Ως λειτουργοί των Σωμάτων Ασφαλείας (Αστυνομία, Πυροσβεστικό Σώμα, Λιμενικό Σώμα), οι επαγγελματίες -Ένστολοι Δημόσιοι Λειτουργοί- βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της εφαρμογής του νόμου, της προστασίας των πολιτών και της διαφύλαξης της δημόσιας τάξης.
Η φύση του λειτουργήματος αυτού εμπεριέχει αναπόφευκτα υψηλό βαθμό επικινδυνότητας, εντάσεως και υπηρεσιακής πίεσης.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η ελληνική έννομη τάξη έχει θεσπίσει ειδικές εγγυήσεις, ώστε οι πράξεις που τελούνται κατά την εκπλήρωση του καθήκοντος να αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη δικονομική ισορροπία.
Μια από τις σημαντικότερες διατάξεις προς αυτή την κατεύθυνση είναι το άρθρο 19 του Ν. 4058/2012, το οποίο ρυθμίζει την εξαίρεση των υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας από την αυτόφωρη διαδικασία για αδικήματα που διώκονται κατ’ έγκληση.
Τι προβλέπει το Άρθρο 19 του Ν. 4058/2012
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19 του Ν. 4058/2012, για τους αστυνομικούς, τους πυροσβέστες και τους λιμενικούς, δεν έχουν εφαρμογή οι σχετικές διατάξεις για την αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον πρόκειται για αδικήματα -πλημμελήματα- που φέρεται να διαπράχθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και διώκονται κατ’ έγκληση.
Ειδικότερα, οι δημόσιοι αυτοί λειτουργοί εξαιρούνται ρητά από τις διατάξεις των άρθρων 275, 409, 413, 417 και 429 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) που αφορούν:
- Τη σύλληψη υπόπτων και κατηγορουμένων σε περίπτωση αυτοφώρου.
- Την παραπομπή στο ακροατήριο με την αυτόφωρη διαδικασία.
- Τις συνέπειες και τα μέτρα περιορισμού της ελευθερίας που συνεπάγεται η ενεργοποίηση του αυτοφώρου.
Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στο να αποτραπεί η καταχρηστική ή άμεση ποινική διακινδύνευση του προσωπικού των Σωμάτων Ασφαλείας την ώρα που ασκεί τα καθήκοντά του, διασφαλίζοντας ότι η αξιολόγηση των πράξεών τους γίνεται με νηφαλιότητα και όχι εν θερμώ μέσω της ταχύτατης αυτόφωρης διαδικασίας.
Η διαρκής διατεταγμένη υπηρεσία και η ετοιμότητα του προσωπικού
Οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και το προσωπικό της τελούν σε διαρκή ετοιμότητα για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών.
Το ένστολο προσωπικό θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία, σε κάθε περίπτωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβασή του.
Η πρακτική διάσταση: Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ακόμη και αν ένας αστυνομικός βρίσκεται εκτός του προγραμματισμένου του ωραρίου (off-duty), εάν προκύψει έκτακτη ανάγκη (π.χ. τέλεση αδικήματος, κίνδυνος ζωής) και παρέμβει για να επιβάλει την τάξη ή να προστατεύσει τον πολίτη, η παρέμβασή του αυτή αναγνωρίζεται νομικά ως εκτέλεση καθήκοντος (διατεταγμένη υπηρεσία).
Το καθεστώς αυτό ερείδεται σε διαχρονικές και σύγχρονες νομοθετικές προβλέψεις:
- Τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 1481/1984.
- Τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2800/2000
- Τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 4249/2014.
- Τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 5187/2025.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο αστυνομικός δεν παύει να φέρει την ιδιότητα και την ευθύνη του λειτουργού της τάξης ούτε εκτός υπηρεσιακού ωραρίου, εφόσον κληθεί ή παραστεί έκτακτη ανάγκη να επέμβει για την αποτροπή εγκλήματος ή την προστασία του πολίτη και θεωρείται πάντοτε σε άντρες τις περιπτώσεις ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία.
Η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή: Συνδυασμός ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου
Είναι απολύτως κρίσιμο να τονιστεί ότι η ιδιότητα του αστυνομικού ως ευρισκόμενου διαρκώς σε διατεταγμένη υπηρεσία πρέπει σε κάθε περίπτωση να συνδυάζεται αρμονικά με την ανωτέρω δικονομική εγγύηση του άρθρου 19 του Ν. 4058/2012.
Καθώς η διάταξη του άρθρου 19 του Ν. 4058/2012 αποτελεί Πηγή Δικαίου και ειδικότερη διάταξη Ποινικής Δικονομίας, έχει πάντοτε πλήρη και δεσμευτική εφαρμογή.
Οποιαδήποτε υπηρεσιακή ενέργεια ή παρέμβαση πραγματοποιείται από αστυνομικό –ακόμη και εκτός τυπικής υπηρεσίας, λόγω της υποχρέωσης άμεσης επέμβασης– εφόσον συνδέεται με την άσκηση καθηκόντων και αφορά αδίκημα διωκόμενο κατ’ έγκληση, εμπίπτει αδιαπραγμάτευτα στην προστασία της μη εφαρμογής της αυτόφωρης διαδικασίας.
Συμπέρασμα
Η προστασία των Σωμάτων Ασφαλείας δεν αποτελεί προνόμιο ασυλίας, αλλά αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο στην ευθύνη και τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν καθημερινά οι άνδρες και οι γυναίκες αυτών των σωμάτων.
Η ορθή γνώση και εφαρμογή του συνδυασμού των διατάξεων:
- Κυρίως του άρθρου 19 του Ν. 4058/2012, σε συνδυασμό βέβαια με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 1481/1984, όπως επανατυπώθηκε μεταγενέστερα στις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2800/2000 και επαναλήφθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 4249/2014 και τελευταία ισχύει με βάση το άρθρο 6 του Ν. 5187/2025, αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την εύρυθμη λειτουργία του κράτους δικαίου και την κατοχύρωση της νομιμότητας κατά την άσκηση των καθηκόντων όλων των Αστυνομικών
Γράφει ο Θεόφιλος Παπαδάκης, Αστυνόμος Α’, Αστυνομικός Συνδικαλιστής

