Εγκληματική οργάνωση που χρησιμοποιούσε εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για να κλωνοποιεί τις φωνές συγγενών των θυμάτων και να πραγματοποιεί τηλεφωνικές απάτες εξάρθρωσε η Ελληνική Αστυνομία. Με τη χρήση της τεχνολογίας, οι δράστες έκαναν την απάτη πιο πειστική, ενώ η συνολική λεία από τη δράση τους εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1 εκατ. ευρώ.
Για την υπόθεση συνελήφθησαν δύο «εισπράκτορες» της οργάνωσης, ένας 23χρονος και ένας 25χρονος, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερα άτομα, από τα οποία τα τρία έχουν ταυτοποιηθεί.
Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, η εγκληματική οργάνωση διέθετε διακριτή εσωτερική δομή, με μέλη που είχαν αναλάβει διευθυντικούς ρόλους, καθώς και «τηλεφωνητές» και «εισπράκτορες».
Οι «τηλεφωνητές» εντόπιζαν υποψήφια θύματα και επικοινωνούσαν μαζί τους, προσποιούμενοι, μεταξύ άλλων, υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας ή εταιρειών οπτικών ινών.
Αρχικά έπειθαν τα θύματα να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, κυρίως με πρόσχημα την εγκατάσταση οπτικής ίνας. Όταν εκείνα εξέφραζαν αμφιβολίες, τους ζητούσαν να επικοινωνήσουν με συγγενικό ή άλλο οικείο πρόσωπο για να επιβεβαιώσει δήθεν τη διαδικασία.
Στη συνέχεια αποκτούσαν τον αριθμό τηλεφώνου του συγγενή και επικοινωνούσαν μαζί του, προσποιούμενοι ότι εκπροσωπούν εταιρεία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Κατά τη σύντομη συνομιλία αποκτούσαν δείγμα της φωνής του.
Με τη χρήση εργαλείου Τεχνητής Νοημοσύνης κλωνοποιούσαν τα χαρακτηριστικά της φωνής και στη συνέχεια επικοινωνούσαν ξανά με το αρχικό θύμα. Μέσω της τεχνολογίας αναπαρήγαγαν τη φωνή του συγγενικού προσώπου, δημιουργώντας την εντύπωση ότι βρισκόταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και επιβεβαίωνε όσα του είχαν προηγουμένως ζητήσει.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ενίσχυαν την πεποίθηση των θυμάτων ότι η επικοινωνία ήταν πραγματική και περιόριζαν τις αμφιβολίες τους.
Συνελήφθησαν τη στιγμή που έπαιρναν 30.000 ευρώ σε τιμαλφή
Η δράση της οργάνωσης αποκαλύφθηκε έπειτα από αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων, από την οποία προέκυψε η ύπαρξη εγκληματικής ομάδας που δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από τις αρχές Ιουλίου 2026.
Η επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων πραγματοποιήθηκε στη Νέα Ιωνία Αττικής. Εκεί οι αστυνομικοί συνέλαβαν τους δύο «εισπράκτορες» τη στιγμή που μόλις είχαν αφαιρέσει από οικία θύματος τιμαλφή αξίας 30.000 ευρώ.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά έξι άτομα για εγκληματική οργάνωση, απάτη και διακεκριμένες κλοπές, τετελεσμένες και σε απόπειρα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με όφελος άνω των 120.000 ευρώ.
Μέχρι στιγμής έχει πιστοποιηθεί η εμπλοκή των μελών της οργάνωσης σε ακόμη πέντε παρόμοιες περιπτώσεις. Παράλληλα, εξιχνιάστηκε κλοπή οχήματος που σημειώθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 και φέρεται να χρησιμοποιούνταν από τα μέλη ως «επιχειρησιακό όχημα».
Από τις έρευνες κατασχέθηκαν ένα όχημα Δημόσιας Χρήσης και δύο συσκευές κινητής τηλεφωνίας, ενώ εκτιμάται ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος από τη συνολική δράση της οργάνωσης ξεπερνά το 1 εκατ. ευρώ.
Οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο εισαγγελέα και παραπέμφθηκαν στον ανακριτή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί το πλήρες εύρος της παράνομης δραστηριότητας.
Η ΕΛΑΣ προειδοποιεί για τις απάτες με «κλωνοποιημένες» φωνές
Με αφορμή την υπόθεση, η ΕΛΑΣ καλεί τους πολίτες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε τηλεφωνικές κλήσεις από άγνωστα πρόσωπα που εμφανίζονται ως υπάλληλοι οργανισμών κοινής ωφέλειας, δημόσιων υπηρεσιών, εταιρειών τηλεπικοινωνιών, τραπεζών ή άλλων φορέων.
Οι πολίτες καλούνται να διακόπτουν αμέσως κάθε ύποπτη επικοινωνία και να μην αποκαλύπτουν προσωπικά ή οικονομικά στοιχεία. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να θεωρούν ότι μια γνώριμη φωνή αποτελεί από μόνη της απόδειξη της ταυτότητας του καλούντος.
Η ΕΛΑΣ συστήνει, σε περίπτωση κλήσης από δήθεν συγγενικό πρόσωπο, να τερματίζεται η συνομιλία και να γίνεται νέα κλήση στον συγκεκριμένο συγγενή, χρησιμοποιώντας έναν αριθμό που είναι ήδη γνωστός. Συνιστάται επίσης η χρήση μιας προκαθορισμένης λέξης ή φράσης ασφαλείας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
Οι πολίτες δεν θα πρέπει να ανοίγουν την πόρτα σε αγνώστους, να παραδίδουν χρήματα ή τιμαλφή και να τα τοποθετούν σε σημεία που τους υποδεικνύονται τηλεφωνικά.
Τέλος, σε περίπτωση ύποπτης κλήσης ή εμφάνισης αγνώστων στην οικία, η ΕΛΑΣ ζητά άμεση ενημέρωση στο 100 ή στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, καθώς και διατήρηση, εφόσον είναι δυνατό, του αριθμού από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κλήση και κάθε άλλου σχετικού στοιχείου.

