Δίκη για Μάτι: Μάρτυρες της τραγωδίας περιγράφουν την «κόλαση» που έζησαν – «Ήμουν για ώρες αβοήθητη μέσα στη θάλασσα, νόμιζα ότι με χτύπησε ξύλο αλλά ήταν πτώμα»

Με «κόλαση» και «εφιάλτη» που στοιχειώνει ακόμη και σήμερα τις ψυχές τους μίλησαν σήμερα στη δίκη για το Μάτι, οι μάρτυρες που κλήθηκαν να καταθέσουν, εγκαυματίες και συγγενείς θυμάτων αλλά και η ιδιοκτήτρια του κτήματος Φράγκου, μέσα στο οποίο απανθρακώθηκαν 26 άτομα.Κοινός τόπος στις καταθέσεις τους ήταν οι αναφορές τους για πλήρη ανυπαρξία του κράτους, που άφησε χωρίς καμία ενημέρωση και βοήθεια τους πολίτες, μόνους να παλεύουν για να σώσουν τις ζωές τους.

Πρώτος στο δικαστήριο κατάθεσε ο μάρτυρας Αντώνης Γιαννακοδήμος, ο οποίος έχασε τον πατέρα του στις φλόγες. Εκείνη την ημέρα όπως είπε, ο ίδιος, η οικογένειά του και οι γονείς του εγκατέλειψαν το σπίτι τους με τα ρούχα που φορούσαν, καθώς είχε ήδη πάρει φωτιά η σκεπή. Ο μάρτυρας κατέθεσε: «Μπήκαμε στο αυτοκίνητο με την οικογένεια και από πίσω ακολουθούσε με το δικό του ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Ξεκινήσαμε εμείς. Την ώρα που περάσαμε έπεσε ένα δέντρο και έκλεισε το δρόμο, οπότε ο πατέρας μου δεν πρόλαβε να περάσει. Συνέχισα ευθεία στη θάλασσα. Μείναμε στο λιμάνι του Ματιού μέχρι τις 12:00. Το τι περάσαμε στο λιμάνι δεν θέλω να το πω. Νιώσαμε φόβο, τρόμο, εξαθλίωση, εγκαταλελειμμένοι από τους πάντες. Στις 12 το βράδυ ακούσαμε από το ραδιόφωνο μάλλον υπάρχει νεκρός στο Μάτι και υπήρχαν εκατό νεκροί. Αυτό με έχει σημαδέψει. Ο πατέρας μου βρέθηκε με εγκαύματα και κατέληξε. Η μητέρα μου κάηκε αλλά κατάφερε με τον ξάδερφο μου να φτάσει στο λιμάνι. Την κρατούσα στα χέρια μου χωρίς να ξέρω αν θα πεθάνει ή θα ζήσει».

Με δάκρυα στα μάτια η 69χρονη σήμερα κ. Σουμέλα Χατζηλαζαρίδου, συγκλόνισε περιγράφοντας στο δικαστήριο πως έμεινε για περίπου έξι ώρες στη θάλασσα παρακαλώντας τη Παναγία να τη σώσει. Η μάρτυρας στην κατάθεσή της είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Δεν ήταν κανείς μαζί μου. Έμεινα εντελώς μόνη. Άρχισαν να κολυμπάω, σε μία φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όλα ήταν μαύρα, δεν μπορούσα να δω και επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Φανταστείτε έναν άνθρωπο, 65 ετών, σε μία αγριεμένη θάλασσα, που δεν φαινόταν τίποτα και μέσα στην απόλυτη σιωπή. Ζω από θαύμα. Καμία ελπίδα δεν υπήρχε να ζήσω. Οι ώρες περνούσαν. Στράφηκα στην Παναγία και είπα «αν θέλεις να χαθώ, να χαθώ, τώρα αλλιώς δείξε μου τα σημάδια» Δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και ακούω φωνές ανθρώπων, που φωνάζανε βοήθεια, 11-11:30, δεν ξέρω ακριβώς τι ώρα ήταν. Ήταν έξι άτομα. Κανέναν τους δε γνώριζα. Η μία κοπέλα ρώταγε την μαμά της εάν θα πεθάνουμε και εμείς καθώς πριν είχε χάσει τον αδελφό της και μία φίλη τους. …. Κάποια στιγμή είχε έρθει πάνω κάτι σαν ξύλα πάνω μου, έτσι νόμιζα, ήταν πτώματα. Αρχίσαμε να κρυώνουμε και να έχουμε κράμπες. Εγώ ήμουν η πιο αισιόδοξη, διότι έλεγα είμαστε τόσο κοντά στην Αθήνα, δεν μπορεί να μην έρθουν να μας σώσουν. Τίποτα, κανείς… Όπως κανείς δεν μας ειδοποίησε να φύγουμε. Κάποια στιγμή είδαμε ένα ψαροκάικο γρι-γρι από την Εύβοια. Κολυμπήσαμε και φτάσαμε. Μας έριξαν σκοινιά. Ξαφνικά εμφανίστηκαν και άλλοι άνθρωποι. Μία κυρία που πήγε να ανεβεί έπαθε ανακοπή. Τότε φοβήθηκα και τους είπα δεν μπορώ να ανέβω και μου είπα πως θα έρθει μία βάρκα. Ανεβήκαμε στο ψαροκάικο. Κάτω ήταν μία οικογένεια, την κοπέλα που έπαθε την ανακοπή την είχαν βάλει άκρη».

Η μάρτυρας σημείωσε πως κανείς δεν ειδοποίησε κανέναν εκείνη την ημέρα για την καταστροφή που έρχονταν. «Δεν ήταν οι δρόμοι, οι δίοδοι, τα σκαλοπάτια που δεν είχαμε, είναι που δεν ήρθε κανείς», τόνισε.

«Ήταν σαν τη καταστροφή της Σμύρνης…»

Αποκαλυπτική ήταν όμως και η κατάθεση της μάρτυρα Αναστασίας – Χριστιάννας Φράγκου, ιδιοκτήτριας του οικοπέδου που χάθηκαν 26 ζωές και σώθηκαν 40, όπως είπε η ίδια. «Κατηγορηθήκαμε πανελληνίως σε σύσκεψη υπουργών την επόμενη της φωτιάς για την απώλεια 26 ατόμων που βρέθηκαν απανθρακωμένοι στην έκταση σας. Μας κατηγόρησαν ως καταπατητές. Το κράτος έχει καταστήσει όλους πολίτες ομήρους σε μία ψευδή συνθήκη. Το σπίτι μου δεν είναι αυθαίρετο και δεν υπήρξα ούτε εγώ καταπατήτρια ούτε η οικογένεια μου» ανέφερε η μάρτυρας για να προσθέσει: «Το οικόπεδο μας δεν έχει σκαλοπάτια προς τη θάλασσα  με την κλασική έννοια. Είναι σμιλευμένα  από τον παππού μου στους βράχους. Δεν είναι βατά, είναι γκρεμός. Από εκεί σώθηκαν, όσοι σώθηκαν. Δυστυχώς δεν πρόλαβαν και 26 διότι τους πρόλαβε θερμικό κύμα». Η μάρτυρας παραλλήλισε τέλος τα όσα έγιναν στο Μάτι με την καταστροφή της Σμύρνης. «Περιμέναμε μια κάποια σωτηρία αλλά μάταια», τόνισε.

Οι εγκαυματίες

Στη δική της κατάθεση η κ. Δήμητρα Πολυμεροπούλου, η οποία υπέστην εκτεταμένα εγκαύματα περιέγραψε πως εκείνη την ημέρα σώθηκε λόγω μίας γειτόνισσας της που πήρε τον γιο της και τα εγγόνια της με το αυτοκίνητο της και τους οδήγησε προς την παραλία. « Ανοίξαμε την πόρτα και φύγαμε τρέχοντας, ήταν μία σκοτεινιά, ένα χάλι, τα έχασα. Η αντιμετώπιση ήταν τραγική. Άρχισα να αισθάνομαι δεξιά και αριστερά στα χέρια μου σπίθες», τόνισε η μάρτυρας σημειώνοντας πως έδωσε αγώνα να παραμείνει στη ζωή έχοντας υποστεί τρία σοβαρά χειρουργεία.

«Ενώ βγαίναμε από το σπίτι δεχθήκαμε ένα θερμικό κύμα που είχε πάνω ό,τι καιγόταν, μας βρήκε στην πίσω πλευρά. Δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε», ανέφερε στη κατάθεσή του ο γιος της μάρτυρα Γιώργος Πολυμερόπουλος και με δάκρυα στα μάτια συνέχισε: «…Ετοιμαζόμουν να τα αγκαλιάσω τα παιδιά μου τότε είδα τη γειτόνισσα. Την παρακάλεσα να μας κατεβάσει στην παραλία. Κατηφορίσαμε προς τη θάλασσα. Εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι μητέρα μου είχε καεί σε πολλά σημεία και δεν ήταν καλά.».

Τέλος, η κόρη της κ. Πολυμεροπούλου, Αικατερίνη, είπε στο δικαστήριο: «Ο αγώνας των εγκαυματιών είναι τρομερός. Τα ουρλιαχτά από τους πόνους ήταν ασύλληπτα. Τα ουρλιαχτά του πόνου είναι στα αυτιά μου πέντε χρόνια τώρα».

Μοιραστείτε το:

Share on facebook
Share on twitter
Share on whatsapp

Aκολουθήστε το lawandorder.gr στο Google News για να ενημερώνεστε για όλες τις ειδήσεις

Σχετικά Άρθρα

Κρίσεις 2022

Διαβάστε όλα τα άρθρα εδώ ➜

Κατηγορίες