Η ακρίβεια, τα πανάκριβα ενοίκια, το μεταναστευτικό και η ανασφάλεια δεν αντιμετωπίζονται με καταγγελίες κατά της Αριστεράς και του ΚΚΕ – Το Μαξίμου κινδυνεύει να μπερδέψει την κοινωνική οργή με την πολιτική υποκίνηση
Γράφει ο Αρχικοριός
Η κοινωνία διαμαρτύρεται, η νεολαία ανησυχεί, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δοκιμάζονται από κύματα δυσαρέσκειας και η κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιάζει να αναζητά την εξήγηση κυρίως στους πολιτικούς της αντιπάλους. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχουν κομματικές δυνάμεις που επιχειρούν να αξιοποιήσουν την κοινωνική ένταση. Το πρόβλημα είναι αν στο Μέγαρο Μαξίμου έχουν αντιληφθεί τι πραγματικά γεννά αυτή την ένταση.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Κωνσταντίνου Κυρανάκη, ο οποίος κατηγόρησε την Αριστερά και ειδικά το ΚΚΕ ότι υποκινεί επεισόδια και επιτέθηκε στο ΚΚΕ για την παρουσία του στα σχολεία, αποτυπώνουν μια συγκεκριμένη πολιτική προσέγγιση: πίσω από τις κινητοποιήσεις και τις εικόνες αναταραχής βρίσκονται πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να δημιουργήσουν χάος. Ο ίδιος επικαλέστηκε μάλιστα την εμπειρία της περιόδου της οικονομικής κρίσης, όταν το Σύνταγμα μετατρεπόταν συχνά σε πεδίο συγκρούσεων.
Μόνο που η Ελλάδα του σήμερα δεν είναι η Ελλάδα του 2012. Και η Ευρώπη του σήμερα δεν μπορεί να ερμηνεύεται αποκλειστικά με τα πολιτικά εργαλεία του χθες. Επίσης αν η αριστερά είχε τόση δύναμη να προκαλεί τέτοιες κοινωνικές εκρήξεις, όπως λένε οι νεοδημοκράτες, θα ήταν κυβέρνηση!
Δεν είναι όλα «μπαχαλάκηδες»
Ασφαλώς και η βία δεν μπορεί να δικαιολογείται στο όνομα καμίας πολιτικής διαμαρτυρίας. Ασφαλώς και οι καταστροφές, οι επιθέσεις και η παραβίαση των δικαιωμάτων των πολιτών πρέπει να αντιμετωπίζονται από την Πολιτεία. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι να αποδίδεται συλλήβδην η κοινωνική αναταραχή σε υποκινητές υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Γιατί ο πολίτης που βλέπει τον μισθό του να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας δεν χρειάζεται κανέναν κομματικό καθοδηγητή για να θυμώσει. Ο νέος που αναζητά σπίτι και διαπιστώνει ότι το ενοίκιο απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός του δεν περιμένει το ΚΚΕ για να αντιληφθεί το αδιέξοδο. Ο οικογενειάρχης που μετρά τα έξοδα στο σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς και στις καθημερινές μετακινήσεις δεν χρειάζεται πολιτικό φυλλάδιο για να καταλάβει ότι πιέζεται.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από καταγγελίες για «μπαχαλάκηδες». Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η αίσθηση ότι η οικονομική βελτίωση δεν φτάνει με τον ίδιο τρόπο σε όλους δημιουργούν ένα υπόστρωμα δυσαρέσκειας που δεν υπακούει απαραίτητα σε κομματικές εντολές.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος για τη Νέα Δημοκρατία. Να πιστέψει ότι, εφόσον δεν υπάρχουν οργανωμένοι υποκινητές, δεν υπάρχει και πρόβλημα. Ή, ακόμη χειρότερα, ότι κάθε εκδήλωση δυσαρέσκειας αποτελεί απόπειρα αποσταθεροποίησης.
Η κοινωνία δεν περιμένει άδεια για να διαμαρτυρηθεί
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές κρίσεις, οι οποίες δεν έχουν παντού τα ίδια αίτια. Οι κινητοποιήσεις, οι αντιδράσεις για το κόστος ζωής και οι εντάσεις γύρω από τη μετανάστευση και την ασφάλεια δεν μπορούν να μπουν όλες στο ίδιο τσουβάλι.
Ούτε μπορεί κάθε διαμαρτυρία να βαφτίζεται εξέγερση ούτε κάθε εξέγερση να αντιμετωπίζεται ως έργο της Αριστεράς. Η πολιτική οφείλει να διακρίνει τα πραγματικά κοινωνικά αιτήματα από την οργανωμένη βία και να απαντά διαφορετικά στο καθένα.
Αντί γι’ αυτό, η κυβερνητική ρητορική κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια εύκολη εξήγηση: κάποιοι θέλουν να προκαλέσουν αναταραχή, άρα η λύση είναι να απομονωθούν οι υποκινητές. Η εξήγηση αυτή μπορεί να βολεύει επικοινωνιακά, αλλά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: γιατί τόσοι άνθρωποι αισθάνονται ότι η καθημερινότητά τους γίνεται δυσκολότερη;
Η εσωτερική ασφάλεια, άλλωστε, δεν είναι ζήτημα συνθημάτων. Ο πολίτης θέλει να αισθάνεται ασφαλής στον δρόμο, στη γειτονιά του και στο σπίτι του. Θέλει μια οργανωμένη πολιτική για τη μετανάστευση, με κανόνες, έλεγχο και αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Και απαιτεί από την κυβέρνηση να αποδεικνύει στην πράξη ότι μπορεί να αντιμετωπίζει προβλήματα, αντί να περιορίζεται στην πολιτική αντιπαράθεση γύρω από αυτά.
Το πρόβλημα είναι η απόσταση από την πραγματικότητα
Η Νέα Δημοκρατία δεν κινδυνεύει επειδή η Αριστερά καταγγέλλει την κυβερνητική πολιτική. Αυτό είναι αναμενόμενο σε μια δημοκρατία. Κινδυνεύει όταν αρχίζει να πιστεύει ότι η κοινωνία που διαφωνεί μαζί της είναι απλώς μια κοινωνία που παρασύρεται από τους αντιπάλους της.
Γιατί τότε χάνει την επαφή με τις πραγματικές αιτίες της δυσαρέσκειας. Αντί να αναρωτηθεί τι δεν λειτουργεί στην οικονομία, στη στέγαση, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην ασφάλεια, αναζητά ποιος βρίσκεται πίσω από τις αντιδράσεις. Αντί να ακούσει τους νέους, τους εργαζομένους και τις οικογένειες, κινδυνεύει να τους αντιμετωπίσει ως κοινό που χρειάζεται πολιτική διαπαιδαγώγηση.
Και κάπου εκεί αρχίζει η μεγάλη παρεξήγηση: η κυβέρνηση θεωρεί ότι υπερασπίζεται την κανονικότητα, ενώ ένα μέρος της κοινωνίας αναρωτιέται αν αυτή η κανονικότητα έχει χώρο και για το δικό του μέλλον.
Η διαμαρτυρία δεν είναι από μόνη της απόδειξη ότι η χώρα οδηγείται στο χάος. Ούτε η κοινωνική ειρήνη διασφαλίζεται με την απαξίωση όσων διαφωνούν. Διασφαλίζεται όταν οι πολίτες έχουν λόγους να εμπιστεύονται τους θεσμούς, να αισθάνονται ότι ακούγονται και να πιστεύουν ότι υπάρχει προοπτική βελτίωσης της ζωής τους.
Όταν καταλάβουν τι συμβαίνει, μπορεί να είναι αργά
Το πολιτικό κόστος αυτής της απόστασης δεν εμφανίζεται πάντοτε αμέσως. Μπορεί να συσσωρεύεται σιωπηλά, πίσω από τις δημοσκοπήσεις, τις δημόσιες δηλώσεις και τις κομματικές συσκέψεις. Μπορεί να εκδηλωθεί στις κάλπες, στην αποχή, στην ενίσχυση νέων πολιτικών σχηματισμών ή στην απότομη κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το κυβερνών κόμμα.
Και τότε οι εξηγήσεις περί υποκίνησης δεν θα αρκούν. Κανένα κόμμα δεν μπορεί να κυβερνά επ’ αόριστον θεωρώντας ότι κάθε κοινωνική αντίδραση είναι αποτέλεσμα οργανωμένου σχεδίου εναντίον του.
Η ΝΔ έχει ακόμη τη δυνατότητα να αναγνωρίσει τα προβλήματα, να διορθώσει πολιτικές και να αποκαταστήσει διαύλους επικοινωνίας με την κοινωνία. Χρειάζεται, όμως, να αντιληφθεί ότι η δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή καταγγέλλεται πολιτικά.
Γιατί η κοινωνία δεν ψηφίζει με βάση το ποιος φωνάζει περισσότερο στα τηλεοπτικά παράθυρα. Ψηφίζει και με βάση το πώς ζει, τι μπορεί να αγοράσει, αν μπορεί να νοικιάσει ένα σπίτι, αν αισθάνεται ασφαλής και αν πιστεύει ότι τα παιδιά της θα έχουν καλύτερο αύριο.
Το πραγματικό καμπανάκι, λοιπόν, δεν είναι αν η Αριστερά επιχειρεί να αξιοποιήσει την οργή. Είναι αν η κυβέρνηση έχει καταλάβει πόση οργή υπάρχει και γιατί.
Και αν στο Μέγαρο Μαξίμου συνεχίσουν να βλέπουν παντού υποκινητές, μπορεί να ξυπνήσουν μια μέρα και να διαπιστώσουν ότι το πρόβλημα δεν ήταν εκείνοι που φώναζαν στους δρόμους, αλλά η απόσταση της ίδιας της κυβέρνησης από την κοινωνία. Τότε, ενδεχομένως, θα είναι πολύ αργά για να αλλάξουν την εικόνα.

