Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου τονίζει, σε ανακοίνωση που εξέδωσε σχετικά με το σχέδιο νόμου για τις συναθροίσεις, ότι η συνταγματική ελευθερία του συνέρχεσθαι συνιστά ατομικό δικαίωμα, αν και προσθέτει πως δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, καθώς ο νομοθέτης επιτρέπει την παρουσία της αστυνομίας.
Η ΕΕΔΑ επισημαίνει, παράλληλα, ότι το εν λόγω νομοσχέδιο τέθησε σε διαβούλευση την περίοδο έναρξης της πανδημίας του κορονοϊού και δεν της κοινοποιήθηκε, προκειμένου να τοποθετηθεί δυνάμει του θεσμικού της ρόλου για τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο συνταγματικώς αλλά και διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του συνέρχεσθαι.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση
Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ως ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας για θέματα προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει ως έργο, μεταξύ των κατά το νόμο αρμοδιοτήτων της, τη συνεχή επισήμανση σε όλα τα όργανα της Πολιτείας για την ανάγκη αποτελεσματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την ενημέρωση της κοινής γνώμης για τους κινδύνους παραβίασης που ελλοχεύουν και προπαντός την παροχή συμβουλών προς την ελληνική Πολιτεία για τη χάραξη σωστής κεντρικής πολιτικής σε θέματα που άπτονται των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Η ΕΕ∆Α, με αφορμή την επικείμενη εισαγωγή προς ψήφιση του Σχεδίου Νόμου «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις» (εφεξής ΣχΝ), και ενόψει των περιορισμών που επιβάλλονται στο κατοχυρωμένο από τα άρθρα 11 Σ., 11 ΕΣΔΑ και 12 ΧΘΔΕΕ δικαίωμα του συνέρχεσθαι, επισημαίνει τα εξής:
Το δικαίωμα της συνάθροισης ή ελευθερία του συνέρχεσθαι, δηλαδή η ελευθερία συναθροίσεων, συγκεντρώσεων, διαδηλώσεων και πορειών αποτελεί το αρχαιότερο δικαίωμα συλλογικής και ομαδικής δράσης. Η συνταγματική ελευθερία του συνέρχεσθαι δεν παύει να αποτελεί ατομικό δικαίωμα, θεμελιώνοντας αξίωση για την κατ’ αρχήν αποχή της κρατικής εξουσίας από ενέργειες που στοχεύουν στην παρακώλυση της άσκησής του.
Παρά ταύτα η ελευθερία του συνέρχεσθαι του άρθρου 11 παρ. 1 Σ. δεν συνιστά απόλυτο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο συντακτικός νομοθέτης προβλέπει στο άρθρο 11 παρ. 2 Σ. τις έννοιες της δημόσιας και υπαίθριας συνάθροισης, ούτως ώστε να οριοθετήσει την απόλαυση του δικαιώματος. Συγκεκριμένα, το άρθρο 11 παρ. 2 Σ. προβλέπει την παρουσία της αστυνομίας στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις, τις οποίες δύναται να απαγορεύει με αιτιολογημένη απόφασή της μόνο όταν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, «όπως ο νόμος ορίζει».
Συνεπώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η έκδοση ενός εκτελεστικού νόμου δυνάμει της ως άνω συνταγματικής επιταγής αποτελούσε εκκρεμότητα, η οποία έπρεπε να διευθετηθεί και υπό το πρίσμα αυτό η ΕΕΔΑ κρίνει ότι η εν λόγω νομοθετική πρόταση, ως πρωτοβουλία, είναι θετική και συνταγματικά αποδεκτή. Στο πλαίσιο της συνταγματικής επιταγής, ο νομοθέτης οφείλει να θεσπίσει διαφανείς και εξειδικευμένες εγγυήσεις, προκειμένου να προστατεύονται αφενός η επιτυχής απόλαυση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και αφετέρου η κοινωνικοοικονομική ζωή και τα δικαιώματα των τρίτων.
Το προταθέν ΣχΝ «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις» τέθηκε σε διαβούλευση από τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 10 Μαρτίου 2020, ήτοι την περίοδο έναρξης της πανδημίας του COVID-19 στην χώρα μας. Επίσης και για πολλοστή φορά, η ΕΕΔΑ διαπιστώνει ότι το ΣχΝ δεν της κοινοποιήθηκε σχετικώς, προκειμένου να τοποθετηθεί δυνάμει του θεσμικού της ρόλου για τους περιορισμούς που επιβάλλονται στο συνταγματικώς αλλά και διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του συνέρχεσθαι, ιδίως υπό το πρίσμα της αλληλεπίδρασής του με άλλα ατομικά δικαιώματα, όπως αυτών της ελευθερίας της έκφρασης, της συνδικαλιστικής ελευθερίας κ.λπ. Επίσης, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Ολομέλειας της ΕΕΔΑ έγιναν γνωστές τροπολογίες επί του προταθέντος ΣχΝ, για τις οποίες η ΕΕΔΑ επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί εκτενέστερα όταν πληροφορηθεί το τελικό περιεχόμενό τους.
Στο επίκεντρο των ρυθμίσεων βρίσκεται η θέσπιση της υποχρέωσης γνωστοποίησης των συναθροίσεων στις αρμόδιες αστυνομικές ή λιμενικές αρχές (βλ. άρθρο 3 ΣχΝ). Από το γράμμα του ΣχΝ προκύπτει ότι η γνωστοποίηση δεν αποτελεί όρο ή προϋπόθεση για την επιτυχή άσκηση του δικαιώματος, γεγονός που επιρρωνύεται από τη σχετική συνοδευτική Αιτιολογική Έκθεση, στην οποία αναφέρεται ρητώς ότι «μη γνωστοποιηθείσα συνάθροιση δεν καθίσταται εξ αυτού και μόνον του λόγου παράνομη». Επίσης, σημειώνεται ότι η υποχρέωση γνωστοποίησης θεωρείται κατ’ αρχήν αποδεκτή και από την αντίστοιχη νομολογία του ΕΔΔΑ, εφόσον ο σκοπός της είναι να επιτρέψει στις αρχές να λάβουν εύλογα και κατάλληλα μέτρα, προκειμένου να εγγυηθούν την ομαλή διεξαγωγή οποιασδήποτε συνέλευσης, συνάντησης ή άλλης συγκέντρωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, σκοπό της γνωστοποίησης αποτελεί αφενός η διασφάλιση των δικαιωμάτων των τρίτων, όπως το δικαίωμα στη μετακίνηση, και αφετέρου η πρόληψη διαταραχών και εγκληματικών πράξεων.
Η νομολογία του ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι τέτοιες νομοθετικές πράξεις δεν πρέπει να αποτελούν κρυφό εμπόδιο στην ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης, όπως προστατεύεται από το άρθρο 11 ΕΣΔΑ. Πρέπει επομένως να καταστεί σαφές ότι η παράλειψη της γνωστοποίησης δεν μπορεί να συνεπάγεται απαγόρευση της συνάθροισης, καθώς σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή, απαγόρευση μπορεί να υπάρξει μόνο αν διαπιστωθεί με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομίας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για απειλή της δημόσιας ασφάλειας και της ομαλής ζωής της πόλης. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία σε περιπτώσεις μη τήρησης των νόμιμων υποχρεώσεων, όπως αυτής της γνωστοποίησης, και με την προϋπόθεση ότι οι διαδηλωτές δεν εμπλέκονται σε πράξεις βίας, οι δημόσιες αρχές πρέπει να επιδεικνύουν κάποιο βαθμό ανοχής απέναντι σε τέτοιες ειρηνικές συγκεντρώσεις, έτσι ώστε να είναι δυνατή η ελευθερία του συνέρχεσθαι που εγγυάται το άρθρο 11 ΕΣΔΑ.
Επιπροσθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 2 ΣχΝ προβλέπουν ότι οι δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις που πραγματοποιούνται για τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς και της επετείου της 17ης Νοεμβρίου δεν απαιτούν την υποχρέωση γνωστοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΕΔΑ επισημαίνει ότι έχουν αναγνωρισθεί παγκόσμιες ημέρες εορτασμού συγκεκριμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως λ.χ. η ημέρα της γυναίκας, η ημέρα του πρόσφυγα, η ημέρα του περιβάλλοντος, η ημέρα κατά της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας και της αμφιφοβίας κ.λπ., ημέρες κατά τις οποίες ανά την υφήλιο πραγματοποιούνται υπαίθριες συναθροίσεις και πορείες. Συνεπώς, η ΕΕΔΑ προτείνει την επέκταση της εξαίρεσης της υποχρέωσης γνωστοποίησης και για τις ημέρες αυτές.
Τα άρθρα 7 και 8 ΣχΝ αναφέρονται στη δυνατότητα επιβολής απαγορεύσεων και περιορισμών των συναθροίσεων και ως εκ τούτου είναι ιδιαιτέρας σημασίας για την ΕΕΔΑ. Υπό το φως της νομολογίας του ΕΔΔΑ, οι όποιοι περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι πρέπει να προβλέπονται σε νόμο, να εξυπηρετούν συγκεκριμένο και νόμιμο σκοπό και να αποτελούν αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Σημειώνεται κατά πρώτον ότι οι διατάξεις αυτές εμπεριέχουν ένα αξιοσημείωτο σύνολο αόριστων νομικών εννοιών («επαπειλείται», «δημόσια ασφάλεια», «πιθανής διάπραξης», «απειλείται», «πιθανολογείται»), απονέμοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αστυνομικές και λιμενικές αρχές για την επιβολή απαγορεύσεων και περιορισμών. Η πρόβλεψη αόριστων νομικών εννοιών προκειμένου να οριοθετηθούν περιορισμοί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν συνιστά κατάλληλη νομοθετική προσέγγιση, καθώς τέτοιες έννοιες στερούνται ακρίβειας, σαφήνειας και προβλεψιμότητας. Η απαίτηση προβλεψιμότητας, ως ειδική συνιστώσα της αρχής της νομιμότητας, απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 52 ΧΘΔΕΕ, επιταγές οι οποίες επιβάλλουν ο όποιος περιοριστικός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων νόμος να είναι: α) «προσιτός», ώστε να γνωρίζει ο πολίτης το ενδεχόμενο περιορισμού των ελευθεριών του και τους λόγους επιβολής τους και β) «σαφώς διατυπωμένος», δηλαδή συγκεκριμένος, εκθέτοντας λεπτομερώς τον κατάλογο των προσώπων, τα οποία αφορά ο περιορισμός, το είδος και τη διάρκεια της παρέμβασης, παρέχοντας τη δυνατότητα πρόβλεψης των συνεπειών των ενεργειών τους.
Επίσης, σύμφωνα με τα νομολογιακά διαπλασμένα κριτήρια του ΕΔΔΑ, οι λόγοι που προβάλλουν οι αστυνομικές και λιμενικές αρχές, ως αποφασίζοντα όργανα (άρθρο 10 ΣχΝ), προκειμένου να δικαιολογήσουν την επιβολή απαγόρευσης μιας συνάθροισης πρέπει να είναι «σχετικοί και επαρκείς», βασίζοντας τις αποφάσεις τους σε αποδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων. Τέτοιοι λόγοι και ιδίως ο κίνδυνος βίας (εκ προθέσεως ή όχι) πρέπει να εκτιμώνται υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, η οποία απαιτεί την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των απαιτήσεων των επιδιωκόμενων σκοπών και εκείνων της ελεύθερης έκφρασης απόψεων με λέξη, χειρονομία ή ακόμη και σιωπή από άτομα που συγκεντρώνονται στους δημόσιους χώρους καθώς και την εκ των προτέρων αξιολόγηση του αντικτύπου της επιβολής της απαγόρευσης. Συνεπώς, απουσία τέτοιων κινδύνων ή περιπτώσεις επιβολής απαγορεύσεων, στις οποίες το «μήνυμα» της συνάθροισης χαρακτηρίζεται άμεσα ή έμμεσα ως εσφαλμένο συνεπάγονται, κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, αδικαιολόγητη επέμβαση στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι αλλά και στην ελευθερία της έκφρασης. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι οι διαπιστώσεις και νομολογιακές προσεγγίσεις του ΕΕΔΑ εναρμονίζονται πλήρως με το Σχέδιο του Γενικού Σχολίου 37 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών ως προς το δικαίωμα στην ελευθερία της συνάθροισης, η διαδικασία υιοθέτησης του οποίου είναι εν εξελίξει.
Στο άρθρο 12 ΣχΝ προβλέπεται η δυνατότητα να κατατεθεί αίτηση αναστολής της απαγόρευσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση που απαγορευθεί εκ των προτέρων μια συνάθροιση. Από τα διδάγματα της κοινής πείρας προκύπτει ότι υπάρχει σημαντική πιθανότητα η δημόσια συνάθροιση να λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο αλλά και συνθήκες, που καθιστούν επίκαιρη και ουσιαστική την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Η απαγόρευση δημόσιας συνάθροισης σε μια δεδομένη χρονική συγκυρία, ακόμη και αν ακολουθήσει θετική δικαστική απόφαση, θα ισοδυναμεί στην ουσία με αδικαιολόγητη επιβολή περιορισμού, καθόσον οι συνθήκες θα έχουν σημαντικά μεταβληθεί και ενδεχομένως η άσκηση του δικαιώματος να θεωρείται άσκοπη και ανεπίκαιρη, εξουδετερώνοντας έτσι όχι μόνο την προστασία που παρέχεται σε αυτό από το άρθρο 11 ΕΣΔΑ αλλά και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κατά τις επιταγές των άρθρων 20 παρ. 1 Σ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.
Κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειας της ΕΕΔΑ ανακοινώθηκε η απόσυρση των επίμαχων διατάξεων του άρθρου 13 παρ. 1 και 3 ΣχΝ, οι οποίες αναφέρονταν σε ποινικές κυρώσεις. Ωστόσο, η απόσυρση των εν λόγω διατάξεων δεν έχει καταστεί δημοσίως προσβάσιμη και συνεπώς η ΕΕΔΑ επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί εκτενέστερα επί του ζητήματος.
Στο άρθρο 13 παρ. 4 ΣχΝ θεσπίζεται για τον οργανωτή αστική ευθύνη προς αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας τους από τους συμμετέχοντες στη δημόσια συνάθροιση.
Από το γράμμα της εν λόγω διάταξης καθίσταται σαφής η εισαγωγή αντικειμενικής ευθύνης του οργανωτή για ζημίες που προκάλεσαν τρίτοι. Η «εγγυητική» ευθύνη του οργανωτή για τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στη συνάθροιση προσώπων, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί εφόσον είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδείξει ότι είχε λάβει όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως οιονεί αντικειμενική στον βαθμό που εν τοις πράγμασι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, καθόσον πρέπει να αποδείξει ο ίδιος ο οργανωτής την άσκηση της προσήκουσας επιμέλειάς του. Παρά ταύτα, τόσο το άρθρο 11 παρ. 2 Σ. όσο και το ίδιο το ΣχΝ απονέμουν την αρμοδιότητα διαφύλαξης της δημόσιας ασφάλειας κατά τη διεξαγωγή των συναθροίσεων στις αστυνομικές αρχές. Είναι έτσι προφανές ότι η μετάθεση της ευθύνης για την ομαλή διεξαγωγή της συνάθροισης στον πολίτη-οργανωτή είναι συνταγματικώς μη συμβατή, ενώ στην πράξη μπορεί να καταστεί ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα για την ανάληψη αυτού του ρόλου και έμμεσο περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος.
Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) είναι το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έχει συσταθεί με το Ν 2667/1998 σύμφωνα με κανόνες των Ηνωμένων Εθνών, τις «Αρχές των Παρισίων». Σε αυτήν μετέχουν πρόσωπα οριζόμενα από σαράντα ένα φορείς (ανεξάρτητες Αρχές, πανεπιστημιακές σχολές νομικών και πολιτικών επιστημών, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ, πολιτικά κόμματα και υπουργεία).
ΕΕΔΑ: Η ελευθερία συναθροίσεων και διαδηλώσεων είναι το αρχαιότερο δικαίωμα συλλογικής και ομαδικής δράσης
Δολοφονία Μακρή – Ξέσπασε σε λυγμούς η Βικτώρια Καρύδα: «Δεν είχαμε κανένα φόβο» κατέθεσε
Με δάκρυα στα μάτια και εμφανώς ταραγμένη κατάθεσε σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας, όπου εκδικάζεται η υπόθεση δολοφονίας του συζύγου της Γιάννη Μακρή, το μοντέλο και πρώην παίκτρια του My Style Rocks, Βικτώρια Καρύδα. Η μάρτυρας βλέποντας μάλιστα τους κατηγορούμενους λίγο πριν αρχίσει η δίκη να είναι ευδιάθετοι συνομιλώντας με πρόσωπα του περιβάλλοντος τους είπε: «Ήθελα να ήξερα τι τους δίνει τόση χαρά».
Το έγκλημα είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Είχε λάβει χώρα στο Πανόραμα της Βούλας τον Οκτώβριο του 2018, έξω από το σπίτι της οικογένειας και έχει καταγραφεί σε βίντεο. Για την υπόθεση κατηγορούνται δυο αδέλφια Βουλγαρικής καταγωγής που έχουν προφυλακιστεί. Ωστόσο και οι δυο αρνούνται κάθε εμπλοκή τους στην υπόθεση, όπως έκαναν και σήμερα σε σύντομη τοποθέτηση τους στο δικαστήριο. «Αρνούμαι τις κατηγορίες, είμαι αθώος. Δεν έχω καμία σχέση με τη δολοφονία Μάκρη. Πιστεύω στην ελληνική δικαιοσύνη» είπε στην αρχική του τοποθέτηση ο πρώτος κατηγορούμενος. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο αδελφός του λέγοντας: «Αρνούμαι τις κατηγορίες, δεν έχω καμία σχέση».
Ωστόσο, με τη σημερινή κατάθεσή της στη δίκη η σύζυγος του θύματος αναγνώρισε τον ένα εκ τω δυο κατηγορουμένων ως το δράστη της δολοφονίας του άνδρα της. Η ίδια σημείωσε πως ο σύζυγος της ποτέ δεν της είχε εκμυστηρευθεί κάτι, ούτε ένιωθε κάποιο φόβο.
Συγκεκριμένα στην κατάθεση της η κυρία Καρύδα ανέφερε: «Με τον σύζυγο μου ήμασταν μαζί 10 χρόνια και είχαμε αποκτήσει οικογένεια. Στην Αυστραλία είχε μάνδρα αυτοκινήτων και ασχολούνταν με ακίνητα. Στην Ελλάδα ασχολήθηκε με εταιρία σεκιουριτι. Εγώ δεν ήξερα πολλά πράγματα για τις δουλειές του, εννοώ όχι πολλές λεπτομέρειες. Την ημέρα που έγινε το κακό άνοιξε την δεύτερη επιχείρηση του… Ο άνδρας μου κυκλοφορούσαμε με μια βέσπα, χωρίς προστασία. Δεν είχαμε φόβο. Μόνο φύλαξη στο σπίτι μετά τις 10 το βράδυ για τους κλέφτες είχαμε. Αν υπήρχε κίνδυνος θα μου το έλεγε. Θα υπήρχε άνθρωπος να μας φυλάξει. Κυκλοφορούσε άνετα με τα παιδιά μας, δεν είχε όπλο».
Μιλώντας για την ημέρα που έλαβε χώρα η δολοφονία του συζύγου της, η μάρτυρας επισήμανε πως η ίδια βρίσκονταν σε επίδειξη μόδας «Ήμουν σε μια επίδειξη μόδας στις 31 Οκτωβρίου. Τις προηγούμενες ημέρες δεν παρατήρησα τίποτα περίεργο. Την ημέρα εκείνη με ενημέρωσε ο κολλητός μου φίλος. Ήρθε στα καμαρίνια και μου είπε ότι κάτι έγινε, αλλά δεν μου είπε ακριβώς…. Είδα το βίντεο δυστυχώς, μπορώ να αναγνωρίσω από το βίντεο τον πρώτο κατηγορούμενο», κατέθεσε.
Συνεχίζοντας την κατάθεσή της και απαντώντας σε ερωτήσεις της έδρας, η σύζυγος του θύματος αναγνώρισε τον πρώτο κατηγορούμενο ως τον δράστη της δολοφονίας του. Είπε μεταξύ άλλων στο δικαστήριο: «Είμαι άνθρωπος της λεπτομέρειας. Βλέπω πράγματα που άλλοι δεν παρατηρούν. Έχει ίδιο σωματότυπο, είχε κοτσίδα και περπατάει με τον ίδιο τρόπο. Είδα τον τρόπο που περπατάει στο βίντεο και αντίστοιχο βίντεο από τα κανάλια στα δικαστήρια. Τρέχει με τον ίδιο τρόπο….Βγήκε ο άνδρας μου, κοίταξε δεξιά και αριστερά και μπήκε στο αμάξι. Ένας πεζός ήρθε τρέχοντας, τον πυροβόλησε και έφυγε τρέχοντας και πάλι».
Προς στιγμή δε στο δικαστήριο προκλήθηκε ένταση όταν η υπεράσπιση των κατηγορουμένων έθεσε ζήτημα για τα δημοσιεύματα στην Αυστραλία που ήθελαν τον Γιάννη Μάκρη να έχει ανάμειξη σε παράνομες δραστηριότητες. «Ο άνδρας μου δεν είχε τίποτα όσο ήμασταν μαζί! Δεν τα ξέρω αυτά που λέτε» είπε η μάρτυρας και συμπλήρωσε σχετικά με το μαχαίρι που βρέθηκε πάνω στο θύμα είπε: «Δεν ξέρω τίποτα. Μαχαιράκια σε μπρελόκ είχαμε στο σπίτι και τα παίρναμε στην παραλία». Ακόμη, η ίδια κατέθεσε πως δεν γνωρίζει κάτι για το μήνυμα που έστειλε ο άνδρας της, 20 δευτερόλεπτα πριν βγει από το σπίτι και στο οποίο έγραφε «να προσεχείς που πας και που μιλάς».
Τραγωδία στο Μάτι – Ραγδαίες εξελίξεις: Παρέμβαση εισαγγελέα για τους διαλόγους-σοκ
Το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Καθημερινής της Κυριακής για τις προσπάθειες συγκάλυψης των ευθυνών για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι προκάλεσε την παρέμβαση του προϊστάμενου της Εισαγγελίας Αθηνών, Ευάγγελου Ιωαννίδη, που διέταξε προκαταρκτική εξέταση για το περιεχόμενο του αποκαλυπτικού δημοσιεύματος.
Παράλληλα ο καταγγέλων αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος Δημήτρης Λιότσιος κατέθεσε και μήνυση στην Εισαγγελία αναφέροντας λεπτομερώς τα διαδραματισθέντα και τις πιέσεις που δέχθηκε για να συγκαλύψει τους υπευθύνους για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι περιγράφοντας ως διαπραχθέντα αδικήματα, την απόπειρα παράνομης βίας και την παράβαση καθήκοντος.
Η μήνυση αυτή θα αποτελέσει το έναυσμα της εισαγγελικής έρευνας η οποία ήδη ανατέθηκε στον εισαγγελέα Νικόλαο Αντωναράκο.
Ακόμη, ο ανακριτής που χειρίζεται το φάκελο για τους υπευθύνους της φονικής πυρκαγιάς (αυτοδιοικητικούς παράγοντες και στελέχη τότε της Πυροσβεστικής, Πολιτικής Προσταςίας, ΕΛΑΣ κ.λπ.) έχει ολοκληρώσει την ανάκριση και έχει στείλει τις πρώτες κλήσεις για απολογία στους εμπλεκόμενους ξεκινώντας από τον τότε δήμαρχο Μαραθώνα Ηλία Ψινάκη.
Να σημειωθεί ότι η δικαιοσύνη για την απόδοση ευθυνών για τους 102 νεκρούς στο Μάτι μετά από δύο χρόνια, μόλις τώρα έφθασε στην ολοκλήρωση της ανάκρισης, ενώ η προσπάθεια που είχε εκδηλωθεί σε υψηλό δικαστικό επίπεδο για σύγκλιση της Ολομέλειας των Εφετών και ανάθεση των ερευνών σε εφέτη ανακριτή λόγω της βαρύτητας της υπόθεσης, δεν προχώρησε, καθώς το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε.
Δήλωση αποχής υπέβαλε ο επίκουρος Εισαγγελέας Διαφθοράς Χ. Ντζούρας
Σε τροχεία δικαστικών εξελίξεων έχει περιέλθει η υπόθεση της φαρμακοβιομηχανίας Novartis, καθώς υπέβαλε δήλωση αποχής ο ένας εκ των επικούρων Εισαγγελέων Διαφθοράς, ο Χρήστος Ντζούρας.
Παράλληλα, αναμένεται μέσα στο επόμενο διάστημα ο υπουργός Δικαιοσύνης Κωνσταντίνος Τσιάρας, να διαβιβάσει, βάση του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων, ερώτημα στο 11μελές Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου για να τεθεί ή όχι σε προσωρινή αργία η κατηγορούμενη Επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη. Ακόμα, ο κ. Τσιάρας, μετά την δήλωση αποχής του κ. Ντζούρας θα στείλει και δεύτερο ερώτημα για την αντικατάστασή του.
Όπως είναι γνωστό η κυρία Τουλουπάκη βαρύνεται με τα ποινικά αδικήματα της κατάχρησης εξουσίας (κακούργημα) και τα πλημμελήματα της κατάχρησης εξουσίας (σε πλημμεληματικό επίπεδο), παράβασης καθήκοντος κατ’ εξακολούθηση, της ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση, της παραβίαση δικαστικού απορρήτου και της παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.
Πάντως, η κυρία Τουλουπάκη προσέφυγε στο δικαστικό συμβούλιο και ζητάει να ακυρωθεί η σε βάρος της ποινική δίωξη, καθώς είναι άκυρη.
Διαβάστε επίσης
Αποκάλυψη για το Μάτι: «Θάψ’ τα γιατί θα σε σκίσουμε» – Διαψεύδει η Γεροβασίλη
Στους δρόμους καλεί η Σία Αναγνωστοπούλου τους ψηφοφόρους της ΝΔ
Αλβανία: O Ράμα σταματά τις διαδικασίες για την καθαίρεση του προέδρου Μέτα
Εισαγγελία Διαφθοράς: Η επόμενη ημέρα μετά τη δίωξη σε Τουλουπάκη και το ερώτημα Τσιάρα προς το ΑΔΣ
Σημαντικές …αναταράξεις στην εισαγγελία Διαφθοράς φέρνει η βαριά ποινική δίωξη που ασκήθηκε εις βάρος της επικεφαλής της Ελένης Τουλουπάκη, για ένα κακούργημα και για σειρά άλλων κατηγοριών σε βαθμό πλημμελήματος. Οι κατηγορίες που της απαγγέλθηκαν αφορούν στους χειρισμούς της στην υπόθεση της Novartis και η ίδια ήδη προσέφυγε στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ζητώντας την ακύρωσή τους.
Εν τω μεταξύ, στον υπουργό Δικαιοσύνης Κων. Τσιάρα κοινοποιήθηκε ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα η ποινική δίωξη που ασκήθηκε στην εισαγγελέα Διαφθοράς και σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται η αποστολή ερωτήματος στο 11μελές Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου για τον αν η κυρία Τουλουπάκη θα τεθεί ή όχι σε αργία.
Πάντως η δίωξη εις βάρος της εισαγγελέως Διαφθοράς «τορπιλίζει», σύμφωνα με νομικούς κύκλους και την έρευνα για τη Novartis, η οποία παραμένει ανοιχτή καθώς σε εκκρεμότητα βρίσκεται η δικογραφία για δυο πολιτικά πρόσωπα και συγκεκριμένα για τους Άδωνι Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλο. Και αυτό διότι όπως ανέφεραν οι ίδιες πηγές μετά την άσκηση της δίωξης εις βάρος της κυρίας Τουλουπάκη τα υπό έρευνα πρόσωπα μπορούν να καταθέσουν αιτήσεις ζητώντας την εξαίρεση της εισαγγελέως επικαλούμενα μεροληψία.
Η προσφυγή
Στην προσφυγή της πάντως η κυρία Τουλουπάκη υποστηρίζει πως η δίωξη που ασκήθηκε εις βάρος της είναι άκυρη προβάλλοντας το επιχείρημα πως το αναφορά του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λ. Σοφουλάκη στην οποία αναφέρεται ότι η ίδια ενήργησε σύμφωνα με το νόμο στην υπόθεση της Novartis, είναι αυτή που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Αντίθετα, σύμφωνα με τη προσφυγή Τουλουπάκη το πόρισμα του έτερου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευ. Ζαχαρή με το οποίο ζητήθηκε – και ασκήθηκε – η δίωξή της, κατατέθηκε μετά την αναφορά του κ. Σοφουλάκη.
Όπως υποστηρίζει η εισαγγελέας «η παραγγελία του κ. Ζαχαρή παραβιάζει τις διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης και συγκεκριμένα του άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ αφού ισοδυναμεί με ανάσυρση από το αρχείο χωρίς της επίκληση κανενός νέου στοιχείου».
Αναφορά Βερβεσού στην εισαγγελία για τη συνεχιζόμενα προβλήματα στη λειτουργία των υποθηκοφυλακείων
Στην κατάθεση αναφοράς προς τον προϊστάμενο της εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας Ευ. Ιωαννίδη για τα προβλήματα στη λειτουργία των Υποθηκοφυλακείων της Αττικής προχώρησε ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας (ΔΣΑ) Δημήτρης Βερβεσός.
Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του ΔΣΑ η αναφορά κοινοποιήθηκε και στο υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Τσιάρα.
Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΔΣΑ για τα συγκεκριμένο ζήτημα έχει ως εξής: «Αναφορά κατ’ άρθρο 35 § 1 του Δ/τος της 19/23 Ιουλίου 1941 υπέβαλε ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτρης Βερβεσός, προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ευάγγελο Ιωαννίδη, κοινοποιούμενη στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Τσιάρα, σχετικά με τα σοβαρότατα προβλήματα στη λειτουργία των Υποθηκοφυλακείων της Αττικής (όπως επί παραδείγματι στα Υποθηκοφυλακεία Ζωγράφου και Καλλιθέας), ιδίως σε ό,τι αφορά τις πολύ μεγάλες καθυστερήσεις, τόσο κατά τον έλεγχο βιβλίων, όσο ιδίως κατά την κατάθεση αιτήσεων για καταχώριση εγγραπτέων πράξεων και για λήψη πιστοποιητικών και αντιγράφων, που έχουν ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστιες ουρές και αφάνταστη ταλαιπωρία των προσερχομένων. Ιδιαιτέρως επισημαίνονται τα οξύτατα προβλήματα στο Υποθηκοφυλακείο Γλυφάδας, όπου
α) η αναμονή για την εξυπηρέτηση των συναδέλφων είναι η μεγαλύτερη από κάθε άλλο Υποθηκοφυλακείο της Αττικής, με αποτέλεσμα πολλοί εκ των προσερχομένων εντός ωραρίου να μην εξυπηρετούνται τελικώς εντός της ημέρας,
β) δεν έχουν ληφθεί διοικητικά και οργανωτικά μέτρα προς εξυπηρέτηση των προσερχομένων, και πάντως τα όποια μέτρα είναι απολύτως ανεπαρκή και γ) παρατηρούνται τεράστιες καθυστερήσεις (αναμονή μηνών) στη διεκπεραίωση των υποβαλλομένων αιτήσεων των συναδέλφων.
Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος του ΔΣΑ ζητεί, στο πλαίσιο της κατά νόμον εποπτείας της εισαγγελικής αρχής, να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα στα Υποθηκοφυλακεία όπου παρατηρούνται προβλήματα, επί τω τέλει όπως αμβλυνθούν οι παρατηρούμενες δυσλειτουργίες και διασφαλιστούν για τους συναδέλφους όροι αξιοπρεπούς άσκησης του λειτουργήματός τους, άλλως να επιβληθούν οι σχετικές νόμιμες ΚΥΡΩΣΕΙΣ. Το πλήρες κείμενο της υπ’ αρ. πρωτ. 1001/17.7.2020 αναφοράς, ως υπεβλήθη έχει ως εξής:
« Αξιότιμε Κύριε Εισαγγελεύ,
Έχουμε γίνει αποδέκτες αναφορών συναδέλφων σχετικά με σοβαρότατα προβλήματα στη λειτουργία υπαγομένων στην αρμοδιότητά σας Υποθηκοφυλακείων της Αττικής και την εξυπηρέτηση των συναδέλφων σε αυτά (όπως επί παραδείγματι στα Υποθηκοφυλακεία Ζωγράφου και Καλλιθέας), ιδίως σε ό,τι αφορά τις πολύ μεγάλες καθυστερήσεις, τόσο κατά τον έλεγχο βιβλίων, όσο ιδίως κατά την κατάθεση αιτήσεων για καταχώριση εγγραπτέων πράξεων και για λήψη πιστοποιητικών και αντιγράφων, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστιες ουρές και αφάνταστη ταλαιπωρία των προσερχομένων. Δραματική είναι η κατάσταση κυρίως στο Υποθηκοφυλακείο Γλυφάδας, όπου
α) η αναμονή για την εξυπηρέτηση των συναδέλφων είναι η μεγαλύτερη από κάθε άλλο Υποθηκοφυλακείο της Αττικής, με αποτέλεσμα πολλοί εκ των προσερχομένων εντός ωραρίου να μην εξυπηρετούνται τελικώς εντός της ημέρας,
β) δεν έχουν ληφθεί διοικητικά και οργανωτικά μέτρα προς εξυπηρέτηση των προσερχομένων, και πάντως τα όποια μέτρα είναι απολύτως ανεπαρκή και
γ) παρατηρούνται τεράστιες καθυστερήσεις (αναμονή μηνών) στη διεκπεραίωση των υποβαλλομένων αιτήσεων των συναδέλφων.
Με δεδομένο ότι, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 του δ/τος της 19/23 Ιουλ. 1941 περί Οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων «η κατά τους κειμένους νόμους εποπτεία και επιθεώρησις των υποθηκοφυλακείων εν γένει του Κράτους ανήκει εις τους οικείους παρά πρωτοδίκαις Εισαγγελείς», παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες προκειμένου, στο πλαίσιο της κατά νόμον επιβαλλομένης εποπτείας, να υποδειχθούν τα αναγκαία μέτρα στα Υποθηκοφυλακεία αρμοδιότητός σας, όπου παρατηρούνται οξύτατα προβλήματα, επί τω τέλει όπως αμβλυνθούν οι παρατηρούμενες δυσλειτουργίες και διασφαλιστούν για τους συναδέλφους οι όροι αξιοπρεπούς άσκησης του λειτουργήματός τους.
Με τιμή,
Ο Πρόεδρος Δημήτρης Κ. Βερβεσός ».
Συλληφθέντες της ΑΣΟΕΕ: Ελεύθεροι με τον όρο να μην μεταβαίνουν στα… Εξάρχεια!
Με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης μετάβασης στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων αλλά και αυτούς της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της εμφάνισης σε αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους, ελεύθεροι αφέθηκαν μετά τις απολογίες τους σήμερα στον ανακριτή οι τρεις συλληφθέντες της περασμένης Τετάρτης στην ΑΣΟΕΕ.
Ακόμη στους τρεις κατηγορούμενος απαγορεύθηκε να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δημόσια συγκέντρωση μέχρι τη δίκη τους.
Να σημειωθεί πως οι τρεις συλληφθέντες απολογήθηκαν για ένα κακούργημα και ένα πλημμέλημα.
Προσφυγή Τουλουπάκη: Ζητά ακύρωση της δίωξης – Τι αναφέρει για τα πορίσματα Ζαχαρή-Σοφουλάκη
Την ακύρωση της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος της από την εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας για ένα κακούργημα και πέντε πλημμελήματα αναφορικά με τους χειρισμούς της στην υπόθεση της Novartis, ζητά η επικεφαλής της εισαγγελίας Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη, με σχετική αίτηση που κατάθεσε σήμερα ενώπιον του συμβουλίου Πλημμελειοδικών της Αθήνας.
Ως βασικό επιχείρημα για την ακύρωση της δίωξης εναντίον της, η κυρία Τουλουπάκη επικαλείται ότι οι δυο αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, Ευ. Ζαχαρής και Λάμπρος Σοφουλάκης που εξέδωσαν αντικρουόμενα πορίσματα για την ίδια (ο μεν κ. Ζαχαρλής ζήτησε τη δίωξή της ο δε κ. Σοφουλάκης ζήτησε αρχειοθέτηση) φέρουν το ίδιο βαθμό και κανείς από τους δυο δεν ορίστηκε ως επίκουρος. Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η εισαγγελέας Διαφθοράς το απαλλακτικό για την ίδια πόρισμα του κ. Σοφουλάκη είχε προηγηθεί του πορίσματος Ζαχαρή και ως εκ τούτου η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον της είναι «δικονομικώς άκυρη».
Ολόκληρη η προσφυγή της κυρίας Τουλουπάκη για ακύρωση της προδικασίας εναντίον της έχει ως εξής:
«Επειδή κατ’ άρθρο 171 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα υπάρχει όταν δεν τηρούνται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα. Επειδή αρμόδιο για την κήρυξη της ακυρότητας πράξεων της προδικασίας είναι κατ’ άρθρο 176 παρ. 1 το δικαστικό συμβούλιο. Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο, μόνο όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση δυνάμει των υπ’ αριθμ. ΕΠ -ΕΣ 833/2019/4-6-2-19, ΕΠ 896/12-6-2019, ΕΠ 928/19-6-2019. ΕΠΔ 137/20-6-2019 και ΕΠΔ -170/26-7-2019 παραγγελιών του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργήθηκε από κοινού και κατά μόνας εκ μέρους των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Ζαχαρή και Λάμπρου Σοφουλάκη ποινική προκαταρκτική εξέταση εις βάρος εμού προκειμένου να διακριβωθεί αν τελέσθηκαν τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα εγκλήματα της κατάχρησης εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος και πλημμελήματος, της παράβασης καθήκοντος και της ψευδούς βεβαίωσης. Μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης ανέκυψε διαφωνία μεταξύ των διενεργησάντων την προκαταρκτική εξέταση Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου ως προς την ουσιαστική ποινική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, που συνελέγη κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης.
Την 7/7/2020 ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Λάμπρος Σοφουλάκης υπέβαλε εκτενέστατο πόρισμα 275 σελίδων, με το οποίο – όπως προκύπτει και από τον τίτλο του (ΠΟΡΙΣΜΑ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ) – μετά από εξαντλητική ανάλυση και αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων αρχειοθετήθηκε η δικογραφία της ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης με την πλήρη εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την τέλεση των διευρενηθέντων αδικημάτων, διότι τόσο εγώ και οι συνάδελφοί μου κ.κ. Ντζούρας και Μανώλης ενεργήσαμε συννόμως εντός του πλαισίου των καθηκόντων μας κατά την εκ μέρους μας διερεύνηση της υπόθεσης Novartis.
Ο κ. Σοφουλάκης είχε με βάση τις παραγγελίες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το δικαίωμα να εκφέρει κατά μόνας τη δικαιοδοτική κρίση του ως προς την επάρκεια των ενδείξεων ενοχής για την άσκηση της ποινικής δίωξης, εφόσον αυτή απέκλινε από την αξιολόγηση του ετέρου Εισαγγελέως κου Ζαχαρή. Μόλις που χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου ως ομοιόβαθμοι δεν τελούν σε ιεραρχική σχέση μεταξύ τους ούτε μπορεί να θεωρηθεί η άποψη του ενός τυπικώς υπέρτερη της άποψης του άλλου. Η δικονομική συνέπεια της υποβολής του πορίσματος του κου Σοφουλάκη ήταν ότι την 7/7/2020 η σε βάρος μου ποινική δικογραφία προκαταρκτικής εξέτασης αρχειοθετήθηκε. Αυτό περαιτέρω σημαίνει ότι κατ’ άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ για να ανασυρθεί η σε βάρος μου δικογραφία από το αρχείο απαιτείται η εμφάνιση ή επίκληση νέων αποδεικτικών στοιχείων.
Εν τούτοις την 8/7/2020 , δηλαδή σε χρόνο που είχε ήδη αρχειοθετηθεί η σε βάρος μου ποινική δικογραφία από τον αρμόδιο προς τούτο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Σοφουλάκη, ο έτερος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κος Ζαχαρής υπέβαλε την ποινική προκαταρκτική δικογραφία στον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με την παραγγελία να ασκηθεί σε βάρος μου ποινική δίωξη εγκλήματα της κατάχρησης εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος και πλημμελήματος, της παράβασης καθήκοντος και της ψευδούς βεβαίωσης.
Η ως άνω παραγγελία για την άσκηση ποινικής δίωξης είναι δικονομικώς άκυρη για τους ακόλουθους λόγους:
Πρώτον δόθηκε σε χρόνο κατά τον οποίον είχε ήδη αρχειοθετηθεί από τον κ. Σοφουλάκη η σε βάρος ποινική προκαταρκτική δικογραφία και έτσι δημιουργήθηκε το δικονομικώς οξύμωρο να ζητείται η ποινική δίωξη μου για πράξεις, για τις οποίες είχε ήδη κριθεί από τον καθ’ ύλην αρμόδιο έτερο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες για την κίνηση της ποινικής δίωξης επαρκείς ενδείξεις ενοχής μου.
Δεύτερον μετά τη συννόμως και αρμοδίως αρχειοθέτηση της σε βάρος μου ποινικής δικογραφίας η ανάσυρσή της από το αρχείο είναι δυνατή σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ μόνο με την επίκληση νέων στοιχείων. Στο πόρισμα του κου Ζαχαρή δεν παρατίθεται κανένα νέο στοιχείο, που να μην έχει ληφθεί από τον κ. Σοφουλάκη, μάλλον το αντίθετο ισχύει αν κανείς συγκρίνει τον όγκο των δύο πορισμάτων.
Τρίτο, σύμφωνα με την παραγγελία του Εισαγγελέα του ΑΠ δεν ετίθετο ζήτημα έγκρισης του πορίσματος επί παραγγελθείσας προκαταρκτικής εξέτασης σε βάρος εμού και των συνεργατών μου από τον ίδιο ως είχε δικαίωμα και συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις. Στην περίπτωση αυτή θα ευσταθούσε ο ισχυρισμός ότι η έρευνα θα ολοκληρώνονταν άμα τη υποβολή και των δυο πορισμάτων αφού θα τελούσε υπό την τελική κρίση του Εισ. του ΑΠ. Αντιθέτως, δεδομένου ότι ενεργούσαν οι αντεισαγγελείς του ΑΠ άνευ του τελικού αυτού σταδίου και εφόσον η παραγγελία ήταν για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης είτε από κοινού είτε και κατά μόνας, αφού προηγήθηκε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης από τον αντεισαγγελέα του ΑΠ κ. Λ. Σοφουλάκη της παραγγελίας δίωξης του ομολόγου του κ. Ζαχαρή, τούτη έκλεινε οριστικώς την έρευνα έως την ανεύρεση τυχόν νεότερων στοιχείων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Εις. του ΑΠ δεν έλαβε θέση επί των πορισμάτων. Η επιχειρηματολογία ότι δεσμεύει η γνώμη του αρχαιοτέρου εισαγγελέα και ότι ο νεότερος απλώς συνεπικουρεί δεν ευσταθεί και τούτο προκύπτει αβίαστα από την παραγγελία του εισαγγελέως του ΑΠ που δεν ορίζει τον κ. Σοφουλακη ως επίκουρο αλλά και από το ότι δίνει σε έκαστο εξ’ αυτών τη δυνατότητα να ενεργεί κατά μόνας!!!! Κατά συνέπεια ακριβώς επειδή η εισαγγελία είναι μονοπρόσωπο όργανο η ενέργεια ενός εισαγγελέα δεσμεύει το σύνολο της εισαγγελίας εφόσον προηγήθηκε. Ήτοι ο κ. Σοφουλακης είχε αυθύπαρκτη και αυτόνομη συμμετοχή στην έρευνα αυτή και για το λόγο αυτό δεν υπέβαλε το πόρισμά του προς τον κ. Ζαχαρή και να κρίνει τελικώς εκείνος αλλά εξέδωσε οριστική κρίση! Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι ο ίδιος ο κ. Σοφουλάκης, στις σελίδες 2 και 3 του πορίσματός του, αναφέρει χαρακτηριστικά: «….Ενόψει δε της πρόσφατης με αρ.πρωτ. ΕΠ-Δ 35/30-4-2020 παραγγελίας του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αυτόνομου από μέρους ημών των ιδίων καθορισμού της περαιτέρω δικονομικής πορείας της υπόθεσης και μη υποβολής Πορίσματος προς αυτόν, παραθέτουμε εν συνεχεία, κατά μόνας, λόγω ανακύψασας μεταξύ μας διαφωνίας ως προς την επί της ουσίας αυτής έκφραση αντίθετων δικαιοδοτικών κρίσεων…», γεγονός που αποδεικνύει πέραν κάθε αμφιβολίας ότι δεν ενεργούσε ως επίκουρος του κ. Ζαχαρή. Από το ίδιο το με αριθμ. πρωτ. 5495/09.07.2020 έγγραφο των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Ευ. Ζαχαρή και Λ. Σοφουλάκη προκύπτει ότι το πόρισμα αρχειοθέτησης του κ. Σοφουλάκη έχει προγενέστερη ημερομηνία (07.07.2020) από την παραγγελία του κ. Ζαχαρή (08.07.2020) και ως εκ τούτου ο κ. Ζαχαρής ενήργησε επι ήδη αρχειοθετημένης δικογραφίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παραγγελία του κ. Ζαχαρή παραβιάζει τις διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης και συγκεκριμένα του άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, αφού ισοδυναμεί με ανάσυρση από το αρχείο χωρίς της επίκληση κανενός νέου στοιχείου. Η ακυρότητα της παραγγελίας του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου κου Ζαχαρή καθιστά άκυρη και την απολύτως εξαρτημένη εκτέλεση της ως άνω παραγγελίας από την Εισαγγελία Πλημ/κών Αθηνών με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος μου (άρθρο 176 παρ. 2).
Πληρεξούσιο και αντίκλητο διορίζω το δικηγόρο Αριστομένη Τζανετή, Α.Μ ΔΣΑ 15969, οδός Ασκληπιού αριθμ. 23 Αθήνα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΙΤΟΥΜΑΙ
Να κηρυχθεί άκυρη η ασκηθείσα σε βάρος μου ποινική δίωξη (ΑΒΜ ΔΚ 2020/37).
Αιτούμαι να λάβω αντίγραφο της εισαγγελικής πρότασης, που θα υποβληθεί στο Συμβούλιο Σας κατ’ άρθρο 138 παρ. 3 ΚΠΔ».
Διαβάστε και:
Μπαράζ δικαστικών ερευνών μετά τη δίωξη Τουλουπάκη για Novartis – Τα επόμενα βήματα της Δικαιοσύνης
Σε εισαγγελέα Εφετών προήχθη η Ελένη Ράικου
Στο βαθμό του εισαγγελέα Εφετών προήχθη σήμερα με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ) του Αρείου Πάγου η κυρία Ελένη Ράϊκου, πρώην επικεφαλής της εισαγγελίας Διαφθοράς.
Εκτός από την κυρία Ράικου στο βαθμό του Εισαγγελέα Εφετών προήχθησαν και τέσσερις ακόμη αντεισαγγελείς Εφετών.
Πρόκειται για τους: Ιωάννη Κούτρα, Βασιλική Βλάχου, Γεώργιο Τσιρώνη και Σταματίνα Περιμένη.
Μπαράζ δικαστικών ερευνών μετά τη δίωξη Τουλουπάκη για Novartis – Τα επόμενα βήματα της Δικαιοσύνης
«Τσουνάμι» δικαστικών ερευνών αλλά και μια βαρύτατη ποινική δίωξη εις βάρος της Ελένης Τουλουπάκη, «πυροδότησαν» τα δυο αντικρουόμενα πορίσματα των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή και Λάμπρου Σοφουλάκη κατόπιν έρευνας που αμφότεροι διενήργησαν για τους χειρισμούς της εισαγγελέως Διαφθοράς στην υπόθεση της Novartis.Τα δυο πορίσματα των ανώτατων εισαγγελικών λειτουργών διαβιβάστηκαν στον προϊστάμενο τις εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας Ευ. Ιωαννίδη, προκειμένου εκείνος να προχωρήσει στις δικές του ενέργειες, όπως και έγινε. Χθες από την εισαγγελία Πρωτοδικών ασκήθηκε δίωξη εις βάρος της κυρίας Τουλουπάκη για ένα κακούργημα και τέσσερα πλημμελήματα (όπως ζητούσε ο κ. Ζαχαρής) και παράλληλα διατάχθηκαν δυο ακόμη προκαταρκτικές έρευνες για άλλα πρόσωπα και ζητήματα (όπως ζητούσε ο κ. Σοφουλάκης).
Συγκεκριμένα, η πρώτη έρευνα που διατάχθηκε σύμφωνα με το πόρισμα του κ. Σοφουλάκη θα διενεργηθεί προκειμένου να διαπιστωθεί η τυχόν διάπραξη αδικημάτων (όπως για παράδειγμα ψευδορκία) από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή και την τέως επικεφαλής της εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένη Ράικου. Να σημειωθεί ότι ο κ. Αγγελής και η κυρία Ράικου είχαν καταθέσει ιδιαίτερα επιβαρυντικά στοιχεία για την κυρία Τουλουπάκη και τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο τόσο ενώπιον της προανακριτικής επιτροπής της Βουλής όσο και ενώπιον των δυο αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Επιπλέον, στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας θα ελεγχθεί ενδεχόμενο διάπραξης αντίστοιχων αδικημάτων, εκ μέρους του Νίκου Μανιαδάκη, του Κων. Φρουζή και του Ν. Μανία, που επίσης έχουν καταθέσει στις αρμόδιες αρχές.
Η δεύτερη έρευνα που θα χρεωθεί άλλος εισαγγελέας θα ξεκινήσει προκειμένου να «ψαχτούν» περαιτέρω συγκεκριμένες πράξεις που αναφέρονται στις μηνύσεις που είχαν καταθέσει εις βάρος της κυρίας Τουλουπάκη τα πολιτικά πρόσωπα που αρχικώς ενεπλάκησαν στην υπόθεση από την εισαγγελία Διαφθοράς και εν συνεχεία οι καταγγελίες για αυτούς αρχειοθετήθηκαν. Μεταξύ αυτών οι Αντ. Σαμαράς, Δημήτρης Αβραμόπουλος και Ευ. Βενιζέλος. Πρόκειται για πράξεις που αφορούν στους χειρισμούς της κυρίας Τουλουπάκη στην υπόθεση της Novartis τις οποίες οι δυο αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου δεν πρόλαβαν να ερευνήσουν.
Τι έρχεται
Μετά την άσκηση δίωξης εις βάρος της κυρίας Τουλουπάκη– δίωξη που ή ίδια δήλωσε ότι θα προσφύγει αρμοδίως για να ακυρώσει – αναμένεται να κινηθεί η διαδικασία ώστε η ίδια να τεθεί εκτός της εισαγγελίας Διαφθοράς. Η διαδικασία προβλέπει πως ο υπουργός Δικαιοσύνης αποστέλλει ερώτημα στο 11μελές Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (ΑΔΣ) του Αρείου Πάγου για να τεθεί σε προσωρινή αργία η επικεφαλής της εισαγγελίας Διαφθοράς μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Να σημειωθεί πως το ΑΔΣ είναι το μόνο αρμόδιο όργανο να κρίνει το θέμα. Ακόμη, αναμένεται να ξεκινήσει και πειθαρχικός έλεγχος για την κυρία Τουλουπάκη από τους αρμόδιους ιεραρχικά ανώτερους της δικαστές.

