωπολιτικά, οικονομικά και διπλωματικά ζητήματα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν το νομοσχέδιο θα ψηφιστεί τον Οκτώβριο ή σε μεταγενέστερο χρόνο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η αναβολή εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, στο πλαίσιο του οποίου το συγκεκριμένο νομοθέτημα λειτουργεί ως διαπραγματευτικό και πολιτικό εργαλείο, η χρησιμότητα του οποίου θα επανεκτιμηθεί ανάλογα με τις εξελίξεις στο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.
Στην περίπτωση αυτή, η αξία του δεν βρίσκεται στη θεσμική του κατοχύρωση, αλλά στη δυνατότητα αξιοποίησής του ως εργαλείου πολιτικής και διπλωματικής πίεσης για την ικανοποίηση ευρύτερων στρατηγικών στόχων της Τουρκίας.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πλευρά, διότι η συζήτηση που αναπτύχθηκε στη χώρα μας γύρω από το συγκεκριμένο νομοσχέδιο ανέδειξε, για μία ακόμη φορά, ορισμένες διαχρονικές αδυναμίες και στρεβλώσεις σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος για τα εθνικά θέματα.
Συγκεκριμένα, το τελευταίο διάστημα καλλιεργήθηκε ένα έντονο κλίμα ανησυχίας το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκε σε ρητορική κινδυνολογίας από συγκεκριμένους πολιτικούς κύκλους, αναλυτές και δημοσιολογούντες που εμφανίζονται ως ειδικοί επί των ζητημάτων εξωτερικής πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν σενάρια άμεσης κλιμάκωσης, παρουσιάστηκαν προβλέψεις περί «θερμού επεισοδίου» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και προεξοφλήθηκε είτε η αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είτε μια επικείμενη γεωπολιτική υποβάθμιση της χώρας ως αναπόφευκτη εξέλιξη.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η στρατηγική συζήτηση απομακρύνεται από την ψύχραιμη αποτίμηση των δεδομένων και μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο επικοινωνιακής αντιπαράθεσης, όπου οι επιλογές εξωτερικής πολιτικής αξιολογούνται περισσότερο με όρους εντυπώσεων παρά με κριτήρια αποτελεσματικότητας και αποτροπής.
Η δημόσια συζήτηση παύει να λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης και μετατρέπεται άθελά της ή μη, σε παράγοντα ενίσχυσης των επιδιώξεων της τουρκικής στρατηγικής.
Συγκεκριμένα, όταν κάθε τουρκική εξαγγελία, πρόθεση ή κίνηση προκαλεί κύματα ανησυχίας, σενάρια επικείμενης κρίσης και αμφισβήτηση της ελληνικής στρατηγικής, τότε η Άγκυρα αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα στο πεδίο της επικοινωνίας και της διαμόρφωσης αντιλήψεων, επιβάλλοντας το δικό της αφήγημα στο δημόσιο διάλογο.
Παράλληλα, επιτυγχάνει ένα σημαντικό μέρος των επιδιώξεών της χωρίς να χρειάζεται να μεταβάλει τους συσχετισμούς ισχύος επί του πεδίου.
Υπό αυτή την έννοια, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι μια διαδικασία σύνθετη, η οποία απαιτεί διάκριση μεταξύ πραγματικών στρατηγικών εξελίξεων και επικοινωνιακών εντάσεων, καθώς και συνεχή προσπάθεια αποφυγής ερμηνειών που βασίζονται περισσότερο σε συγκυριακές εντυπώσεις παρά σε γεωπολιτικά δεδομένα.
Συγκεκριμένα, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν γεννήθηκε με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, ούτε η ισχύς της εξαρτάται αποκλειστικά από την ψήφισή του.
Πρόκειται για ένα στρατηγικό αφήγημα που έχει διαμορφωθεί εδώ και χρόνια, έχει επηρεάσει ουσιαστικά την τουρκική εξωτερική πολιτική και έχει ήδη εκδηλωθεί στην πράξη μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, στρατιωτικών δραστηριοτήτων και πολιτικών επιλογών της Άγκυρας.
Κατά συνέπεια, η ψήφιση ή η αναβολή ενός νομοσχεδίου δεν μεταβάλλει αυτομάτως ούτε τις πάγιες επιδιώξεις της Τουρκίας ούτε τα θεμελιώδη δεδομένα ασφαλείας της περιοχής.
Εν κατακλείδι, η εθνική στρατηγική δεν μπορεί να διαμορφώνεται υπό την πίεση υπερβολών, επικοινωνιακών εξάρσεων και κλίματος κινδυνολογίας.
Αντιθέτως, η ψυχραιμία, η γνώση και η ικανότητα στρατηγικής ανάλυσης αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την ορθή αξιολόγηση των στρατηγικών επιδιώξεων και των τακτικών κινήσεων του αντιπάλου.
Διότι τελικά, η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται με συγκυριακές ρητορικές εξάρσεις και επικοινωνιακές υπερβολές, αλλά από την ικανότητά του να κατανοεί την πραγματικότητα με νηφαλιότητα και να τη διαχειρίζεται με στρατηγική αυτοπεποίθηση.
Άλλωστε, η αναβολή ενός νομοσχεδίου δεν αλλάζει τη στρατηγική της Τουρκίας.
Εκείνο που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ελλάδα επιλέγει να την αναλύει και να την αντιμετωπίζει.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος,
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος, Πρώην Γενικός Διευθυντής – Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ)

