Μια υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης που εκτυλισσόταν επί χρόνια στη Βρετανία εξετάζει η βρετανική Δικαιοσύνη, καθώς τέσσερις άνδρες δικάζονται για την κακοποίηση της Τζοάν Γιανγκ, την οποία, σύμφωνα με την εισαγγελική πλευρά, εκμεταλλεύονταν ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια ουσιών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της The Guardian στις 27 Οκτωβρίου 2026, ο πρώην σύζυγός της, Φίλιπ Γιανγκ, είχε αναρτήσει αγγελίες σε ιστοσελίδες γνωριμιών και ανταλλαγής συντρόφων, αναζητώντας άνδρες που θα πήγαιναν στο σπίτι τους για να έρθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς τη συναίνεσή της.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ένοχος για πολλαπλά σεξουαλικά αδικήματα σε βάρος της πρώην συζύγου του, μεταξύ των οποίων βιασμό, ηδονοβλεψία και χορήγηση ουσιών με σκοπό να την καταστήσει ανίκανη να αντιδράσει. Η Τζοάν Γιανγκ έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα ανωνυμίας της.
Οι τέσσερις άνδρες που δικάζονται, ηλικίας 32 έως 62 ετών, αρνούνται τις κατηγορίες. Δύο αντιμετωπίζουν κατηγορίες για βιασμό και δύο για άλλες μορφές σεξουαλικής επίθεσης. Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται φέρονται να σημειώθηκαν από το 2016 έως το 2023.
Η εισαγγελέας Σάρα Τζόουνς ανέφερε στο δικαστήριο ότι ο Φίλιπ Γιανγκ αναζητούσε από το 2015 ουσίες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν βαθύ ύπνο στη σύζυγό του, αφήνοντάς την αποπροσανατολισμένη και χωρίς να μπορεί να θυμηθεί τι είχε συμβεί.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε το 2023, όταν η Αστυνομία διερεύνησε υλικό ακραίας πορνογραφίας που είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο και συνδεόταν με λογαριασμό του. Κατά την έρευνα στο σπίτι και στις ηλεκτρονικές συσκευές του εντοπίστηκαν βίντεο που, σύμφωνα με την εισαγγελία, κατέγραφαν τη γυναίκα σε κατάσταση καταστολής, ενώ άλλοι άνδρες προχωρούσαν σε σεξουαλικές πράξεις εις βάρος της.
Η δίκη συνεχίζεται, με την εισαγγελική πλευρά να θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της συναίνεσης και το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι μπορούσαν εύλογα να θεωρούν ότι η γυναίκα είχε συμφωνήσει στις πράξεις.

