Την έντονη ανησυχία της για τη συνεχιζόμενη επιβάρυνση των αστυνομικών και τις πρακτικές που, όπως καταγγέλλει, παραβιάζουν τη νομιμότητα, εκφράζει η Ένωση Αστυνομικών Αιτωλίας με νέα ανακοίνωσή της.
Όπως επισημαίνεται, παρά τις προηγούμενες παρεμβάσεις, τα προβλήματα με τα εξαντλητικά ωράρια και τις υπηρεσιακές εντολές όχι μόνο δεν έχουν επιλυθεί, αλλά εξακολουθούν να υφίστανται, προκαλώντας έντονο προβληματισμό στο προσωπικό.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ένωσης Αστυνομικών Αιτωλίας
«Σε συνέχεια της από 09 Απριλίου ανακοίνωσής μας, με την οποία αναδείξαμε τα σοβαρά προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί από τη μη τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας, τα σπαστά ωράρια και τις εξαντλητικές υπηρεσίες, διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση όχι μόνο δεν έχει βελτιωθεί, αλλά συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Ακόμη και σήμερα, εξακολουθούν να δίνονται διαταγές που εγείρουν σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και υπηρεσιακής τάξης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι σήμερα (27/04/2026) δόθηκε προφορικά εντολή τόσο στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Τ.Δ.Ε.Ε. Μεσολογγίου όσο και στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ.Τ. Αυτοκινητοδρόμων Αντιρρίου – Ιωαννίνων να συνδράμουν το Α.Τ. Αιτωλικού, λόγω σύλληψης εκ νέου ομάδας περίπου δέκα αλλοδαπών.
Με την εντολή αυτή, οι ανωτέρω Υπηρεσίες ουσιαστικά απογυμνώνονταν από τους Αξιωματικούς Υπηρεσίας τους και παρέμεναν, στην πράξη, χωρίς την προβλεπόμενη υπηρεσιακή κάλυψη.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 59 του Π.Δ. 141/1991, ο Αξιωματικός Υπηρεσίας επιτρέπεται να απομακρύνεται από το αστυνομικό κατάστημα μόνο για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο και μόνο στις περιοριστικά προβλεπόμενες περιπτώσεις.
Κατά συνέπεια, η απομάκρυνσή του για την κάλυψη αναγκών άλλης Υπηρεσίας, πέραν των όσων ο νόμος ρητά προβλέπει, δημιουργεί σαφή ζητήματα νομιμότητας.
Το δε γεγονός ότι η σχετική εντολή δόθηκε προφορικά καθιστά το ζήτημα ακόμη σοβαρότερο.
Το περιστατικό αυτό δεν είναι μεμονωμένο. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει ότι, αντί να αντιμετωπίζονται ουσιαστικά οι ελλείψεις και η ανάγκη πραγματικής ενίσχυσης συγκεκριμένων Υπηρεσιών, επιλέγεται για ακόμη μία φορά η μεταφορά του προβλήματος σε άλλες Υπηρεσίες και τελικά στους ίδιους τους συναδέλφους, υπό το πρόσχημα της δήθεν «συναδελφικότητας» και της «βοήθειας μεταξύ συναδέλφων».
Στην πραγματικότητα, τέτοιες πρακτικές δεν συνιστούν λύση. Συνιστούν μετακύλιση των συνεπειών ενός ελλιπούς διοικητικού σχεδιασμού στο προσωπικό της πρώτης γραμμής, το οποίο καλείται διαρκώς να «βάζει πλάτη» για να καλύπτει προβλήματα που όφειλαν να έχουν αντιμετωπιστεί με νόμιμο και θεσμικά ορθό τρόπο.
Την ίδια ώρα που το χαμηλόβαθμο προσωπικό βρίσκεται αντιμέτωπο ακόμη και με πειθαρχικές κυρώσεις και χρηματικά πρόστιμα για παραβάσεις υπηρεσιακού χαρακτήρα, προκαλεί εύλογη αγανάκτηση το γεγονός ότι, όταν η παραβίαση της νομοθεσίας προέρχεται από ανώτερους αξιωματικούς, δεν φαίνεται να υπάρχει η ίδια αυστηρότητα ούτε η ίδια διάθεση λογοδοσίας, ακόμη και όταν τέτοιες πρακτικές επαναλαμβάνονται συστηματικά.
Η άνιση αυτή αντιμετώπιση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την ίση εφαρμογή της νομιμότητας σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.
Είναι αδιανόητο οι αστυνομικοί να καλούνται καθημερινά να επιβάλλουν την εφαρμογή του νόμου στην κοινωνία, όταν στο εσωτερικό της ίδιας της Υπηρεσίας διαπιστώνεται ότι η νομιμότητα παραβιάζεται από εκείνους που έχουν θεσμική υποχρέωση να την τηρούν πρώτοι.
Απαιτούμε τη διερεύνηση και την απόδοση ευθυνών για κάθε πρακτική που παραβιάζει τη νομοθεσία, υπονομεύει την εύρυθμη λειτουργία των Υπηρεσιών και εκθέτει τους συναδέλφους σε παράνομες, αυθαίρετες και υπηρεσιακά αδικαιολόγητες διαταγές. Καμία υπηρεσιακή ανάγκη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την καταστρατήγηση της νομοθεσίας και την καταπάτηση των δικαιωμάτων των αστυνομικών.»

