Στο φως το σκεπτικό της απόφασης για τη Χρυσή Αυγή: Εγκληματική οργάνωση με απόλυτο αρχηγό το Μιχαλολιάκο – «Κόλαφος» το σκεπτικό για τη δολοφονία Φύσσα

«Κόλαφος» είναι ο σκεπτικό της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, το οποίο είχε στείλει στη φυλακή ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης το Νίκο Μιχαλολιάκο και άλλα κορυφαία στελέχη και βουλευτής της Χρυσής Αυγής ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης.

Η ιστορική αυτή απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύτηκε 1,5 περίπου έτους μετά την έκδοση της καταδικαστικής ετυμηγορίας των δικαστών και λίγους μήνες πριν αρχίσει η δίκη σε δεύτερο βαθμό για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Το δικαστήριο σε περισσότερες από 10.000 σελίδες παραθέτει τα νομικά και ουσιαστικά επιχειρήματα αλλά και τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δίκη και απέδειξαν πως η Χρυσή Αυγή ήταν εγκληματική οργάνωση με αρχηγό τον Νίκο Μιχαλολιάκο, ο οποίος είχε γνώση και για όλες τις εγκληματικές ενέργειες.

Σημαντικό είναι και το σκέλος εκείνο της απόφασης που αναφέρεται στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον Γιώργο Ρουπακιά, καθώς το δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε κάνει λόγο για μια καλά «οργανωμένη και στοχευμένη επίθεση» που είχε απόλυτα ιδεολογικό υπόβαθρο.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, το δικαστήριο αναφέρει στην απόφασή του ότι τα τραύματα που έφερε το θύμα, αποδεικνύουν ότι ο μουσικός «δέχτηκε επίθεση και χτυπήματα από τα μέλη της Χρυσής Αυγής, πριν το θανάσιμο τραυματισμό του» και «δεν  πρόλαβε να αντιδράσει  απέναντι στον Γ. Ρουπακιά, ο οποίος ενεργώντας βάση σχεδίου κινήθηκε πράγματι κυκλωτικά, σε σχέση με τους υπόλοιπους επιτιθέμενους χρυσαυγίτες που με τα αλλεπάλληλα κύματα επιθέσεων σε βάρος του Παύλου Φύσσα, ανέμεναν το Ρουπακιά να έρθει από διαφορετική κατεύθυνση και να αιφνιδιάσει τον Παύλο Φύσσα όπως και έγινε».

Συγκεκριμένα, η απόφαση αναφέρει για τη δολοφονία του μουσικού, μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο Ρουπακιάς δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική σχέση, αντιπαλότητα, αντιδικία η αντιπαράθεση με το θύμα αλλά η εγκληματική του ενέργεια αποτέλεσε εκτέλεση συγκεκριμένου σχεδίου και εντολής». Επιπρόσθετα, κατά το δικαστήριο ο Γ. Ρουπακιάς «δεν έδρασε μόνος του και αυτοβούλως» και «η ανθρωποκτονία του Παύλου Φύσσα ήταν αποτέλεσμα της οργανωμένης κινητοποίησης της ασφάλειας της τοπικής οργάνωσης  Νίκαιας  της Χρυσής Αυγής, το δε κίνητρο ήταν πολιτικό ιδεολογικό».

Επιπλέον, στην απόφαση αναφέρεται πως ο Γ. Ρουπακιάς «δεν ήταν ένας απλός ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής ούτε ένας τυχαίος περαστικός από τα γραφεία, όπως ισχυρίστηκε σε δηλώσεις του ο γενικός γραμματέας Νικόλαος Μιχαλολιάκος» αλά «ήταν μέλος της τοπικής Νίκαιας ήδη από τον Ιούλιο του 2012 και μάλιστα μέλος του πενταμελούς της τοπικής Νικίας της Χρυσής Αυγής και συγκεκριμένα ήταν ταμίας».

Σε ό,τι αφορά στους υπόλοιπους 15 συγκατηγορούμενους του Γ. Ρουπακιά που καταδικάστηκαν για συνεργεία στην ανθρωποκτονία του μουσικού ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, το δικαστήριο έκρινε ότι «δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την τέλεση του κακουργήματος και συγκεκριμένα κλίμα γενικότερης σύγχυσης και οχλαγωγίας, έντασης και εκφοβισμού του ευρισκομένου το σημεία αυτού Παύλο Φύσσα καθώς και της ολιγομελούς παρέας του, στην οποία συμμετείχαν και δύο νεαρές γυναίκες, με τον προπηλακισμό τούτων με ιαχές και ύβρεις καθώς και με τον ξυλοδαρμό τους εκ’ μέρους κάποιων από το τάγμα εφόδου». Το αποτέλεσμα της συμπεριφοράς τους αυτής, «που συνιστούσε προετοιμασία εδάφους για την καίρια και μοιραία παρέμβαση του Ρουπακιά» ήταν ο Παύλος Φύσσας «να εγκλωβιστεί από αυτούς και έτσι να καταστεί ευάλωτος, ενώ παράλληλα ενδυνάμωσαν και ενθάρρυναν ψυχικά το Γ. Ρουπακιά, ο οποίος έχοντας πλέον την αίσθηση της αριθμητικής υπεροχής, της δύναμης και της ασφάλειας, έπληξε τον Παύλο Φύσσα αιφνιδιαστικά και απρόκλητα, επανειλημμένως στο αριστερό ημιθωράκιο, με συνέπεια εκ των πραγμάτων αυτών ως μόνη και αποκλειστική αιτία να επέλθει ο θάνατος του».  Όπως αναφέρει το δικαστήριο χωρίς τα άτομα αυτά «ο Ρουπακιάς δεν θα πήγαινε μόνος του στο Κοράλλι, δεν θα τολμούσε μόνος του να μαχαιρώσει εν ψυχρώ το Φύσσα, με τον οποίο δεν είχε καμία διαφορά». Ακόμη, στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται λόγος «και για επιχείρηση συγκάλυψης της ανθρωποκτονίας του Παύλου Φύσσα» στο πλαίσιο της οποίας Ιωάννης Λαγός «έδινε εντολές «να καθαρίσουν τα σπίτια» δηλαδή να απαλλαγούν από όπλα και τυχόν άλλο υλικό ενοχοποιητικό για τη Χρυσή Αυγή».

 

Εγκληματική οργάνωση με αρχηγό τον Μιχαλολιάκο

Σύμφωνα με την ιστορική απόφαση η Χρυσή Αυγή ήταν εγκληματική οργάνωση «η οποία εκκολάφθηκε και στους κόλπους του πολιτικού σχηματισμού και μετέπειτα πολιτικού κόμματος με την επωνυμία λαϊκός σύνδεσμος Χρυσή Αυγή και δραστηριοποιείτο υπό την κάλυψη του, ήταν η  ιεραρχική δομή της, με επικεφαλής τον αρχηγό της Νικόλαο Μιχαλολιάκο» και «στη συνέχεια τους βουλευτές του κόμματος οι οποίοι είχαν οριστεί και περιφερειάρχες σε συνενωμένες μεγάλες εκλογικές περιφέρειες για τον συντονισμό των δράσεων και τέλος τους υπεύθυνους κάθε τοπικής οργάνωσης που αποκαλούνταν πριν αρχές».

Η εγκληματική δράση τους δράση «σκοπό είχε την δια της βίας αντιμετώπιση των αλλοδαπών, των ιδεολογικών αντιπάλων, των αντιφρονούντων και δια του τρόπου αυτού την επιβολή και διάδοση πολιτικών ιδεών και θεωριών». Η εγκληματική δε αυτή δράση «εκδηλωνόταν μέσω των τοπικών οργανώσεων και πάντα υπό την καθοδήγηση ανώτερου στην ιεραρχία στελέχους της».

Κατά την απόφαση «η ιεραρχική δομή της Χρυσής Αυγής ήταν τέτοια ώστε να εξασφαλίζει όχι μόνο ότι κάθε κατώτερο όργανο θα υπακούει στις εντολές του ανώτερου, αλλά περαιτέρω ότι καμιά κομματική ενέργεια δεν θα υλοποιείται χωρίς την ρητή εκ’ των προτέρων εντολή του ανώτερου οργάνου που φτάνει ως την κεντρική διοίκηση. Η αρχή αυτή επαναλαμβάνεται από τα στελέχη της οργάνωσης και αποτελεί αντικείμενο εγκυκλίων».

Σχετικά με τον αρχηγό της εγκληματικής οργάνωσης, η απόφαση αναφέρει:  «Η αρχή του αρχηγού αποδεικνύεται ότι διαπερνά την ιεραρχική δομή της εγκληματικής οργάνωσης από την αρχή της ίδρυσης της. Ο γενικός γραμματέας, ο αρχηγός, ο ανώτατος ηγέτης ο Νίκος Μιχαλολιάκος έχει την απόλυτη απεριόριστη και αδιαμφισβήτητη  εξουσία ως και την απόλυτη ευθύνη των τελικών αποφάσεων. Η πίστη στον αρχηγό ανάγεται σε επίπεδο μεταφυσικής, εκδηλώνεται δε πανηγυρικά και με τη διαδικασία του όρκου …».

Ναζιστική ιδεολογία

Επιπλέον, η απόφαση αναφέρει πως η «Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως ολιγάριθμη ομάδα εθνικοσοσιαλιστικής επιμόρφωσης με επικεφαλής τον κατηγορούμενο Νικόλαο Μιχαλολιάκο, η οποία στη συνέχεια μετεξελίχθηκε σε πολιτικό σχηματισμό κατά τα πρότυπα του γερμανικού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος με την επωνυμία λαϊκός σύνδεσμος Χρυσή Αυγή».

Σύμφωνα με την απόφαση «η ναζιστική ιδεολογία της οργάνωσης αποτυπώνεται σε έγγραφα της ίδιας της οργάνωσης από ιδρύσεως της» και «δεν άλλαξε από το 1992, ούτε οι υποστηρικτές αυτής απομακρύνθηκαν, όπως αβάσιμα οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται». Τούτο άλλωστε – αναφέρει το δικαστήριο «σαφώς προκύπτει από δηλώσεις, έγγραφα, φωτογραφίες, βίντεο, ναζιστικά σύμβολα, ναζιστικό χαιρετισμό, ομιλίες εντός των γραφείων αλλά και δημόσια ,όπως ενδεικτικά αποσπάσματα δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Χρυσή Αυγή» του 2006, δηλώσεις του Νίκου Μιχαλολιάκου, ομιλίες του και άλλα». Εξάλλου, «τη ναζιστική ιδεολογία τους ηγετικά στελέχη της Χρυσής Αυγής την καθιστούσαν εμφανή πλην άλλων και με δερματοστιξία, όπως ο ναζιστικός αετός του Ιωάννη Λαγού, η σβάστικα του Ηλία Κασιδιάρη, το «Sieg Heil» του Παναγιώτη Ηλιόπουλου, όπως και με άλλους τρόπους μεταξύ των οποίων και η εκπαίδευση ενηλίκων με το « χάιλ Χίτλερ».

Σχετικά με την επιχειρησιακή δράση της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής στην απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Η επιχειρησιακή δράση της Χρυσής Αυγής έναντι τρίτων υλοποιείται από  επίλεκτες ομάδες στελεχών, μελών, υποστηρικτών που ασπάζονται τους σκοπούς της και την ιδεολογία της, για την οποία τακτικές ήταν οι ιδεολογικού προσανατολισμού επιμορφωτικές συναντήσεις, όπου αναλύονται θέματα σχετικά με τις απόψεις και τους στόχους της Χρυσής Αυγής από ειδικούς ομιλητές. Πρόκειται για ομάδες ατόμων που συμμετείχαν σε παραστρατιωτικές εκπαιδεύσεις, έφεραν ομοιόμορφη στρατιωτική ενδυμασία, κατείχαν σχεδόν όλοι παράνομα όπλα και επιτίθετο σε συγκεκριμένες ομάδες – στόχους. Στα εξωτερικά γραφεία της Χρυσής Αυγής οι ομάδες αυτές αναφέρονται ως ομάδες ασφαλείας. Σε μπλούζες Χρυσαυγιτών αναγράφεται ομάδες κρούσης, οι μάρτυρες τις αποκαλούσαν τάγματα εφόδου, ενώ οι κατηγορούμενοι ομάδες περιφρούρησης. Οι επιθέσεις τους είχαν πάρα πολλά κοινά στοιχεία όπως αριθμός δραστών υπέρτερος απέναντι στα θύματα, μπλούζες Χρυσής Αυγής και πολλές φορές δήλωση ταυτότητας, μαχαίρια, κοντάρια, ξύλα και σίδερα ως όπλα, γρήγορος χρόνος εκτέλεσης 10 με 15 λεπτά, συχνά παράγγελμα τέλους επίθεσης και τα θύματα ήταν πάντα ιδεολογική αντίπαλοι της Χρυσής Αυγής οι μετανάστες. Αυτό ήταν το modus operandi των ομάδων αυτών οι  επιθέσεις των οποίων σημειώθηκαν σε όλη την Ελλάδα. Τα μέλη των ομάδων αυτών εξασκούντο με όπλα διαφόρων ειδών και τύπων με σκοπό να εκπαιδευτούν και να εξοικειωθούν με αυτά. Κινούντο συντεταγμένα ως παραστρατιωτικές ομάδες με στρατιωτικά παραγγέλματα και στρατιωτικό βηματισμό. Η ομοιόμορφη αμφίεση τους αποτελούμενη κυρίως από ρούχα παραλλαγής, μαύρα ρούχα, αρβύλα, κράνη, ο εξοπλισμός τους με κοντάρια όπου ήταν τυλιγμένες σημαίες, σιδερολοστούς, ασπίδες και ρόπαλα, ο στρατιωτικός βηματισμό τους, τα παραγγέλματα, οι κραυγές, οι αρχές και τα συνθήματα όπως «αίμα τιμή Χρυσή Αυγή» και γενικά ο τρόπος που ενεργούσαν σκοπό είχε να προκαλέσει τον φόβο σε όποιον ήθελε να βρεθεί στο δρόμο τους».

Ακόμη, σύμφωνα με την απόφαση «βασική μέριμνα της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής ήταν η εκπαίδευση κυρίως η σωματική των μελών, στελεχών αλλά και υποστηρικτών της και ειδικότερα όσον συγκροτούσαν τις προαναφερόμενες ομάδες. Επρόκειτο για σκληρή σωματική εκπαίδευση στο ύπαιθρο όπως στον ποταμών εδώ, στη λίμνη Δόξα, στο Φενεό Κορινθίας και αλλού όπου εκτός από τις βιοσωματικές ασκήσεις και εκτέλεση στρατιωτικών ασκήσεων και γυμνασίων, καταρρίχηση, έρπινγκ, αναρρίχηση κι άλλα εκπαιδεύονται επίσης τη χρήση πυροβόλων όπλων και μαχαιριών».

Κασιδιάρης, ο εκπαιδευτής

Όπως αναφέρει το δικαστήριο «βασικό ρόλο εκπαιδευτή» είχε αναλάβει ο Ηλίας Κασιδιάρης, «ρόλο τον οποίο του είχε αναθέσει ο ίδιος ο Νικόλαος Μιχαλολιάκος» ενώ  σκοπός των εκπαιδεύσεων ήταν η εξοικείωση των μελών σε συνθήκες μάχης και πάραστρατιωτικής δράσης.

Η απόφαση αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αποδεικνύεται ότι μέλη, οπαδοί και στελέχη ηγετικά  και μη του κόμματος το εφοδιάζουν  παράνομα με όπλα, κατείχαν αυτά και εξασκούντο σε αυτά, με στόχο αφενός την τόνωση της ψυχολογίας της βίας και της υπεροχής αφετέρου ανά πάσα στιγμή να είναι ικανοί και ετοιμοπόλεμοί στη μάχη του εθνικισμού και την επίτευξη των σκοπών της εγκληματικής αυτής οργάνωσης. Τα θύματα της επιλέγοντο ανάμεσα σε κατηγορίες ανθρώπων που είχαν χαρακτηριστεί ως «εχθροί» (πρόσφυγες, μετανάστες, πολιτικοί αντίπαλοι κ.ά)» και  «η στοχοποίηση εκφράζεται μέσω της ρητορικής μίσους και της διαδικασίας «απανθρωποποίησής» των εχθρών, που στη συνέχεια γινόταν πράξη μέσα από τις επιθέσεις των ταγμάτων εφόδου», τα οποία «υλοποιούσαν την πολιτική της Χρυσής Αυγής και γι’ αυτό δεν αποδοκιμάζοντο αλλά επιβραβεύοντο και η δράση τους επικροτείτο».

Η απόφαση αναφέρεται ακόμη στη «δημόσια αυτή ρητορική μίσους του αρχηγού, της ηγετικής ομάδας ως και υψηλόβαθμων στελεχών του κόμματος απέναντι σε όσους σκέφτονται διαφορετικά, απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους, αντιφρονούντες, μετανάστες απέναντι σε κατηγορίες ανθρώπων που ανήκουν στους χαρακτηρισμένους  εχθρούς του, καλλιεργούσαν την ιδέα και πράξη της φυλετικής υπεροχής, διαμόρφωναν σκόπιμα και όχι τυχαία σε ορισμένους οπαδούς στελέχη και μέλη αντίστοιχη συνείδηση, εξουδετέρωναν τους ενδοιασμούς, ηθικούς φραγμούς και αναστολές τους και εξοικειώνουν αυτούς με τη χρήση βίας και με το έγκλημα».

Κατά το δικαστήριο «η επιθετική αυτή δημόσια ρητορική γεμάτη μίσος και απροκάλυπτη βία διαμόρφωνε σε ορισμένους οπαδούς, μέλη και στελέχη που δρούσαν στα πλαίσια μιας οργάνωσης με αυστηρή ιεραρχία, πίστη σε πολιτικές και συνθήματα όπως «αίμα τιμή Χρυσή Αυγή», πειθαρχία και απόλυτη υπακοή των κατώτερων στους ανώτερους όπως τις στρατιωτικές μονάδες».

Σχετικά με τους μετανάστες «η ρητορική αυτή αποτέλεσε μήνυμα, σήμα ότι το έθνος που κινδυνεύει πρέπει να απαλλαγεί από τους μη ανήκοντες στην φυλή». Έτσι οι δράστες – αναφέρει το δικαστήριο – «επειδή δρούσαν υπό την κάλυψη της ηγεσίας του κόμματος, εγκληματικές πράξεις ρατσιστικές επιθέσεις σε βάρος αλλοδαπών εκλαμβάνονται ως υποχρέωση και καθήκον τους ως εθνικιστές να υλοποιήσουν την εξόντωση τους, συμβάλλοντας στην κάθαρση της φυλής». Ακόμη, κατά το δικαστήριο σαφώς προέκυψε πως καμία από τις εγκληματικές ενέργειες «δεν θα είχε γίνει σε αντίθεση με τη θέλησή της ηγεσίας και χωρίς τη γνώση της».

Μοιραστείτε το:

Share on facebook
Share on twitter
Share on whatsapp

Aκολουθήστε το lawandorder.gr στο Google News για να ενημερώνεστε για όλες τις ειδήσεις

Σχετικά Άρθρα

Κρίσεις 2022

Διαβάστε όλα τα άρθρα εδώ ➜

Κατηγορίες