Έπεσε η αυλαία στη δίκη για τη φονική έκρηξη έξω από υποκατάστημα τράπεζας στη συμβολή των οδών Αγίου Δημητρίου και Πλάτωνος στη Θεσσαλονίκη, όπου στις 3 Μαΐου 2025 έχασε τη ζωή της η 38χρονη που μετέφερε τον αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 18,5 ετών στον 42χρονο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος ως ηθικός αυτουργός στην υπόθεση.
Σε συνολική κάθειρξη 13,5 ετών καταδικάστηκε ο 37χρονος, που είχε μεταφέρει το σακίδιο με τα εκρηκτικά από την Αθήνα και φέρεται να είχε κατασκευάσει τον μηχανισμό.
Αντίθετα, αθώος κρίθηκε ο 43χρονος, ο οποίος είχε βρεθεί στο εδώλιο μετά τον εντοπισμό δακτυλικού αποτυπώματος στη σακούλα που είχε χρησιμοποιήσει η 38χρονη για τη μεταφορά της βόμβας.
Στους δύο καταδικασθέντες αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά. Στον 42χρονο αναγνωρίστηκε η μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά, καθώς, σύμφωνα με το Δικαστήριο, με την ανάληψη της ευθύνης των πράξεών του συνέβαλε στη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Στον 37χρονο αναγνωρίστηκε ο πρότερος έντιμος βίος.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, οι δύο καταδικασθέντες επέστρεψαν στις φυλακές.
«Στόχος ήταν τα ΑΤΜ και ήθελα να πάρω τα λεφτά»
Ο 42χρονος, κατά την απολογία του στο Δικαστήριο, παραδέχθηκε ότι σχεδίασε την ενέργεια μέσα από τη φυλακή, υποστηρίζοντας ότι στόχος ήταν τα ΑΤΜ και η αφαίρεση χρημάτων.
Όπως ανέφερε, έδινε οδηγίες στην 38χρονη για τη συναρμολόγηση του μηχανισμού, αποδίδοντας τον θανάσιμο τραυματισμό της στο γεγονός ότι άφησε τη βόμβα σε «λάθος σημείο».
«Στόχος ήταν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης και ήθελα να πάρω τα λεφτά. Δεν φταίω εγώ που σκοτώθηκε η Μ. – πληρώθηκε για να το κάνει και δεν πήγε τσάμπα, ούτε με το όπλο στο κεφάλι», ανέφερε, μεταξύ άλλων.
Η εμπλοκή του στην υπόθεση προέκυψε όταν, με επιστολή του προς τον ανακριτή Θεσσαλονίκης που ερευνούσε την έκρηξη, ανέλαβε την ευθύνη για το «χτύπημα» στην τράπεζα.
Ο ίδιος ήταν ήδη γνωστός στις Αρχές, καθώς κατηγορείτο μαζί με άλλα άτομα για σειρά εκρήξεων που είχαν προηγηθεί, μεταξύ αυτών και για την αποστολή φακέλου-βόμβας σε πρόεδρο Εφετών τον Φεβρουάριο του 2024 στη Θεσσαλονίκη.
Από την πλευρά του, ο 37χρονος υποστήριξε ότι ανέλαβε έναντι 500 ευρώ να μεταφέρει με τρένο το σακίδιο με τις εκρηκτικές ύλες από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη, χωρίς, όπως ισχυρίστηκε, να γνωρίζει το περιεχόμενό του.
Ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στην κατασκευή της βόμβας, παρότι αποτύπωμά του φέρεται να εντοπίστηκε στο φιτίλι που χρησιμοποιήθηκε στον μηχανισμό.
Κάθε εμπλοκή στην υπόθεση αρνήθηκε ο 43χρονος που αθωώθηκε. Για το αποτύπωμα που εντοπίστηκε στη σακούλα με τον αυτοσχέδιο μηχανισμό, εξήγησε ότι την είχε χρησιμοποιήσει για να μεταφέρει τρόφιμα στην 38χρονη την περίοδο του Πάσχα, καθώς, όπως ανέφερε, τη φιλοξενούσε επειδή βρισκόταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση.
Η αποδεικτική διαδικασία ξεκίνησε με την εξέταση μαρτύρων, μεταξύ των οποίων αστυνομικοί, ιδιοκτήτες οχημάτων και διαμερισμάτων που υπέστησαν ζημιές από την έκρηξη, καθώς και συγγενείς εμπλεκόμενων προσώπων.
Αστυνομικός της Άμεσης Δράσης, ο οποίος βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο σημείο, περιέγραψε στο Δικαστήριο τις πρώτες εικόνες μετά την έκρηξη.
«Γύρω στις 5.30 το πρωί δεχτήκαμε κλήση για έκρηξη και πιθανή φωτιά σε ΑΤΜ τράπεζας. Ήμασταν πολύ κοντά, φτάσαμε πολύ γρήγορα. Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός», κατέθεσε.
Όπως ανέφερε, οι αστυνομικοί εντόπισαν τη 38χρονη βαριά τραυματισμένη, αλλά εν ζωή, και ζήτησαν άμεσα τη συνδρομή του ΕΚΑΒ. «Την ώρα που βρήκαμε τη γυναίκα φαινόταν πολύ βαριά τραυματισμένη, αλλά ήταν εν ζωή. Μάθαμε λίγο μετά όταν ήρθε ΕΚΑΒ ότι είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει», σημείωσε.
Η μαρτυρία της ξαδέλφης της 38χρονης
Για τη 38χρονη μίλησε στο Δικαστήριο η ξαδέλφη της, η οποία ανέφερε ότι η άτυχη γυναίκα της είχε εκμυστηρευτεί πως θα πήγαινε να κάνει μια δουλειά, καθώς χρειαζόταν χρήματα για μια επέμβαση.
«Μου έλεγε “μη φοβάσαι, όλα θα πάνε καλά”. Αισθανόμουν κάτι μέσα μου. Έκανε χρήση ουσιών, έμενε στον Δενδροπόταμο από τότε που βγήκε από τη φυλακή, έναν χρόνο νωρίτερα», ανέφερε στην κατάθεσή της.
Οι δικαστές έκαναν δεκτή την εισαγγελική πρόταση και αποφάσισαν την καταδίκη των δύο βασικών κατηγορουμένων, κατά περίπτωση, για εγκληματική συμμορία, κατά μετατροπή από εγκληματική οργάνωση, απλή συνέργεια σε έκρηξη και φθορά ξένης ιδιοκτησίας ή ηθική αυτουργία στις συγκεκριμένες πράξεις, καθώς και για προμήθεια, κατοχή και κατασκευή εκρηκτικών υλών ή ηθική αυτουργία στη συγκεκριμένη πράξη.
Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονταν, επίσης, παραβάσεις της νομοθεσίας περί εκρηκτικών.

