Επανάσταση 1821: Ευστράτιος Πίσσας – Ο Μικρασιάτης αγωνιστής (απομνημονεύματα – 1ο απόσπασμα)

Εισαγωγή: Το έργο «Στρατηγού Ευστράτιου Πίσσα – Απομνημονεύματα 1821» αφορά τα απομνημονεύματα του στρατηγού Ευστρατίου Πίσσα, ο οποίος συμμετείχε ως αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 και αξιωματικός του τακτικού στρατού. Μέσα από τα γραπτά αυτά αφηγείται με λιτό αλλά ουσιαστικό τρόπο τις συνταρακτικές εμπειρίες του από τη συμμετοχή του στον Αγώνα σε διάφορες επαναστατημένες περιοχές.
Από τις Κυδωνίες –όπου έχουμε μια Μικρασιατική Καταστροφή 100 χρόνια πριν από το 1922- στην Πελοπόννησο και από κει στην Κρήτη και στη συνέχεια, στην Αθήνα. Ο Πίσσας, ο οποίος καταγόταν από τις Κυδωνίες (σημ. Αϊβαλή), δεν υπήρξε ο μοναδικός Μικρασιάτης που πολέμησε για την ελευθερία της Ελλάδας. Μαζί μ’ αυτόν συμμετείχαν χιλιάδες αγωνιστές από την Μικρά Ασία. Η μαρτυρία του Πίσσα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διότι παρουσιάζει τη ματιά των ανδρών των τακτικών σωμάτων της Επανάστασης του 1821, οι οποίοι άνηκαν στο λεγόμενο κυβερνητικό στρατόπεδο. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, παρατίθενται ενδιαφέροντα συμπληρωματικά-υποστηρικτικά κείμενα της διήγησης Πίσσα, όπως το διασωσμένο απόσπασμα του Ζαχαρία Πρακτικίδη για την αρχή της επανάστασης στην Κρήτη. Παρατίθενται ακόμη, έγγραφα από διάφορους φακέλους των Γενικών Αρχείων του Κράτους, που ενισχύουν και φωτίζουν από άλλες πλευρές τα απομνημονεύματα Πίσσα.
Ο Εκδοτικός Οίκος Historical Quest και ο Γιώργος Πύργαρης ανασύρουν από την αχλή του χρόνου, 150 χρόνια μετά τη συγγραφή τους, τα απομνημονεύματα του Έλληνα αγωνιστή και δίνουν ξανά ζωή στις αναμνήσεις του και ρίχνουν φως στις σκέψεις και στις εμπειρίες του. Η φωνή του εξακολουθεί να είναι επίκαιρη και δυνατή.
Αποβίβαση Αιγυπτιακού στρατού στη Κρήτη- Μάχες στη Σούδα
Από τα διασωθέντα λείψανα του τακτικού στρατού, σχηματίσθηκε μετά από αυτό ένας λόχος, διοικητής του οποίου διορίστηκα εγώ από τον κύριο Αφεντούλιεφ, ο οποίος μετά τον θάνατο του αρχηγού Μπαλέστρα ανέλαβε την στρατιωτική και κυβερνητική διοίκηση. Ταυτόχρονα προσκαλέστηκα από τον Αρμοστή και πήγα με τον λόχο μου στον Αποκόρωνα στο χωριό Τζιτζιφέ για να αποτελέσω την φρουρά του. Τον διορισμό τούτον του τακτικού σώματος από τον διοικητή, δεν είδαν με καλό μάτι οι Σφακιανοί και πρότειναν αργότερα την αντικατάσταση μας, με άλλα εγχώρια σώματα. Ωστόσο, εμείς για αρκετό χρόνο κάναμε το καθήκον μας, εκτελώντας τίμια την υπηρεσία μας, απολαμβάνοντας την υπόληψη και τον σεβασμό όλων.
Στον Αποκόρωνα συγκεντρώθηκε αργότερα όλος ο ελληνικός στρατός και ελήφθησαν τα δέοντα μέτρα για την απόκρουση του πρώτου τμήματος του Αιγυπτιακού στρατού που έφτανε τότε στη Κρήτη, διοικούμενου από τον Χασάν Πασά. Με την άφιξή μας στον Αποκόρωνα, είδαμε από μακριά 80 Αιγυπτιακά πλοία, που μετέφεραν 7.000 περίπου Αιγύπτιους. Κατόπιν τούτων ήλθαν και άλλα μεταφέροντας κι άλλους στρατιώτες και πολεμοφόδια. Το σύνολο της επικουρίας των Αιγυπτίων τότε προς τους Τούρκους της Κρήτης, ήταν 17.000 άνδρες περίπου. Εμείς, βλέποντας τα εχθρικά πλοία να προσαράζουν στο λιμάνι της Σούδας, πλησιάσαμε στο χωριό Μαλάξα για να δούμε καλύτερα. Το χωριό είναι σε απόσταση μιας περίπου ώρας από την Σούδα και η θέση του πολύ οχυρή καθότι ορεινή, γι’ αυτό και επιλέξαμε αυτήν προς απόκρουση του εχθρού.
Αφότου οι εχθροί έφθασαν στο λιμάνι, επί 24 ώρες παρέμειναν στα πλοία χωρίς να κάνουν τίποτα. Την επομένη του προσορμισμού οι κινήσεις τους έδειχναν, πως προετοιμάζονται για απόβαση. Γι’ αυτό, κατεβήκαμε λάθρα στη παραλία. Πλησιάζοντας το μέρος της απόβασης, τοποθετηθήκαμε παραταγμένοι σε Σώματα στις διάφορες παράλιες θέσεις και κρυμμένοι από τους παρακείμενους βράχους, περιμέναμε με ανυπομονησία την κατάλληλη στιγμή να επιτεθούμε επιτυχώς κατά των εχθρών και να εμποδίσουμε την απόβασή τους σε οποιοδήποτε μέρος λάμβανε αυτή χώρα. Προεξείχε δε τότε από όλο το στρατό μας, ο οπλαρχηγός Σαφάκας ο Ριζίνης (δηλαδή ο εκ Ριζών και Λάκων των Χανίων) ο οποίος ήταν και ο επικεφαλής όλου του τμήματος των Σφακιών. Μετά από λίγο, πάνω από 100 λέμβοι άρχισαν να μεταφέρουν στη παραλία Τσουκαλαριά καλούμενη (εκ της κατασκευής πήλινων αγγείων) τον στρατό από τα διάφορα πλοία. Μόλις αυτοί πατούσαν την παραλία και άρχιζαν να ανεβαίνουν σε αυτήν, αφού συγκεντρωθήκαμε όλοι μετά τους πρώτους πυροβολισμούς από τις διάφορες θέσεις μας προς το μέρος της απόβασης, επιτεθήκαμε ξαφνικά με ορμή εναντίον τους. Το πυρ το δικό μας χτύπησε από παντού όσους αποπειράθηκαν έξοδο. Η επίθεση αυτή κατά των Οθωμανών ήταν επιτυχής, επειδή τα ελλιμενισμένα τους πλοία ήταν τόσο μακριά που δεν μπορούσαν να μας βλάψουν με τα τηλεβόλα τους. Οι σφαίρες τους δεν έφταναν μέχρι εμάς. Συνάψαμε δε τότε μάχη πεισματώδη στην οποία, οι Αιγύπτιοι στις λέμβους πολλές φορές κατ’ επανάληψη αποπειράθηκαν να κάνουν απόβαση στη ξηρά. Μερικοί από αυτούς εγκατέλειπαν τις λέμβους και έπεφταν στην θάλασσα για να πετύχουν το σκοπό τους αλλά μάταια. Και αφού με όλους τους τρόπους αποπειράθηκαν να βγουν στην στεριά κι αφού επί έξι ώρες άντεξαν κρατερώς μαχόμενοι, αναγκάστηκαν στο τέλος να οπισθοχωρήσουν αφήνοντας πάνω από 500 νεκρούς και τραυματίες στη παραλία και στη θάλασσα. Η μάχη αυτή ενθάρρυνε αρκετά τον ελληνικό στρατό, τον ωφέλησε μάλιστα γιατί εξόπλισε με τα λάφυρα πολλούς Κρήτες, που μέχρι την ημέρα εκείνη ήταν άοπλοι. Μεταξύ των άλλων και 17 Λακιώτες πολύ γνωστούς μου, οι οποίοι ήταν άοπλοι εντελώς πριν τη μάχη και βρέθηκαν κάλλιστα εξοπλισμένοι μετά απ’ αυτήν.
Την επαύριον αυτής της μάχης, οι Αιγύπτιοι αφού πλησίασαν με τον στόλο τους περισσότερο την παραλία, άρχισαν αμέσως να επιχειρούν νέα απόβαση στο νησί. Με την δύναμη των τηλεβόλων και τον πολυβόλων που μπορούσαν πια να μας προσβάλλουν πάνω από τα πλοία, κατόρθωσαν να μας απομακρύνουν αρκετά από την παραλία καθώς δεν μπορούσαμε να παραμείνουμε πολύ στο πεδινό και ακάλυπτο αυτό τμήμα. Ακόμη και σ’ αυτήν την δυσχερή θέση, δεν μείναμε εντελώς άπρακτοι, αλλά επί τέσσερις ολόκληρες ώρες αγωνισθήκαμε, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια, για την απόκρουση της απόβασης του εχθρού και αποδεκατίσαμε αρκετούς Αιγύπτιους. Έπεσαν κατά την τετράωρη αυτή μάχη, πάνω από 200 από αυτούς. Ωστόσο, αφού ολοκληρώθηκε η απόβασή τους, αναγκαστήκαμε να οπισθοχωρήσουμε. Κατασκήνωσαν οι Αιγύπτιοι, στο χωριό Τσουκαλαριά, που απέχει μισή ώρα περίπου από τα Χανιά, και ο ελληνικός στρατός αποσύρθηκε ψηλότερα στα χωριά Νεροκούρου και Μουρνιές, που βρίσκονται λίγο κάτω από την Μαλάξα. Μετά την κατασκήνωση των Αιγυπτίων, δεν πάψαμε διόλου να τους παρενοχλούμε, εφορμώντας κάθε τόσο και απρόοπτα, φονεύοντας και αιχμαλωτίζοντας πολλούς από αυτούς. Τις εφόδους αυτές, τις κάναμε συνήθως την νύκτα –εξ’ αιτίας του μικρού αριθμού μας- και εφορμούσαμε είτε όλοι μαζί σαν ένα Σώμα, είτε κατά ομάδες συνεννοούμενοι μεταξύ μας από τα διάφορα Σώματα. Επιθέσεις κάναμε ενίοτε και την ημέρα. Κρυβόμασταν στους νερόμυλους που βρίσκονταν εκεί κοντά και τους αρπάζαμε τις τροφές και τα εφόδια, παρενοχλώντας και βλάπτοντάς τους με πολλούς τρόπους. Μετά από τριήμερη ανάπαυση, ο Αιγυπτιακός στρατός, ενώθηκε με τον Τουρκικό που βρισκόταν στα Χανιά και αυτό το κατόρθωσε ανεμπόδιστα, λόγω της μικρής μεταξύ τους απόστασης, του πεδινού της απόστασης αυτής, αλλά και του μικρού αριθμού του ελληνικού στρατού που δεν μπορούσε να αντιτάξει σπουδαίο εμπόδιο. Όταν συνενώθηκαν, αποφάσισαν να έρθουν σε οριστική μάχη εναντίον μας, γι’ αυτό και από το πρωί της τέταρτης ημέρας, άρχισαν τις επιθέσεις.
*Ο Γιώργος Πύργαρης είναι συγγραφέας, ιστορικός, ερευνητής. Επικοινωνήστε μαζί του στο https://www.facebook.com/profile.php?id=1072712774

Μοιραστείτε το:

Share on facebook
Share on twitter
Share on whatsapp

Aκολουθήστε το lawandorder.gr στο Google News για να ενημερώνεστε για όλες τις ειδήσεις

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Κρίσεις 2022

Διαβάστε όλα τα άρθρα εδώ ➜

Κατηγορίες