Η κυβέρνηση εξαφανίστηκε, ο υπουργός Επικρατείας ανέλαβε την επικοινωνιακή «πυρόσβεση» και η πραγματικότητα… κάηκε μαζί με τις μαθηματικές αλχημείες.
Γράφει ο Αρχικοριός
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση να νοσταλγεί τις ημέρες που απλώς… δεν μιλούσε, αυτός είναι ο Άκης Σκέρτσος.
Τις τελευταίες εβδομάδες το Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται να έχει ανακαλύψει μια νέα, πρωτοποριακή μέθοδο διακυβέρνησης: αφήνεις τον πρωθυπουργό και τους συνεργάτες του να απολαμβάνουν τις καλοκαιρινές τους βουτιές και δίνεις το μικρόφωνο στον υπουργό Επικρατείας.
Και κάπως έτσι, την ώρα που η Ελλάδα μετρά καμένες περιουσίες, αγωνία, καταστροφές και μια κοινωνία που παλεύει με την ακρίβεια, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι οι φωτιές.
Είναι… οι αριθμοί.
Και ποιος καλύτερος για να τους «τακτοποιήσει» από τον Άκη Σκέρτσο;
Όταν καίγεται η χώρα, ας μιλήσουμε για ποσοστά
Η νέα κυβερνητική σχολή επικοινωνίας είναι απλή: αν η εικόνα είναι κακή, αλλάζουμε τον τρόπο με τον οποίο τη μετράμε.
Κάηκε η Χαλκιδική; Μην κοιτάτε τη ζημιά. Κοιτάξτε το ποσοστό.
Ένα τοις εκατό εδώ, ένα τοις εκατό εκεί, και ξαφνικά η καταστροφή μετατρέπεται σε… σχεδόν επιτυχία.
Το μόνο που μένει είναι να μας πουν ότι, εφόσον κάηκε μόλις το 1% μιας περιοχής, το υπόλοιπο 99% θα πρέπει να αισθάνεται ευγνωμοσύνη.
Αυτή είναι η λογική των μαθηματικών αλχημειών: Δεν έχει σημασία τι βλέπει ο πολίτης μπροστά του. Σημασία έχει πώς θα το παρουσιάσει το κυβερνητικό PowerPoint.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο εκπληκτικό επιχείρημα ότι η φωτιά στη Χαλκιδική δεν είναι και τόσο μεγάλη ζημιά επειδή το ποσοστό είναι μικρότερο από αυτό που είχε καταγραφεί το 2006.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια. Το 2006 πρωθυπουργός ήταν ο Κώστας Καραμανλής.
Δηλαδή, στην προσπάθεια να αποδείξει πόσο… καλά τα πηγαίνει η σημερινή κυβέρνηση, ο Σκέρτσος αποφάσισε να βάλει στο κάδρο και τη Νέα Δημοκρατία του 2006.
Εξαιρετική επιλογή.
Αν συνεχίσει έτσι, σε λίγο θα αναζητήσει ευθύνες και στην κυβέρνηση του 1990.
Το νέο κυβερνητικό success story: «Κάηκε μόνο το 1%»
Εδώ πλέον η πολιτική επικοινωνία περνά σε άλλο επίπεδο.
Δεν πανηγυρίζει κανείς επειδή δεν κάηκε τίποτα. Πανηγυρίζει επειδή κάηκε λιγότερο.
Αν αυτό είναι το νέο μέτρο κυβερνητικής επιτυχίας, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματικά επαναστατική αλλαγή.
Δεν θα μετράμε πλέον πόσα σπίτια σώθηκαν. Θα μετράμε πόσα περισσότερα θα μπορούσαν να είχαν καεί.
Δεν θα μετράμε πόσες περιουσίες καταστράφηκαν. Θα μετράμε πόσες γλίτωσαν.
Και στο τέλος θα βγαίνει η κυβέρνηση να μας ανακοινώνει ότι «η κατάσταση είναι καλύτερη από το 2007».
Μόνο που ο πολίτης που βλέπει την περιουσία του να καταστρέφεται δεν έχει ιδιαίτερη διάθεση να συμμετάσχει σε αυτή τη στατιστική άσκηση.
Για εκείνον, το σπίτι του δεν είναι 0,0001% της ελληνικής επικράτειας. Είναι το σπίτι του.
Και μετά ήρθαν οι… πλούσιοι Έλληνες
Αλλά ο Άκης Σκέρτσος δεν περιορίστηκε στις φωτιές. Έπιασε και την οικονομία.
Εκεί όπου η ακρίβεια έχει γίνει καθημερινός εφιάλτης, όπου οι μισθοί τελειώνουν πολύ πριν τελειώσει ο μήνας και όπου εκατομμύρια πολίτες κάνουν λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ πριν αποφασίσουν τι θα αφήσουν πίσω στο ράφι, πληροφορηθήκαμε ότι οι Έλληνες έχουν… τεράστιες καταθέσεις.
Κάπου εδώ ο μέσος Έλληνας πιθανότατα κοίταξε τον λογαριασμό του στην τράπεζα για να βεβαιωθεί ότι μιλάμε για την ίδια χώρα.
Γιατί άλλο η Ελλάδα των κυβερνητικών παρουσιάσεων και άλλο η Ελλάδα του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Άλλη η Ελλάδα των συνολικών καταθέσεων και άλλη η Ελλάδα του πολίτη που βλέπει τον λογαριασμό του να αδειάζει κάθε μήνα.
Το επιχείρημα «οι Έλληνες έχουν λεφτά στις τράπεζες» είναι περίπου σαν να λέμε ότι η Ελλάδα είναι πλούσια επειδή υπάρχουν εφοπλιστές.
Στα χαρτιά μπορεί να βγαίνει. Στο σούπερ μάρκετ, όμως, η θεωρία δυσκολεύεται λίγο.
Το πρόβλημα του Μαξίμου δεν είναι μόνο ο Σκέρτσος – Είναι ότι τον αφήνει να μιλάει
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό. Το ζήτημα είναι πολιτικό.
Ποιος αποφασίζει ότι σε μια περίοδο πυρκαγιών, ακρίβειας και κοινωνικής πίεσης ο καταλληλότερος άνθρωπος για να βγαίνει μπροστά είναι ένας υπουργός που έχει καταφέρει να γίνει κόκκινο πανί για σημαντικό κομμάτι της δεξιάς βάσης;
Ποιος αποφασίζει ότι αντί για καθαρή πολιτική απάντηση χρειάζονται συγκρίσεις ποσοστών, καταθέσεις και στατιστικές;
Και κυρίως: Ποιος πιστεύει ότι αυτό βοηθά τη Νέα Δημοκρατία;
Γιατί η πολιτική επικοινωνία έχει ένα βασικό κανόνα: Δεν αρκεί να έχεις επιχειρήματα.
Πρέπει να ξέρεις και πότε να τα χρησιμοποιείς.
Και όταν ο κόσμος βλέπει φωτιές, ακρίβεια και ανασφάλεια, το τελευταίο πράγμα που θέλει να ακούσει είναι ότι «στατιστικά» η κατάσταση είναι καλύτερη.
Ο Σκέρτσος ως κόκκινο πανί της δεξιάς
Ο υπουργός Επικρατείας κουβαλά ήδη ένα σημαντικό πολιτικό φορτίο.
Για ένα τμήμα της παραδοσιακής δεξιάς θεωρείται ξένο σώμα. Ένα πρόσωπο που δεν εκφράζει την ιδεολογική και πολιτική παράδοση της παράταξης και στο οποίο χρεώνονται επιλογές που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις.
Και εδώ δεν χρειάζεται να πάμε πολύ μακριά.
Αρκεί να θυμηθούμε την υπόθεση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών και το πολιτικό κόστος που προκάλεσε στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Αρκεί επίσης να θυμηθούμε το περίφημο ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, μια υπόθεση που προκάλεσε αναταράξεις στην κοινοβουλευτική ομάδα και έδειξε πόσο εύκολα μια «τεχνική» κυβερνητική επιλογή μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική κρίση.
Όλα αυτά δεν τα ξεχνά η κομματική βάση επειδή πέρασε ο καιρός.
Και σίγουρα δεν τα ξεχνά επειδή ο υπουργός βγαίνει τώρα στην τηλεόραση και εξηγεί ότι το 1% είναι καλύτερο από το 25%.
Η μεγάλη απορία: γιατί τον βγάζουν μπροστά;
Εδώ είναι που πραγματικά σηκώνει τα χέρια ψηλά κανείς.
Το Μέγαρο Μαξίμου έχει στη διάθεσή του υπουργούς, βουλευτές, κυβερνητικά στελέχη και ένα ολόκληρο επικοινωνιακό επιτελείο.
Κι όμως, επιλέγει να αφήνει τον Σκέρτσο να σηκώνει το βάρος της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Δηλαδή, όταν η κυβέρνηση χρειάζεται να πείσει την κοινωνία, βάζει μπροστά έναν άνθρωπο που ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής και κομματικής της βάσης ήδη αντιμετωπίζει με καχυποψία.
Είναι σαν να έχεις μια φωτιά και να αποφασίζεις ότι το καλύτερο πυροσβεστικό μέσο είναι… βενζίνη.
Επικοινωνιακά, πάντως, είναι συνεπές με τη γενικότερη στρατηγική.
Το Μαξίμου λείπει, ο Σκέρτσος απαντά
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι η εικόνα της απουσίας.
Την ώρα που η χώρα αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις, το Μέγαρο Μαξίμου μοιάζει να έχει κατεβάσει ρολά για καλοκαίρι.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απολαμβάνει τις καλοκαιρινές του στιγμές και η κυβέρνηση μοιάζει να λειτουργεί με αυτόματο πιλότο.
Μόνο που η κοινωνία δεν λειτουργεί με αυτόματο πιλότο.
Ο πολίτης δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει διακοπές από την ακρίβεια.
Ούτε οι άνθρωποι που βλέπουν τις περιουσίες τους να κινδυνεύουν μπορούν να κάνουν διακοπές από την αγωνία.
Και όταν η πολιτική ηγεσία δεν βρίσκεται μπροστά, κάποιος πρέπει να μιλήσει.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλά ο Σκέρτσος.
Και κάθε φορά που μιλά, το Μαξίμου μοιάζει να αποκτά ένα καινούργιο πρόβλημα.
Από την επικοινωνία στην αυτοϋπονόμευση
Το πραγματικό πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι ότι ο Σκέρτσος κάνει λάθη στην επικοινωνία.
Είναι ότι το ίδιο το Μαξίμου φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται το πολιτικό κόστος της επιλογής του.
Γιατί όσο περισσότερο η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει ότι ο πολίτης «δεν καταλαβαίνει» τα πραγματικά μεγέθη, τόσο περισσότερο ο πολίτης αισθάνεται ότι τον κοροϊδεύουν.
Όταν του λες ότι έχει μεγάλες καταθέσεις ενώ εκείνος μετράει τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα, θυμώνει.
Όταν του λες ότι η φωτιά δεν είναι μεγάλη επειδή κάηκε μικρότερο ποσοστό από το 2006, ενώ εκείνος βλέπει στάχτη, θυμώνει περισσότερο.
Και όταν του ζητάς να πιστέψει ότι όλα πάνε καλά, ενώ η καθημερινότητά του λέει το αντίθετο, τότε η πολιτική επικοινωνία παύει να είναι επικοινωνία.
Γίνεται πρόκληση.
Το 20% δεν είναι μακριά όταν χάνεις την επαφή με τη βάση
Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να διαθέτει ακόμη σημαντικά αποθέματα πολιτικής αντοχής.
Όμως καμία κυβέρνηση δεν είναι άτρωτη.
Και ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η στιγμή που ένα κόμμα αρχίζει να χάνει την επαφή με το ακροατήριο που θεωρούσε δεδομένο.
Η δεξιά βάση μπορεί να συγχωρήσει λάθη.
Μπορεί να συγχωρήσει καθυστερήσεις.
Μπορεί ακόμη και να δεχθεί δύσκολες αποφάσεις.
Αυτό που δύσκολα συγχωρεί είναι να αισθάνεται ότι την αντιμετωπίζουν σαν να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει γύρω της.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη παγίδα για το Μαξίμου.
Αν συνεχιστεί αυτή η εικόνα, με τον Σκέρτσο να βγαίνει μπροστά για να εξηγεί την πραγματικότητα με ποσοστά και αλχημείες, υπάρχει κίνδυνος η κυβέρνηση να καταλήξει να συζητά όχι για το πώς θα ανακτήσει την κοινωνική της επιρροή, αλλά για το πόσο ακόμη μπορεί να πέσει.
Γιατί το πολιτικό βαρόμετρο δεν μετρά μόνο ψήφους.
Μετρά και θυμό. Και ο θυμός δεν αποτυπώνεται πάντα έγκαιρα στις δημοσκοπήσεις.
Η Ελλάδα καίγεται, αλλά στο Μαξίμου μετράνε δεκαδικά
Τελικά, ίσως αυτή να είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα της σημερινής κυβέρνησης:
Η κοινωνία κοιτάζει τη φωτιά. Το Μαξίμου κοιτάζει το ποσοστό.
Η κοινωνία κοιτάζει το πορτοφόλι. Το Μαξίμου κοιτάζει τις καταθέσεις.
Η κοινωνία ζητά λύσεις. Ο Σκέρτσος δίνει εξηγήσεις.
Και κάπου ανάμεσα στα ποσοστά, στα στατιστικά και στις κυβερνητικές παρουσιάσεις χάνεται το βασικότερο πράγμα στην πολιτική: η αίσθηση της πραγματικότητας.
Γιατί μπορείς να πεις ότι κάηκε το 1%.
Μπορείς να πεις ότι το 25% του 2006 ήταν περισσότερο.
Μπορείς να πεις ότι οι Έλληνες έχουν καταθέσεις.
Μπορείς να κάνεις όση αριθμητική θέλεις.
Υπάρχει όμως ένας αριθμός που δεν ελέγχει κανένα κυβερνητικό Excel: Η οργή του πολίτη.
Και αυτή, όσο κι αν προσπαθήσεις να τη διαιρέσεις, να την πολλαπλασιάσεις ή να την παρουσιάσεις σε ποσοστά, παραμένει ολόκληρη.
Και κάποια στιγμή, ο λογαριασμός έρχεται.
Χωρίς μαθηματικές αλχημείες.

